Αυτός ο Μάρτης, φίλε μου, είναι σαν κάθε χρόνο ένα τεστ για τα νεύρα μας.
Και ειδικά όταν η αγάπη σου είναι τόσο αλλόκοτη όσο ο καιρός έξω: λες κι εναλλάσσεται κάπου μεταξύ άνοιξης, μικρής αποκάλυψης ή απλά κάποιος ξέχασε να πετάξει ένα κουβά γκρι μπογιά στην Αθήνα.
Η ιστορία της αγάπης του Ορέστη και της Ελευθερίας ξεκίνησε τον Μάρτιο και μόνο αυτό εξηγεί τα πάντα.
Όλοι οι άλλοι γνωρίζονται κάτω από ανθισμένες αμυγδαλιές, αυτοί όμως συναντήθηκαν όταν ο Ορέστης κατά λάθος πήρε την Ελευθερία με πατημένη λακκούβα, και εκείνη αντί να στεναχωρηθεί, του πέταξε ένα μισολιωμένο χιονόμπαλο στο παρμπρίζ, λες κι είχε μέσα του κομμάτι μάρμαρο από την Ακρόπολη.
Ήταν έρωτας με το πρώτο γλίστρημα.
Ο Μάρτιος στην Αθήνα είναι περίοδος που η μικρή ρομαντική βόλτα μετατρέπεται σε τσάρκα με γαλότσες.
Θες να πάμε μια βόλτα; ψιθύριζε τρυφερά ο Ορέστης στην Ελευθερία στο τηλέφωνο.
Δεν έχω βάρκα, του ξαναλέει σοβαρά η Ελευθερία.
Θα σε κουβαλήσω στους ώμους μου.
Τελικά, τα ραντεβού τους θύμιζαν εκπαιδεύσεις ειδικών δυνάμεων στα νερά της Βουλιαγμένης.
Ο Ορέστης κουβαλούσε την Ελευθερία πάνω από λίμνες από λασπονερά, ενώ εκείνη κρατούσε την ομπρέλα πάνω τους, προσπαθώντας να μην την πάρει ο άνεμος προς την Πειραιά μαζί με τις ελπίδες τους για στεγνά παπούτσια.
Ξέρεις, έλεγε ο Ορέστης, παίζοντας με το δεξί του παπούτσι που έκανε χλαπ χλαπ, αυτή είναι η ουσία της αγάπης.
Αυτή τη στιγμή είμαστε σαν δυο πάπιες στον πάρκο.
Οι πάπιες έχουν πετάξει για το Ναύπλιο ήδη από τον Οκτώβρη, Ορέστη.
Εμείς είμαστε σαν δυο άτυχους πιγκουίνους που χάσανε την πτήση τους για την Ανταρκτική.
Η ιδιαίτερη αγάπη τους φαινόταν στις μικρές στιγμές.
Βαθιά αγάπη τον Μάρτιο δεν είναι δαχτυλίδι σε ποτήρι σαμπάνιας (θα είχε μέσα παγάκι ούτως ή άλλως), αλλά η τελευταία συσκευασία Panadol μοιρασμένη στα δύο.
Να, πάρ το, λέει θριαμβευτικά ο Ορέστης, δίνοντας στην Ελευθερία τη μισή δόση.
Απ την καρδιά μου το αποσπώ.
Γιατί έχει τρίχες από τη γάτα;
Είναι καρύκευμα.
Για την ανοσία.
Η Ελευθερία τον κοίταζε, με χαζή σκουφίτσα με πομ-πομ, κόκκινη μύτη και το βλέμμα λίγο τρελό, και καταλάβαινε: αυτό είναι.
Το μυστικό του σύμπαντος που έκανε λάθος και ενώθηκε δύο ανθρώπους που μπορούν να γελάνε όταν και οι δύο έχουν πυρετό (ο οποίος για άντρες ισοδυναμεί με τελικό στάδιο!).
Η πιο ρομαντική στιγμή ήρθε στο τέλος του μήνα.
Ο ήλιος επιτέλους βγήκε και φανέρωσε όλα όσα έκρυβε τόσο σχολαστικά ο χειμώνας κάτω από το χιόνι η Αθήνα έμοιαζε με σκηνικό για ταινία εξέγερσης των συνεργείων καθαριότητας.
Στέκονταν στη γέφυρα πάνω από το Ιλισό.
Ο αέρας τράβαγε τη ζακέτα του Ορέστη με 30 μέτρα το δευτερόλεπτο.
Ελευθερία, προσπάθησε να φωνάξει πάνω στο βουητό της άνοιξης, ήθελα να σου πω Είσαι για μένα σαν το πρώτο αγριολούλουδο της εποχής!
Το ίδιο χλωμό και παλεύεις να βγεις μέσα απ τα σκουπίδια; του απαντάει, καθώς μαζεύει το κασκόλ της γύρω από το κεφάλι τρεις φορές.
Ορέστης κολλάει.
Όχι.
Το ίδιο ανθεκτική.
Μέσα σ αυτόν τον καταραμένο Μάρτιο, ακόμα είσαι εδώ.
Ακόμα κι αφού το κινητό σου έπεσε στο χιόνι που τελικά ήταν νερό.
Η Ελευθερία τον κοίταξε, φταρνίστηκε ταυτόχρονα με το διερχόμενο τραμ και έβαλε τα γέλια.
Έλα, λουλουδοήρωα, πάμε σπίτι.
Άρπαξα έναν κιλό λεμόνια και βρήκα συνταγή για ελληνικό γκλιντβάιν.
Άμα ζήσουμε ως το Κυριακή, αποδέχομαι ότι η αγάπη μας αξίζει να μπει στην UNESCO.
Περπατούσαν στον δρόμο, προσέχοντας τα παγωμένα βουνά στη μέση του πεζοδρομίου.
Η αγάπη τους είχε μεγάλο βάθος περίπου έως το γόνατο, τόση νερό είχε ο διάδρομος του κτιρίου.
Αλλά δεν τους ενδιέφερε.
Γιατί σ αυτόν τον Μάρτη τον ειδικό δεν έχει σημασία πόσο καθαρά είναι τα παπούτσια σου, αλλά ποια χέρι κρατάς όσο γλιστράς προς τον επερχόμενο Απρίλη…
Ένας χρόνος πέρασε.
Ήρθε ο καινούργιος έτσι Μάρτης.
Η Αθήνα ξανά έγινε σκηνικό στο Υδάτινος κόσμος, γυρισμένο με budget τρία ευρώ.
Ο Ορέστης και η Ελευθερία στέκονταν μπροστά στην τεράστια λακκούβα που είχε καταλάβει όλη την αυλή τους.
Γείτονες πατούσαν στα όρια του πάγου, προσπαθώντας να μη βουλιάξουν, ενώ ηλικιωμένος κοιτούσε τον ουρανό, ελπίζοντας σε ελικόπτερο ή έστω περιστέρι με κλαδί ελιάς.
Ορέστη, κοίταξε η Ελευθερία τα ολοκαίνουργια λευκά της sneakers που αγόρασε με δόση τρελής αισιοδοξίας Είμαστε μεγάλοι άνθρωποι, έχουμε στεγαστικό, δουλειά, ετήσια έκθεση.
Δεν μπορούμε απλά να…
Μπορούμε, τη διέκοψε ο Ορέστης.
Από πίσω του έβγαλε δυο ζευγάρια κατακίτρινα γαλότσες με καλοδιάθετα παπάκια.
Τις πήρα χθες.
Το νούμερό σου.
Η Ελευθερία αναστέναξε.
Αυτή ήταν η αγάπη με βάθος, όταν ο σύντροφος ξέρει όχι μόνο το μέγεθος του ποδιού σου, αλλά και τη διάθεση σου να τα παρατάς όλα.
Πέντε λεπτά μετά, στεκόντουσαν στο κέντρο της λίμνης.
Το νερό κυλούσε γύρω τους, ο ήλιος έλαμπε πάνω στα βρόμικα κομμάτια πάγου, και οι περαστικοί τους κοιτούσαν σαν να είχαν ξεφύγει από κάποιο πολύ καλό, αλλά πολύ κλειστό ίδρυμα.
Ξέρεις, πετάχτηκε η Ελευθερία, αφήνοντας πίδακα νερού να πέσει πάνω στον γείτονα μ ένα μαύρο καπέλο.
Είναι ό,τι καλύτερο για έναρξη άνοιξης.
Είναι Κωδικός Παπάκι, απάντησε σοβαρά ο Ορέστης.
Το σύμπαν προσπάθησε να μας πνίξει στη μιζέρια, αλλά εμείς έχουμε αδιάβροχες φτέρνες.
Στέκονταν μέσα στο χάος της άνοιξης αστείοι, βρεγμένοι, αλλά τέλεια συντονισμένοι.
Αυτή ήταν μια παράξενη αγάπη, αντιληπτή μόνο σ όσους βρίσκουν το βυθό εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο λάσπη.
Ο Ορέστης την αγκάλιασε κι εκεί ηλιαχτίδα χτύπησε τόσο δυνατά που τα μπουφάν τους άρχισαν να βγάζουν αχνό.
Καίγόμαστε, παρατήρησε η Ελευθερία.
Όχι, χαμογέλασε ο Ορέστης.
Απλά επιτέλους ζεστάθηκαμε όσο πρέπει.
Σ αυτόν τον Μάρτη κατάλαβαν το πιο σημαντικό: αν η ζωή σου γεμίζει τις γειτονιές με λασπονερά πάρε τις πιο φωτεινές γαλότσες και μάθε να χορεύεις μέσα τους!
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




