Είμαι 26 χρονών και η γυναίκα μου λέει ότι έχω ένα πρόβλημα που δεν θέλω να παραδεχτώ.
Μου το θυμίζει κάθε φορά που παραιτούμαι ή όταν με απολύουν από τη δουλειά.
Λέει πως δεν είναι λογικό το μεγαλύτερο διάστημα που έχω κρατήσει μια δουλειά να είναι έξι μήνες και έχει δίκιο.
Κάποιες φορές αντέχω έναν μήνα, άλλες δεκαπέντε μέρες, μερικές φορές ούτε καν φτάνω το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου.
Έχω δουλέψει παντού από συντήρηση, καθαριότητα, σκούπισμα δρόμων, πλύσιμο μπάνιων, κουβάλημα εμπορευμάτων στις αποθήκες.
Πάντα ξεκινάω με ενθουσιασμό, αλλά μετά από λίγες μέρες νιώθω να βαραίνω τόσο το σώμα, όσο και το μυαλό μου.
Δεν είναι μόνο η κούραση.
Είναι και η ντροπή.
Τελείωσα μόλις τη Β΄ Λυκείου.
Ποτέ δεν επέστρεψα στα θρανία.
Όταν πιάνω τέτοια δουλειά και μου δίνουν γιλέκο, σκούπα ή κουβά, νιώθω ότι δεν ανήκω εκεί.
Κοιτάζω τους συναδέλφους μου ήσυχοι, συμφιλιωμένοι με τη δουλειά, χωρίς παράπονα κι εγώ θυμώνω μέσα μου, λέγοντας πως αυτό δεν μπορεί να είναι η ζωή μου.
Αρχίζω να αργώ, να κάνω λιγότερα, να ψάχνω δικαιολογίες για να λείψω.
Μέχρι μια μέρα να με φωνάξουν στο γραφείο και να μου πουν να μην ξαναέρθω.
Η γυναίκα μου δεν το καταλαβαίνει.
Δουλεύει σε μαγαζί τέσσερα χρόνια.
Βγάζει λίγα, αλλά έχει σταθερότητα.
Ξέρει πόσα θα πάρει κάθε μήνα.
Όταν γυρίζω σπίτι πάλι άνεργος, με κοιτάζει με θυμό και κούραση.
Μου λέει, «Δεν είναι η δουλειά το πρόβλημα, εσύ είσαι.
Δεν αντέχεις τίποτα.» Της απαντώ ότι αυτές οι δουλειές δεν είναι για μένα, ότι είμαι φτιαγμένος για κάτι άλλο, ότι δεν γεννήθηκα να καθαρίζω μπάνια όλη μου τη ζωή.
Εκείνη θυμώνει περισσότερο.
Μου λέει να τελειώσω το σχολείο, να σπουδάσω κάτι, να πάρω ειδικότητα.
Ότι κανείς δεν θα με προσλάβει για «άλλες δουλειές» χωρίς ούτε ένα απολυτήριο.
Της λέω ότι θα το κάνω, μα οι μήνες περνούν και δεν γράφομαι.
Πάντα κάτι βρίσκω δεν έχω χρήματα, δεν έχω χρόνο, θα το κάνω αργότερα.
Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι να γυρίσω στα θρανία ως ενήλικος, να κάθομαι δίπλα σε νεότερους και να νιώθω πίσω.
Στο σπίτι πλέον αυτό έχει γίνει συνήθεια.
Τσακωνόμαστε για τα ίδια.
Εκείνη λέει πως ζω στα όνειρα, πως μιλάω όμορφα αλλά δεν κάνω πράξεις.
Της λέω πως έχει συμβιβαστεί, πως έχει μάθει να επιβιώνει και όχι να ζει.
Μερικές φορές φωνάζουμε ο ένας στον άλλον.
Άλλες δεν μιλάμε μέρες ολόκληρες.
Βγαίνω ξανά να ψάξω δουλειά, με το βιογραφικό μου διπλωμένο στην τσέπη, και γυρίζω απογοητευμένος όταν μου λένε «θα σας καλέσουμε».
Το χειρότερο είναι ότι πράγματι ονειρεύομαι.
Θέλω να έχω δική μου επιχείρηση, να μη στηρίζομαι σε κανέναν, να μην ντρέπομαι για τη στολή μου.
Ονειρεύομαι να ξυπνάω νωρίς για κάτι δικό μου, όχι για να ακούω διαταγές.
Όμως τα όνειρα δεν πληρώνουν το νοίκι και το φαγητό και εκείνη μου το υπενθυμίζει κάθε μέρα.
Άρα, έχω πραγματικά ένα πρόβλημα που δεν παραδέχομαι ή απλώς έχω το δικαίωμα να ονειρεύομαι κάτι μεγαλύτερο;
Η ζωή στην Αθήνα δεν είναι εύκολη όλα είναι ακριβά, κάθε ευρώ μετράει.
Μπορεί τα όνειρα να σου δείχνουν τον δρόμο, αλλά η πραγματικότητα απαιτεί πράξεις.
Και κάθε φορά που φτάνω στο σημείο της αμφιβολίας, σκέφτομαι πως ίσως η πραγματική δύναμη είναι να βρεις τον τρόπο να παίρνεις τις ευκαιρίες και να μετατρέπεις τα όνειρα σε έργα, όσο δύσκολο κι αν είναι.
Στο τέλος της μέρας, η αλλαγή ξεκινά όταν αποφασίσεις να κάνεις το πρώτο βήμα.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




