Όταν ο Χρήστος πήγε φαντάρος, η Ειρήνη του υποσχέθηκε πως θα τον περιμένει πιστά. Και κράτησε το λόγο της του έγραφε γράμματα γεμάτα πάθος και τρυφερή αγάπη, ζωγράφιζε πάνω τους λουλούδια, καρδούλες κι έβαζε πάντα στο τέλος το αποτύπωμα των χειλιών της δίπλα στη λέξη φιλί. Πραγματικά τον λάτρευε με όλη της την καρδιά όπως μόνο μια γυναίκα στην Ελλάδα μπορεί να αγαπάει αληθινά έναν άντρα. Κι όταν εκείνος έλειπε, τα λεπτά τής φαίνονταν αιώνες.
Γι αυτό η Ειρήνη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που της έκανε ο Χρήστος.
Η καρδιά της φώναζε πως κάτι άλλο παίζει, πως δεν γινόταν να την ξεχάσει έτσι ξαφνικά. Κι όταν σταμάτησε να της απαντάει στα γράμματα, και μετά της έγραψε δυο κουβέντες ότι «καλύτερα να τον ξεχάσει», αναγκάστηκε να δεχτεί την πικρή πραγματικότητα.
Η Ειρήνη παντρεύτηκε τον πρώτο που βρέθηκε μπροστά της. Εννοείται χωρίς αγάπη. Έκλεισε για πάντα την πληγωμένη της καρδιά, μπας και την ξαναπατήσει. Αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να αγαπήσει κανέναν άλλον τόσο όσο τον Χρήστο.
Ήταν στην κουζίνα ένα μεσημέρι, με τη ρόμπα και τις παντόφλες της, όταν χτύπησε το κουδούνι. Πήγε να ανοίξει μπροστά της στεκόταν ο Χρήστος, πια ώριμος, με τη στολή του αξιωματικού.
Δεν πίστευα ότι όντως παντρεύτηκες, γι αυτό είπα να το σιγουρέψω με τα μάτια μου. Αλλά το βλέπω στα μάτια του φαινόταν τέτοιος πόνος, που νόμιζες θα βάλει τα κλάματα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν απαντούσες στα γράμματά μου
Γύρισε να φύγει, μα η Ειρήνη τον κράτησε.
Πώς μπορείς να το λες αυτό; Εσύ δεν έγραψες να σε ξεχάσω; ακόμα δεν καταλάβαινε αν την δικαιολογεί ή τη μαλώνει.
Ε; ρώτησε ο Χρήστος μετά από μια μεγάλη παύση. Ναι, την περασμένη βδομάδα σου έστειλα το τελευταίο γράμμα από το στρατό, ελπίζοντας ότι ακόμα με περιμένεις
Η Ειρήνη ένιωσε το λαιμό της να κλείνει. Δεν την άφησε να πει τίποτα. Τα μάτια της μούσκευαν και το μυαλό της έψαχνε απαντήσεις: Πώς, γιατί;
Εκείνη τη μέρα, η Ειρήνη πήγε στους γονείς της. Κάτι θα ήξεραν παραπάνω. Ποτέ δεν συμπάθησαν τον Χρήστο, γιατί δεν είχε ευρώ στην τσέπη του.
Συγχώρεσέ μας, παιδί μου. Θέλαμε να χεις καλύτερη τύχη. Ξέρουμε τι θα πει να μετράς τα ευρώ για να πάρεις στα παιδιά σου σοκολάτα. Το ζήσαμε και θέλαμε να μη ζήσεις τα ίδια είπε η μητέρα της, συγκινημένη.
Αλλά εσείς, παρ όλη τη φτώχεια, αγαπηθήκατε και παντρευτήκατε. Γιατί θέλατε να καταστρέψετε τη δικιά μου ευτυχία; Πώς το αντέξατε; τους μάλωσε η Ειρήνη.
Η μητέρα της έβγαλε από το συρτάρι ένα μάτσο γράμματα.
Η Ειρήνη πήγε στο άλλο δωμάτιο κι άρχισε να διαβάζει. Δεν έκλαιγε, σπάραζε αναφιλητά ολόκληρα. Στο τελευταίο γράμμα που της έγραψε ο Χρήστος, είχε ένα αποξηραμένο αγριολούλουδο, κι από δίπλα έγραφε: Το έψαχνα πολύ, αλλά τελικά το βρήκα για σένα.
Το ίδιο βράδυ, τα είπε έξω από τα δόντια στον άντρα της, που εκτός από τη δουλειά, τα λεφτά και τις παρέες του και ίσως και άλλες γυναίκες, όπως της ψιθύριζαν οι καλοθελητές γείτονες δεν έβλεπε τίποτα γύρω του. Χώρισαν ήρεμα και ήσυχα, χωρίς εντάσεις.
Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ειρήνη αψήφησε τον φόβο της για τα σκοτεινά σοκάκια του Πειραιά και βγήκε μόνη της βόλτα βραδιάτικα. Μονάχα που δεν φοβόταν γιατί ήξερε ότι πάει σ αυτόν που την αγάπησε αληθινά, και που ποτέ δεν έπαψε να αγαπάει.
Με τα χρόνια, όλα ξεχάστηκαν παρεξηγήσεις, πίκρες, όλα. Στο σπίτι της Ειρήνης και του Χρήστου, μεγάλωναν δυο ξανθά αγοράκια. Οι παππούδες χαίρονται που έχουν εγγόνια και όλοι ξέρουν: η μεγαλύτερη περιουσία στη ζωή είναι να υπάρχει αληθινή αγάπη στο σπίτιΤις Κυριακές, μαζεύονταν στην αυλή με φίλους, γέλια, τραγούδια και μυρωδιές από ψητό. Κάθε φορά που η Ειρήνη άκουγε τα παιδιά τους να κυνηγιούνται κάτω από τις βουκαμβίλιες, χαμογελούσε σιωπηλά και κράταγε το χέρι του Χρήστου δυνατά, σαν υπόσχεση πως δε θα αφήσει ποτέ ξανά κανέναν να τους χωρίσει.
Όταν, πια, τα μαλλιά τους άργησαν στα λευκά, τα γράμματα φυλάγονταν σε ένα κουτί ξεφτισμένο από τη χρήση, μα γεμάτο αρώματα μνήμης, κάτω από το κρεβάτι. Ήταν πάντα εκεί, για να τους θυμίζουν πόσο ακριβό είναι το να μην προδώσεις την καρδιά σου για καμιά βολική ασφάλεια.
Κι αν καμιά φορά τους έβλεπε κανείς να κάθονται σιωπηλοί αντικριστά το απόγευμα, να κοιτούν τα παιδιά που μεγάλωσαν, να ακούν πάλι τον αχό της θάλασσας και το τραγούδι των ξένων καραβιών, θα καταλάβαινε: αυτή ήταν η δικιά τους νίκη απέναντι στον φόβο και στις σκιές του κόσμου. Αυτό ήταν το πραγματικό, το ακατάλυτο, το γενναίο τους θαύμα.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




