Η ζωή είναι σαν μπουμέρανγκ. Ό,τι δίνουμε στον κόσμο, μας επιστρέφει, συχνά όταν το περιμένουμε λιγότερο. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία που θα σας αγγίξει βαθιά: μια ιστορία για προδοσία, θυσία και το ψυχρό χέρι της μοίρας.
**Σκηνή 1: Καμμένος δρόμος και ραγισμένη καρδιά**
Όλα ξεκίνησαν στην άκρη ενός παλιού επαρχιακού δρόμου έξω από τη Λαμία. Μια νεαρή γυναίκα, με το βλέμμα της παγωμένο, παρέδωσε μια παλιά βαλίτσα στον ηλικιωμένο πατέρα της. Δίπλα της, ένα αγόρι έξι ετών, ο Νικόλας, έκλαιγε σιωπηλά χωρίς να τολμά να την κοιτάξει στα μάτια.
**«Δεν μπορώ να κυνηγήσω το όνειρό μου μ ένα βαρίδι στα πόδια. Από σήμερα, είναι δικό σου παιδί, μπαμπά»**, του πέταξε ψυχρά.
Έφυγε χωρίς ν αλλάξει βήμα, χωρίς να κοιτάξει πίσω της, ενώ το κλάμα του παιδιού αντηχούσε στα αυτιά της. Ο παππούς, ο κύριος Μανώλης, αγκάλιασε πιο σφιχτά τον εγγονό του.
**Σκηνή 2: Το τελευταίο πιάτο τραχανά**
Τα χρόνια πέρασαν με πίκρα και δυσκολίες. Σε μια μικρή καλύβα, κρύα βράδια και μόνιμη στενοχώρια. Στο τραπέζι, ένα μόνο πιάτο μεσοστραγγισμένο τραχανά. Ο παππούς το έσπρωξε προς τον μικρό.
**«Παππού, εσύ δεν θα φας;»**, ψιθύρισε ο Νικόλας.
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε αχνά, αν και το στομάχι του διαμαρτυρόταν:
**«Έφαγα ενώ μαγείρευα. Εσύ φάε, αγόρι μου, να βρεις τη δύναμη να αλλάξεις τον κόσμο»**.
Εκείνη τη νύχτα, ο παππούς κοιμήθηκε νηστικός αλλά ελπίζοντας.
**Σκηνή 3: Το χρέος της αγάπης**
Είκοσι πέντε χρόνια κύλησαν. Σε ένα υπερπολυτελές διαμέρισμα, με θέα σε όλη την Αθήνα, ο Νικόλας -πια ένας πετυχημένος άνδρας με ακριβό κοστούμι- φρόντιζε με στοργή τον παππού του, τώρα πια σε αμαξίδιο. Με φροντίδα του ξύριζε το πρόσωπο, το χέρι του σταθερό.
**«Μου τα έδωσες όλα όταν δεν είχες τίποτα. Τώρα είναι η σειρά μου»**, του είπε τρυφερά ο Νικόλας. Σ αυτή τη χειρονομία υπήρχε αγάπη αληθινή.
**Σκηνή 4: Το φάντασμα του χθες**
Η γαλήνη διακόπηκε από το θυροτηλέφωνο. Η φωνή του φύλακα ακούστηκε κοφτερή:
**«Κύριε, μία κυρία στη πύλη λέει πως είναι η μητέρα σας. Είναι απένταρη, δεν έχει κάπου να πάει»**.
Ο Νικόλας πάγωσε. Η λεπίδα του σταμάτησε πάνω στο δέρμα του παππού. Ο κύριος Μανώλης τον κοίταξε με μάτια γεμάτα λύπη. Η σιωπή σκέπασε το δωμάτιο σαν βαρύ πέπλο. Η οργή του Νικόλα φάνηκε στα μάτια του.
**ΤΕΛΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ**
Ο Νικόλας ακούμπησε αργά το ξυραφάκι και πήγε στο θυροτηλέφωνο. Η φωνή του ήτανε σταθερή σαν μάρμαρο.
**«Πείτε της…»** σταμάτησε για μια στιγμή, κοιτώντας την κάμερα σα να τη διαπερνούσε. **«Πείτε σε αυτή τη γυναίκα ότι το βαρίδι της στάθηκε πολύ βαρύ για να το ξαναβάλει στη ζωή μου. Δεν έχω μητέρα. Έχω μόνο τον παππού μου. Δώστε της εκατό ευρώ για το ΚΤΕΛ, να πάει πίσω στον ξερό χωματόδρομο που μ άφησε. Ας ψάξει εκεί τα όνειρά της»**.
Πάτησε το κουμπί κι έκλεισε τη γραμμή. Η ζωή δεν ξεχνά τα χρέη που αφήνουμε πίσω μας· το κάρμα είναι ο αντίλαλος των πράξεών μας.
Και εσύ; Θα άφηνες ανοιχτή την πόρτα μετά από τόσα χρόνια ή θα γυρνούσες σελίδα για πάντα; Σκέψου καλά η ζωή πάντα επιστρέφει ό,τι της δίνεις.





