Εξέταση Ενηλίκων: Μια Ιστορία για τη Ζήλια, τις Επιλογές και τα Όρια ανάμεσα στη Φιλία, τον Έρωτα και την Οικογένεια στην Ελλάδα του Σήμερα

Εξέταση για ενήλικες

Ηλιάνα, μα γιατί δε θα έρθεις μαζί μας να γιορτάσουμε τη λήξη του πρότζεκτ; τη ρωτά χαμογελώντας ο Μάριος, και δεν παραλείπει να της κλείσει πονηρά το μάτι.
Γιατί, φίλε μου αγαπημένε, έχω ραντεβού σήμερα, απαντά η Ηλιάνα, με ένα μικρό κοκκίνισμα στα μάγουλα.
Καλά μας τα λες! Μάριος έμεινε κάγκελο. Την Ηλιάνα την ήξερε πέντε χρόνια, ήξερε πως ήταν μόνη μαμά και δεν έδειχνε να ψάχνεται Ή, ίσως, και να ψαχνόταν και αυτός δεν το έβλεπε. Ε, λοιπόν, να μην σε καθυστερούμε άλλο. Καλή επιτυχία και καλή διασκέδαση, της εύχεται και στρέφεται στους υπόλοιπους συναδέλφους. Πάμε;
Πάμε!
Άντε μη χάνουμε χρόνο!
Εννοείται! ακούστηκαν απ όλες τις μεριές και τραβήξανε για ένα ουζερί κοντά στο γραφείο.

Ο Μάριος περπατούσε δίπλα στους άλλους, γελούσε, αλλά μέσα του αισθάνθηκε ένα τσίμπημα ζήλιας. Τι παράξενο πράγμα! Δεν υπήρχε τίποτα μεταξύ εκείνου και της Ηλιάνας μόνο δουλειά, φιλία και τίποτα παραπάνω.
«Περίεργο πράγμα», σκέφτηκε.

Μετά από εκείνη τη βραδιά, γύρισε σπίτι του πολύ αργά. Περισσότερο από συνήθως. Τα παιδιά του έπεσαν πάνω του φωνάζοντας: «Μπαμπά, μπαμπά!». Λίγο αργότερα πρόβαλε και η γυναίκα του.
Επιτέλους, Μάριε!
Τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Προλάβαμε και πήγαμε βόλτα και φτιάξαμε τέλειο κάστρο στην πλατεία. Εσύ όλο λείπεις, του λέει η Κατερίνα χαμογελαστή.
Έχω και εγώ μια δουλειά να κάνω, μουρμούρισε ο Μάριος, σχεδόν γκρινιάζοντας. Δικαιούμαι κι εγώ να κάτσω λίγο παραπάνω στο γραφείο αν θέλω!
Φυσικά και δικαιούσαι, του απαντά συναινετικά η Κατερίνα.
Και άσε τα ανακριτικά εδώ μέσα, συνέχισε εκείνος σχεδόν βλοσυρά.
Αν τον ρωτούσες εκείνη τη στιγμή γιατί είναι έτσι απότομος, ούτε που θα ήξερε να εξηγήσει.
Μήπως σε τσίμπησε κανένας; του λέει γελώντας η Κατερίνα.
Τότε κατάλαβε. Ήθελε να της χαλάσει το χαμόγελο, να νιώσει κι εκείνη αυτό που ένιωθε τώρα ο ίδιος.
Όχι, μωρέ, απλώς κουράστηκα. Βάλε να φάμε, της λέει με μια προσπάθεια να ακουστεί ήρεμος και όταν η Κατερίνα πήγε στην κουζίνα, κάθισε μόνος και κράτησε το κεφάλι στα χέρια του.
«Τι κάνω;», σκέφτηκε έντρομος.

Μερικές μέρες μετά, του πέρασε. Το απέδωσε τότε στον εκνευρισμό γιατί ήθελε όλοι όσοι δούλεψαν το πρότζεκτ να γιορτάσουν μαζί το τέλος του, και απογοητεύτηκε που η Ηλιάνα έφυγε.
Τώρα, είχαν μπει σε νέο project και είχε κιόλας ξεχαστεί στη δουλειά.

Ηλιάνα, φαίνεται σήμερα θα χρειαστεί να κάτσεις λίγο παραπάνω, της είπε ο Μάριος μια μέρα. Θέλω τους υπολογισμούς αυτοί για αύριο.
Συγγνώμη, αλλά σήμερα θα πάω στη μαμά μου, απαντά εκείνη και κάνει ένα νεύμα. Είναι πολύ σημαντικό. Θα έρθω αύριο πρωί-πρωί και θα στα έχω έτοιμα.
Οκέι, εντάξει, της λέει ο Μάριος, προσπαθώντας να κρύψει την ενόχλησή του. Ε, δεν γίνεται! Έχουν πρότζεκτ-φωτιά, τι να είναι πιο σημαντικό;
Τι έγινε, είναι καλά η μαμά σου; τη ρωτάει.
Ναι, είναι λιγάκι άρρωστη, χαμηλώνει το βλέμμα η Ηλιάνα.
Κατάλαβα, του έφυγε όλη η νευρικότητα, αφού πάντα τον μαλάκωνε όταν κάποιος είχε θέμα υγείας στην οικογένεια.
Μετά όμως έμαθε ότι η μητέρα της ήταν μια χαρά. Η Ηλιάνα έδωσε απλά μια πρόφαση για να μην μείνει παραπάνω.
Πώς γίνεται αυτό; Γιατί δεν πάει στη μητέρα της; απόρησε όταν του το είπαν οι συνάδελφοί του.
Τι γιατί; Πάει! Απλά πάει με τον φίλο της, απαντάει η Όλγα. Του κάνει νόημα να έρθει στο παράθυρο. Έλα να δεις
Ο Μάριος πλησιάζει. Βλέπει την Ηλιάνα να βγαίνει απ το γραφείο, να συναντά έναν νεαρό που την πιάνει διακριτικά από το χέρι, να πηγαίνουν προς το αυτοκίνητό του και να φεύγουν μαζί.
Τη στιγμή εκείνη, ο Μάριος ένιωσε τη ζήλια μέσα του κι αυτή τη φορά πιο έντονη από ποτέ.
«Θεέ μου. Δηλαδή είναι αλήθεια! Πράγματι βρήκε κάποιον!», σκέφτηκε.
Ε, εντάξει δηλαδή, προσπάθησε να ακούγεται ψύχραιμος. Τελειώνουμε στις 6, είναι δικαίωμα όλων να φεύγουν τότε.
Έκατσε πάλι στο γραφείο του, αλλά να δουλέψει δεν μπορούσε με τίποτα.

Ο καιρός περνούσε. Ο Μάριος είχε αρχίσει να στριφογυρίζει περίεργες σκέψεις. Στην αρχή ήταν μια ελαφριά ταραχή κάθε φορά που άκουγε τη φωνή της Ηλιάνας ή έβλεπε μήνυμά της στο chat, η καρδιά του χτυπούσε περίεργα. Όπως τότε που είχε πρωτογνωρίσει την Κατερίνα.
«Δε μπορεί, ερωτεύτηκα;», σκεφτόταν και η ιδέα τον έκανε να γελάει αμήχανα. Ήταν ήδη στα 40. Οικογένεια, παιδιά, σταθερή ζωή. Τη γυναίκα του την αγαπούσε. Ή τουλάχιστον την εκτιμούσε, ένιωθε ευγνωμοσύνη, σεβασμό. Ο έρωτας, όμως εκείνος, ο τρελός, είχε σβήσει. Και μάλλον έτσι πάνε αυτά
Χειροτέρεψε όμως. Άρχισε να προσέχει ότι όταν μπαίνει η Ηλιάνα, κάθεται πιο ευθυτενής. Να την κοιτάει ασυναίσθητα πρώτος. Να ρωτά τη γνώμη της. Και μετά να ξαναπαίζει στο μυαλό του όλα όσα είπαν σαν κάτι σημαντικό να κρυβόταν εκεί.
Μια μέρα πέρασε απ το μυαλό του: «Κι αν τη γνώριζα νωρίτερα; Πριν κάνω παιδιά;».
Η σκέψη τον χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα.
Ναι, θα το έκανε. Θα έφευγε. Ίσως όχι αμέσως, αλλά σιγά σιγά θα άφηνε τα πάντα για μια πιθανότητα με εκείνη.
Τον έπνιξε το βάρος τύψεων. Κοίταξε τη φωτογραφία της οικογένειας στο γραφείο του. Κατερίνα, παιδιά, οι διακοπές τους στη Μήλο. Όλοι χαμογελαστοί, ακόμα κι εκείνος. Όλα τέλεια φαινομενικά. Γιατί νιώθει ότι ζει τη ζωή κάποιου άλλου;
Δεν έβρισκε απάντηση για τα συναισθήματά του. Πώς τώρα, και γιατί η Ηλιάνα; Τρία χρόνια δούλευαν δίπλα, τίποτα· και τώρα, καμιά ελπίδα να τη βγάλει απ το μυαλό του.
Ένιωθε να καταρρέει όλος του ο κόσμος. Αρχές που ήταν βράχοι μέχρι τότε, άρχισαν να τρίζουν. Δεν ήθελε να προδώσει, δεν ήθελε να χάσει αυτά που είχε χτίσει. Αλλά ούτε μπορούσε να μην αισθάνεται αυτά που ένιωθε.

Εκείνο το πρωινό ξύπνησε πολύ νωρίς. Σκοτεινά ακόμα, μόνο μια χαραμάδα αττικού φως να μπαίνει. Ξάπλωνε, με το ταβάνι να του φαίνεται τεράστιο και να σκέφτεται πάλι την Ηλιάνα που εκείνη την εβδομάδα πάει και φεύγει νωρίς από το γραφείο, πάντα με τον καινούριο της κάθε φορά ένιωθε να σπάει κάτι μέσα του.
«Χάνω τον εαυτό μου», σκέφτηκε. «Αν δεν σταματήσω τώρα, θα χάσω όλα. Όχι αμέσως, αλλά σιγά σιγά. Θα γίνω ξένος για τα παιδιά, ξένος για την Κατερίνα. Ξένος για εμένα Και τότε όλα θα έχουν τελειώσει.»
Σηκώθηκε, έφτιαξε καφέ, στάθηκε στο παράθυρο να χαζέψει μια Αθήνα σχεδόν άδεια χαράματα, κι αποφάσισε.

Πώς; Μετατίθεστε σε άλλο τμήμα; μαζεύτηκαν γύρω του οι «δικοί» του, και ανάμεσά τους και η Ηλιάνα.
Έτσι είναι. Υπάρχει ένα πρόβλημα στο άλλο τμήμα και θέλουν να βοηθήσω, απαντάει ο Μάριος.
Οπότε θα γυρίσετε πίσω, έστω προσωρινά;
Σίγουρα προσωρινά, λέει με ψεύτικη σιγουριά, ενώ ξέρει καλά το ρητό «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού».
Η αλήθεια είναι πως είχε σκεφτεί να φύγει εντελώς. Αλλά ήταν τρελό: η δουλειά του στη Μαρούσι ΑΕ ήταν καλοπληρωμένη, 2.000 ευρώ το μήνα, ωραίες προοπτικές.
Γι αυτό διάλεξε μετάθεση σε άλλο τμήμα «για λίγο» τουλάχιστον να ξεκόψει από αυτόν τον φαύλο κύκλο που είχε μπει, κάθε βλέμμα, κάθε φράση από την Ηλιάνα ήταν μία καινούρια πληγή.
Δεν ήθελε να γίνει «ο ήρωας» που θα τα τινάξει όλα στον αέρα για μια εμμονή. Ήξερε ότι ο καιρός γιατρεύει. Πόνος τώρα, ελευθερία μετά.
Το βράδυ είπε της Κατερίνας:
Θέλω να περνάω περισσότερο χρόνο με σένα και τα παιδιά. Δεν αντέχω να λείπω συνέχεια για δουλειά.
Η Κατερίνα τον κοίταξε ξαφνιασμένη.
Αλήθεια το λες;
Ναι. Έχω την αίσθηση πως χάνω στιγμές. Μαζί σου, με τα παιδιά.
Εκείνη δεν είπε τίποτα, απλά του χαμογέλασε αθόρυβα, με έναν δικό της τρόπο που του έσφιξε την καρδιά.
Άρχισε να πηγαίνει τα παιδιά βόλτα στη γειτονιά, να τα παίρνει απ το σχολείο, να πηγαίνουν όλοι μαζί στις σχολικές γιορτές που κάποτε βαριόταν. Να συζητάει με την Κατερίνα όχι μόνο για το νοικοκυριό αλλά και για όσα σκέφτεται, όσα τον ανησυχούν. Έμαθε να ρωτάει κι εκείνη, όπως παλιά.
Καμιά φορά αναρωτιόταν: «Γιατί δεν τα έκανα όλα αυτά νωρίτερα; Γιατί τα θεωρούσα υποχρέωση κι όχι χαρά;»
Την Ηλιάνα δεν την ξέχασε τελείως αλλά πια ήταν μια σκέψη που έσβηνε σιγά σιγά. Άμα την πετύχαινε καμιά φορά στου διαδρόμους, ένιωθε ένα τσίμπημα, αλλά όχι πια πόνο ή ζήλια. Παρά μόνο μια ανάμνηση: αυτή που θα μπορούσε να είναι, αλλά δεν διάλεξε.
Ήταν περήφανος για τον εαυτό του γι αυτό.

Μάριε! Μάριε!
Ο Μάριος περπατούσε στο Athens Metro Mall για να πάρει δώρο για τα παιδιά και άκουσε τη φωνή της από πίσω. Γυρίζει Ηλιάνα.
Μάριε! Πού χάθηκες; Όλο το τμήμα περιμένει να σε ξαναδεί! Έκανες ένα χρόνο να φανείς!
Ο Μάριος της χαμογέλασε εγκάρδια. Της έσφιξε το χέρι και μέσα του δεν τσίμπησε τίποτα.
Γεια σου Ηλιάνα! Χαίρομαι που σε βλέπω!
Πώς είσαι; ρωτάει εκείνη.
Καλά. Βασικά, καλύτερα από ποτέ.
Γιατί δεν γύρισες τελικά; Ήσουν ο καλύτερος μας προϊστάμενος!
Ήθελα κάτι διαφορετικό, της απαντά κοφτά. Εσύ πώς είσαι;
Εγώ; πλατύ χαμόγελο. Παντρεύτηκα. Είναι σπουδαίος άνθρωπος, πολύ σταθερός. Η κόρη μου τον αγάπησε.
Ο Μάριος έγνεψε, χωρίς να νιώθει ζήλια. Μόνο μια γλύκα του φίλου που βλέπει κάποιον να προχωρά.
Χαίρομαι πολύ για σένα, της είπε ειλικρινά.
Μίλησαν λίγο για τη δουλειά, για τους κοινούς γνωστούς, αλλά κανείς δεν πρότεινε να τα πουν σε καφέ. Κατάλαβαν και οι δύο πως τώρα έχει κλείσει αυτό το κεφάλαιο. Ή μπορεί να αρχίζει κάτι άλλο, αλλά ξεχωριστά.
Ο Μάριος συνέχισε. Αγόρασε το δώρο, γύρισε στο σπίτι. Μπήκε στο αμάξι, κι εκεί του γίνεται ξεκάθαρο: δε νιώθει τίποτα πια γι αυτήν. Ούτε πόνο, ούτε καρδιοχτύπι, ούτε ανάγκη να τα τινάξει όλα στον αέρα για εκείνη.
Κοίταξε μπροστά. Στο φανάρι. Τον κόσμο. Κάποια πιτσιρίκια πιασμένα απ το χέρι.
Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια κατάλαβε ότι είναι εκεί που πρέπει να είναι.
Όχι σε μια ωραιοποιημένη ψευδαίσθηση. Όχι σε παραμύθι. Αλλά στη δική του, πραγματική και σύνθετη, ζωή.

Η Ηλιάνα και η Κατερίνα έτυχε να βρεθούν μαζί σε έναν διάδρομο στο γυμναστήριο. Γυμνάζονταν εδώ και καιρό στον ίδιο χώρο, συναντιόνταν τυχαία συχνά.
Πώς πήγε η συνάντησή σας; τη ρωτάει η Κατερίνα με περιέργεια.
Η Ηλιάνα σήκωσε τους ώμους.
Τίποτα. Μου ευχήθηκε να είμαι καλά. Τελικά, εσύ κέρδισες, είπε και πρόσθεσε γελώντας: Ο άντρας σου είναι καταπληκτικός.
Το ξέρω, της απαντάει η Κατερίνα και της κλείνει το μάτι.

Oceń artykuł
Εξέταση Ενηλίκων: Μια Ιστορία για τη Ζήλια, τις Επιλογές και τα Όρια ανάμεσα στη Φιλία, τον Έρωτα και την Οικογένεια στην Ελλάδα του Σήμερα