Η Ελπίδα στα τριάντα πέντε της χρόνια πίστευε πως δεν θα βίωνε ποτέ την ευτυχία μιας γυναίκας, όμως η μοίρα τακτοποίησε τα πράγματα αλλιώς. Συνδέθηκαν όταν πλησίαζαν και οι δύο τα σαράντα. Ο Κώστας ήταν χήρος εδώ και τρία χρόνια ήδη. Η Ελπίδα δεν είχε παντρευτεί ποτέ, όμως είχε γεννήσει ένα γιο. Όπως λέει ο κόσμος, τον γέννησε για τον εαυτό της. Στα νιάτα της είχε σχέση με έναν όμορφο, μαυρομάλλη νέο ονόματι Νίκο, που της υποσχέθηκε γάμο και μάγεψε τη νεαρή Ελπίδα. Εκείνη πίστεψε στις υποσχέσεις που τελικά αποδείχθηκαν ψεύτικες. Αργότερα φάνηκε ότι ο υποψήφιος γαμπρός από την πόλη ήταν ήδη παντρεμένος.
Ακόμη και η νόμιμη σύζυγος του Νίκου ήρθε στην Ελπίδα και την παρακάλεσε να μην διαλύσει την οικογένεια κάποιου άλλου. Η άπειρη νέα Ελπίδα υποχώρησε. Ωστόσο αποφάσισε να κρατήσει το παιδί.
Έτσι έγινε. Γέννησε τον Γιάννη. Ο γιος έγινε η μοναδική της παρηγοριά και χαρά. Ο Γιάννης μεγάλωσε σωστά και τα πήγαινε καλά στα μαθήματα. Μετά το λύκειο μπήκε σε οικονομικό πανεπιστήμιο. Ο Κώστας επισκεπτόταν την Ελπίδα αρκετές φορές. Πρότεινε να συγκατοικήσουν. Η γυναίκα όμως δίσταζε, παρόλο που της άρεσε ο Κώστας. Η Ελπίδα ένιωθε κάπως ντροπή τόσο για τον γιο της όσο και για την επιθυμία να γίνει επιτέλους ευτυχισμένη.
Ένα βράδυ ο Γιάννης αποφάσισε να μιλήσει με τη μητέρα του. Της είπε ότι δεν έχει αντίρρηση: «Μαμά, εγώ ούτως ή άλλως δεν θα μένω πια εδώ. Ο θείος Κώστας είναι άνθρωπος που μπορείς να στηριχτείς. Αρκεί να μην σε προσβάλει. Το σημαντικό για μένα είναι να είσαι χαρούμενη.» Ο γιος του Κώστα επίσης συμφωνούσε.
Έτσι αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Παντρεύτηκαν και οργάνωσαν ένα μικρό πάρτι. Η Ελπίδα δούλευε στη βιβλιοθήκη του χωριού ενώ ο Κώστας ήταν γεωπόνος. Τα έκαναν όλα μαζί. Φρόντιζαν το σπίτι, είχαν ζώα και καλλιεργούσαν τον κήπο τους. Αγαπιόντουσαν και σεβόντουσαν ο ένας τον άλλον, μόνο που ο Θεός δεν τους χάρισε δικά τους παιδιά.
Και οι δύο γιοι παντρεύτηκαν και απέκτησαν εγγόνια. Κάθε φορά στις γιορτές ετοίμαζαν φαγητά και δώρα για τα παιδιά και τα εγγόνια, όπως σπιτικά αυγά, γάλα, γιαούρτι, χοιρινό και κοτόπουλο. Στις γιορτές μαζεύονταν πολλοί επισκέπτες στο σπίτι τους. Τότε ο Κώστας και η Ελπίδα κάθονταν στο τραπέζι και απολάμβαναν. Χαίρονταν που είχαν ανθρώπους να γιορτάσουν μαζί.
Μόνο τα βράδια, όταν το ηλικιωμένο ζευγάρι πήγαινε να κοιμηθεί, ο καθένας σκεφτόταν κρυφά: να φύγω πρώτος από αυτόν τον κόσμο… για να μην νιώσω ποτέ μόνος.
Τα χρόνια πέρασαν. Και κάποια στιγμή η κακοτυχία πλησίασε αθόρυβα. Ένα πρωί η Ελπίδα αρρώστησε ξαφνικά ενώ άρχιζε να φτιάχνει φασολάδα στην κουζίνα. Η ηλικιωμένη γυναίκα έπεσε κάτω. Ο Κώστας, με τη βοήθεια των γειτόνων, κάλεσε ασθενοφόρο. Οι γιατροί διέγνωσαν εγκεφαλικό στην Ελπίδα. Όλες οι λειτουργίες του σώματος ήταν εντάξει, εκτός από μία. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει.
Ο Γιάννης μαζί με τη γυναίκα του ήρθαν να δουν τη μητέρα. Έδωσε ευρώ για τα φάρμακα και έφυγε.
Ο Κώστας νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και όταν η σύζυγός του πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, με τη βοήθεια του γείτονα την έφεραν στο σπίτι.
«Όλα θα πάνε καλά», παρηγορούσε τη γυναίκα του, «εσύ μόνο να ζεις. Ακόμα κι αν κάθεσαι και συζητάς μαζί μου. Μόνο να ζεις. Εγώ θα τα καταφέρω όλα. Μην με αφήσεις, περιστεράκι μου…»
Ο Κώστας φρόντιζε τη σύζυγό του πολύ καλά. Μετά από ένα μήνα εκείνη χρησιμοποιούσε καρέκλα με ρόδες. Τον βοηθούσε στην κουζίνα. Συνέχισαν να κάνουν τα πάντα μαζί. Καθάριζαν πατάτες και καρότα, ξεχώριζαν φασόλια. Έψηναν ακόμα και ψωμί. Τα βράδια συζητούσαν πώς θα συνεχίσουν. Ο χειμώνας ερχόταν και ο Κώστας δεν είχε πια τη δύναμη να κόψει ξύλα.
«Ίσως τα παιδιά να μας πάρουν μαζί τους για τον χειμώνα, και την άνοιξη με το καλοκαίρι να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας…»
Ένα Σαββατοκύριακο ήρθε ο Γιάννης με τη γυναίκα του. Η νύφη, η Ελένη, αφού κοίταξε γύρω στο δωμάτιο, κατέληξε:
«Θα πρέπει να σας χωρίσουμε, εσείς τα περιστέρια. Θα πάρουμε τη μητέρα την επόμενη εβδομάδα. Θα ετοιμάσω ένα δωμάτιο και θα έρθουμε.»
«Και εγώ;» ψιθύρισε αμήχανα ο Κώστας. «Εμείς ποτέ δεν χωρίσαμε. Παιδιά, πώς είναι δυνατόν;»
«Αυτό ήταν παλιά, όταν είχατε δύναμη για το σπίτι και μπορούσατε να φροντίζετε τον εαυτό σας, αλλά τώρα είναι αλλιώς. Ας σας πάρει ο γιος σας κι εσάς. Μαζί δεν πρόκειται να σας πάρει κανείς.»
Ο Γιάννης με τη γυναίκα του έφυγαν για το σπίτι τους. Ο Κώστας και η Ελπίδα αναστέναξαν με πίκρα και σκέφτονταν τι να κάνουν. Καθένας από τους δύο, καθώς έπεφτε για ύπνο, ευχόταν να μην ξυπνήσει για να μην δει αυτή την κατάσταση.
Τα επόμενα Σαββατοκύριακα ήρθαν και οι δύο γιοι. Άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματα. Ο Κώστας καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της Ελπίδας. Την κοίταζε και θυμόταν τα χρόνια της νιότης τους. Έκλαιγε… Πλησίασε την άρρωστη γυναίκα του και ψιθύρισε:
«Συγχώρεσέ με Ελπίδα που έφτασαν έτσι τα πράγματα… Κάπου κάναμε λάθος στην ανατροφή των παιδιών. Μας χωρίζουν σαν άχρηστα γατάκια. Συγχώρεσε. Σ’ αγαπώ…»
Η Ελπίδα ήθελε να αγγίξει το μάγουλο του άντρα της με το χέρι, αλλά δεν είχε πια δυνάμεις. Ο Κώστας έφυγε σκουπίζοντας τα δάκρυα με το μανίκι του. Όταν κάθισε στο αυτοκίνητο, δεν έσκουψε πια τα μάτια του.
Τότε ο γιος, η γυναίκα του και ο γείτονας άρχισαν να μαζεύουν την Ελπίδα. Την τύλιξαν σε μια κουβέρτα και την έβγαλαν από το σπίτι με τα πόδια μπροστά. Η άρρωστη γυναίκα σκέφτηκε ότι ήταν πολύ συμβολικό. Δεν αντιστάθηκε. Δεν άντεξε όταν έφυγε ο Κώστας. Και η άρρωστη γυναίκα μόνο ευχόταν να μην φτάσει το βράδυ.
Πέρασε μια εβδομάδα. Μια όμορφη φθινοπωρινή μέρα, ακριβώς τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα. Η Ελπίδα και ο Κώστας συναντήθηκαν σε έναν άλλο κόσμο.Η Ελπίδα στα τριάντα πέντε της χρόνια πίστευε πως δεν θα βίωνε ποτέ την ευτυχία μιας γυναίκας, όμως η μοίρα τακτοποίησε τα πράγματα αλλιώς. Συνδέθηκαν όταν πλησίαζαν και οι δύο τα σαράντα. Ο Κώστας ήταν χήρος εδώ και τρία χρόνια ήδη. Η Ελπίδα δεν είχε παντρευτεί ποτέ, όμως είχε γεννήσει ένα γιο. Όπως λέει ο κόσμος, τον γέννησε για τον εαυτό της. Στα νιάτα της είχε σχέση με έναν όμορφο, μαυρομάλλη νέο ονόματι Νίκο, που της υποσχέθηκε γάμο και μάγεψε τη νεαρή Ελπίδα. Εκείνη πίστεψε στις υποσχέσεις που τελικά αποδείχθηκαν ψεύτικες. Αργότερα φάνηκε ότι ο υποψήφιος γαμπρός από την πόλη ήταν ήδη παντρεμένος.
Ακόμη και η νόμιμη σύζυγος του Νίκου ήρθε στην Ελπίδα και την παρακάλεσε να μην διαλύσει την οικογένεια κάποιου άλλου. Η άπειρη νέα Ελπίδα υποχώρησε. Ωστόσο αποφάσισε να κρατήσει το παιδί.
Έτσι έγινε. Γέννησε τον Γιάννη. Ο γιος έγινε η μοναδική της παρηγοριά και χαρά. Ο Γιάννης μεγάλωσε σωστά και τα πήγαινε καλά στα μαθήματα. Μετά το λύκειο μπήκε σε οικονομικό πανεπιστήμιο. Ο Κώστας επισκεπτόταν την Ελπίδα αρκετές φορές. Πρότεινε να συγκατοικήσουν. Η γυναίκα όμως δίσταζε, παρόλο που της άρεσε ο Κώστας. Η Ελπίδα ένιωθε κάπως ντροπή τόσο για τον γιο της όσο και για την επιθυμία να γίνει επιτέλους ευτυχισμένη.
Ένα βράδυ ο Γιάννης αποφάσισε να μιλήσει με τη μητέρα του. Της είπε ότι δεν έχει αντίρρηση: «Μαμά, εγώ ούτως ή άλλως δεν θα μένω πια εδώ. Ο θείος Κώστας είναι άνθρωπος που μπορείς να στηριχτείς. Αρκεί να μην σε προσβάλει. Το σημαντικό για μένα είναι να είσαι χαρούμενη.» Ο γιος του Κώστα επίσης συμφωνούσε.
Έτσι αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Παντρεύτηκαν και οργάνωσαν ένα μικρό πάρτι. Η Ελπίδα δούλευε στη βιβλιοθήκη του χωριού ενώ ο Κώστας ήταν γεωπόνος. Τα έκαναν όλα μαζί. Φρόντιζαν το σπίτι, είχαν ζώα και καλλιεργούσαν τον κήπο τους. Αγαπιόντουσαν και σεβόντουσαν ο ένας τον άλλον, μόνο που ο Θεός δεν τους χάρισε δικά τους παιδιά.
Και οι δύο γιοι παντρεύτηκαν και απέκτησαν εγγόνια. Κάθε φορά στις γιορτές ετοίμαζαν φαγητά και δώρα για τα παιδιά και τα εγγόνια, όπως σπιτικά αυγά, γάλα, γιαούρτι, χοιρινό και κοτόπουλο. Στις γιορτές μαζεύονταν πολλοί επισκέπτες στο σπίτι τους. Τότε ο Κώστας και η Ελπίδα κάθονταν στο τραπέζι και απολάμβαναν. Χαίρονταν που είχαν ανθρώπους να γιορτάσουν μαζί.
Μόνο τα βράδια, όταν το ηλικιωμένο ζευγάρι πήγαινε να κοιμηθεί, ο καθένας σκεφτόταν κρυφά: να φύγω πρώτος από αυτόν τον κόσμο… για να μην νιώσω ποτέ μόνος.
Τα χρόνια πέρασαν. Και κάποια στιγμή η κακοτυχία πλησίασε αθόρυβα. Ένα πρωί η Ελπίδα αρρώστησε ξαφνικά ενώ άρχιζε να φτιάχνει φασολάδα στην κουζίνα. Η ηλικιωμένη γυναίκα έπεσε κάτω. Ο Κώστας, με τη βοήθεια των γειτόνων, κάλεσε ασθενοφόρο. Οι γιατροί διέγνωσαν εγκεφαλικό στην Ελπίδα. Όλες οι λειτουργίες του σώματος ήταν εντάξει, εκτός από μία. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει.
Ο Γιάννης μαζί με τη γυναίκα του ήρθαν να δουν τη μητέρα. Έδωσε ευρώ για τα φάρμακα και έφυγε.
Ο Κώστας νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και όταν η σύζυγός του πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, με τη βοήθεια του γείτονα την έφεραν στο σπίτι.
«Όλα θα πάνε καλά», παρηγορούσε τη γυναίκα του, «εσύ μόνο να ζεις. Ακόμα κι αν κάθεσαι και συζητάς μαζί μου. Μόνο να ζεις. Εγώ θα τα καταφέρω όλα. Μην με αφήσεις, περιστεράκι μου…»
Ο Κώστας φρόντιζε τη σύζυγό του πολύ καλά. Μετά από ένα μήνα εκείνη χρησιμοποιούσε καρέκλα με ρόδες. Τον βοηθούσε στην κουζίνα. Συνέχισαν να κάνουν τα πάντα μαζί. Καθάριζαν πατάτες και καρότα, ξεχώριζαν φασόλια. Έψηναν ακόμα και ψωμί. Τα βράδια συζητούσαν πώς θα συνεχίσουν. Ο χειμώνας ερχόταν και ο Κώστας δεν είχε πια τη δύναμη να κόψει ξύλα.
«Ίσως τα παιδιά να μας πάρουν μαζί τους για τον χειμώνα, και την άνοιξη με το καλοκαίρι να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας…»
Ένα Σαββατοκύριακο ήρθε ο Γιάννης με τη γυναίκα του. Η νύφη, η Ελένη, αφού κοίταξε γύρω στο δωμάτιο, κατέληξε:
«Θα πρέπει να σας χωρίσουμε, εσείς τα περιστέρια. Θα πάρουμε τη μητέρα την επόμενη εβδομάδα. Θα ετοιμάσω ένα δωμάτιο και θα έρθουμε.»
«Και εγώ;» ψιθύρισε αμήχανα ο Κώστας. «Εμείς ποτέ δεν χωρίσαμε. Παιδιά, πώς είναι δυνατόν;»
«Αυτό ήταν παλιά, όταν είχατε δύναμη για το σπίτι και μπορούσατε να φροντίζετε τον εαυτό σας, αλλά τώρα είναι αλλιώς. Ας σας πάρει ο γιος σας κι εσάς. Μαζί δεν πρόκειται να σας πάρει κανείς.»
Ο Γιάννης με τη γυναίκα του έφυγαν για το σπίτι τους. Ο Κώστας και η Ελπίδα αναστέναξαν με πίκρα και σκέφτονταν τι να κάνουν. Καθένας από τους δύο, καθώς έπεφτε για ύπνο, ευχόταν να μην ξυπνήσει για να μην δει αυτή την κατάσταση.
Τα επόμενα Σαββατοκύριακα ήρθαν και οι δύο γιοι. Άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματα. Ο Κώστας καθόταν δίπλα στο κρεβάτι της Ελπίδας. Την κοίταζε και θυμόταν τα χρόνια της νιότης τους. Έκλαιγε… Πλησίασε την άρρωστη γυναίκα του και ψιθύρισε:
«Συγχώρεσέ με Ελπίδα που έφτασαν έτσι τα πράγματα… Κάπου κάναμε λάθος στην ανατροφή των παιδιών. Μας χωρίζουν σαν άχρηστα γατάκια. Συγχώρεσε. Σ’ αγαπώ…»
Η Ελπίδα ήθελε να αγγίξει το μάγουλο του άντρα της με το χέρι, αλλά δεν είχε πια δυνάμεις. Ο Κώστας έφυγε σκουπίζοντας τα δάκρυα με το μανίκι του. Όταν κάθισε στο αυτοκίνητο, δεν έσκουψε πια τα μάτια του.
Τότε ο γιος, η γυναίκα του και ο γείτονας άρχισαν να μαζεύουν την Ελπίδα. Την τύλιξαν σε μια κουβέρτα και την έβγαλαν από το σπίτι με τα πόδια μπροστά. Η άρρωστη γυναίκα σκέφτηκε ότι ήταν πολύ συμβολικό. Δεν αντιστάθηκε. Δεν άντεξε όταν έφυγε ο Κώστας. Και η άρρωστη γυναίκα μόνο ευχόταν να μην φτάσει το βράδυ.
Πέρασε μια εβδομάδα. Μια όμορφη φθινοπωρινή μέρα, ακριβώς τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, το όνειρό τους έγινε πραγματικότητα. Η Ελπίδα και ο Κώστας συναντήθηκαν σε έναν άλλο κόσμο.





