Δόξα σοι ο Θεός! Τα κατάφερα να σε δω, η γιαγιά μου ανέπνεε βαριά, μα το πρόσωπό της έλαμπε από αληθινή ευτυχία. Με χάιδεψε τρυφερά με τα ξηρά της χέρια το πρόσωπο και ύστερα τα άφησε να πέσουν κουρασμένα πάνω στο πάπλωμα.
Γιαγιά, προσπάθησε να ξεκουραστείς λίγο, της ζήτησα. Αύριο έχουμε ολόκληρη τη μέρα μπροστά μας, θα τα πούμε με την ησυχία μας.
Όχι, Αντρέα μου, μου χαμογέλασε θλιμμένα η γιαγιά. Ένα μόνο ζήτησα από τον Θεό να σε προλάβω. Δεν θέλω τίποτε άλλο σε είδα, σε αγκάλιασα. Θα ξεκουραστώ λίγο τώρα κι ύστερα θα μιλήσουμε. Έκλεισε κουρασμένα τα μάτια της. Αγγελική, τάισε το παιδί ήρθε κουρασμένος.
Η γιαγιά ήταν πολύ άρρωστη. Ήξερε πως ο χρόνος της ήταν περιορισμένος. Ο Ανδρέας ήμουν το μοναδικό της στήριγμα, όπως κι εκείνη το δικό μου. Οι δικοί μου χάθηκαν μέσα στη δυστυχία που έφερε το ποτό πρώτα πουλήθηκαν τα μικροπράγματα, μετά τα έπιπλα, στο τέλος το σπίτι. Ύστερα, παρέδωσαν κι αυτοί τον εαυτό τους. Η γιαγιά πρόλαβε να με τραβήξει από αυτό το βάλτο, με βοήθησε να τελειώσω το σχολείο, με έπεισε να πάρω δίπλωμα οδήγησης και με χαιρέτησε όταν έφυγα για τη θητεία. Και σήμερα με υποδέχθηκε. Όχι όπως ονειρευόταν άλλα επιλογή δεν υπήρχε.
Ενώ η Αγγελική παλιά φίλη και γειτόνισσα της γιαγιάς με φίλευε στην κουζίνα, εκείνη, με τα μάτια κλειστά, έψαχνε λόγια που ήθελε να φτάσουν στη λογική και την καρδιά μου. Η μνήμη της είχε αρχίσει να θολώνει. Χάιδευε τη γάτα της, τη μικρή Γκρίζα, που τις τελευταίες μέρες ήταν αχώριστη σύντροφός της, νιώθοντας πως το τέλος πλησιάζει. Τελικά, φώναξε:
Αντρέα, έλα κοντά μου. Κι όταν πλησίασα και κάθισα δίπλα της, μίλησε χαμηλόφωνα: Ήθελα, παιδί μου, να κρατήσω στα χέρια μου τα δικά σου παιδάκια, αλλά μάλλον δεν θα τα καταφέρω. Μόνος σου μένεις. Δεν είναι εύκολο. Όταν βρεις καλή κοπέλα μην την αφήσεις, για μια ζωή να διαλέξεις, γιατί η ζωή ποτέ δεν ήταν εύκολη και δε θα γίνει ποτέ. Να αποφεύγεις την αμέλεια και τη μέθη το κρασί να το φοβάσαι περισσότερο απ όλα! Ένας να πέσει στην παγίδα του, όλοι οι γύρω του δυστυχισμένοι θα γίνουν. Δρόμοι πολλοί στη ζωή σου, Αντρέα, διάλεξε τον σωστό. Η γιαγιά έμεινε σιωπηλή, ίσως σκεφτόταν τους γονείς μου, ίσως απλώς μάζευε δυνάμεις. Συνέχισε όμως: Το σπίτι το έκανα σε σένα. Θα χεις που να φέρεις τη γυναίκα σου. Για τα έξοδα της κηδείας, όλα είναι έτοιμα η Αγγελική θα σου δείξει. Ό,τι απέμεινε, το μετέφερα στην κάρτα σου, για αρχή θα σου φτάσουν. Τη μικρή Γκρίζα τη δική μου πρόσεξέ τη, μην την αφήσεις μόνη έξυπνη και γεμάτη ψυχή είναι· το ξέρεις, άλλωστε εσύ τη βρήκες μικρό γατάκι και την έφερες σπίτι Λοιπόν, αυτά ήταν όλα. Πήγαινε, ξεκουράσου, κι εγώ θα ξαποστάσω λίγο πολύ κούραση.
Το πρωί η γιαγιά μου δεν ξύπνησε
Ξεκίνησα να δουλεύω σε συνεργείο εγκατάστασης οπτικών ινών, με σύσταση από φίλους. Είμαστε έξι άτομα στο συνεργείο, βάζαμε τα καλώδια, συνδέαμε νέους πελάτες. Κουραστική δουλειά, μα με καλό μισθό και το να νιώθεις ότι προσφέρεις κάτι χρήσιμο μέτραγε πολύ.
Σπίτι με περίμενε η Γκρίζα, η γκρι μικρή γάτα που είχα βρει στον δρόμο πριν οχτώ χρόνια. Μετά τον χαμό της γιαγιάς, βυθίστηκε στη μελαγχολία, σχεδόν δεν άγγιζε το φαγητό της. Καθόταν όλη μέρα στην παλιά, αγαπημένη πολυθρόνα της γιαγιάς και κοίταζε το άνοιγμα της πόρτας, σαν να περίμενε να μπει η κυρά της αλλά η γιαγιά δεν εμφανιζόταν ποτέ.
Προσπαθούσα να την κάνω να συνέλθει, της μιλούσα με τις ώρες, την καθόμουν στην αγκαλιά μου, της έλεγα πώς πέρασα τη μέρα, τις έφερνα τα καλύτερα φαγητά. Μόλις μετά από έναν μήνα πήρε λίγο τα πάνω της.
Εκείνη τη μέρα, πήρα τον πρώτο μου μισθό. Οι φίλοι, αμετακίνητοι στο έθιμο, αξίωσαν να «κεράσω» αλλιώς ντροπή και προσβολή. Τους κάλεσα σε ένα καφέ, φάγαμε καλά, γελάσαμε. Γύρισα σπίτι κάπως αργά, και λίγο «ανάλαφρος». Στην πόρτα με περίμενε η Γκρίζα. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια της μεγάλα, καταπράσινα, σχεδόν ανθρώπινα στο βλέμμα. Τα απέφευγα, αλλά εκείνη επίμονα τα έψαχνε. Μόλις κατάλαβε την κατάστασή μου, νιαούρισε λυπημένα και κρύφτηκε κάτω από τον καναπέ.
Μικρή μου δικαιολογούμουν Δεν μπορούσα να αρνηθώ στους φίλους. Αυτοί με βοήθησαν με τη δουλειά, και είναι φίλοι μου. Για κάποιο λόγο, ένιωθα ότι απολογούμαι όχι σε μια γάτα, αλλά στη γιαγιά μου.
Την επόμενη μέρα, με περίμενε πάλι στην πόρτα. Βλέποντάς με καλά, τρίφτηκε μες στη χαρά στα πόδια μου, τύλιξε την ουρά της και γουργούρισε δυνατά. Έφαγε με όρεξη, με ακολούθησε από δωμάτιο σε δωμάτιο και το βράδυ ήρθε και κουλουριάστηκε ακουμπιστά στον ώμο μου να κοιμηθεί.
Όλα τα καταλαβαίνεις, της ψιθύρισα, χαϊδεύοντάς την. Μην ανησυχείς, εγώ μεγάλωσα, ξέρω τι κάνω. Οι μεγάλοι ξεφεύγουν μόνο αν μπλεχτούν με το κρασί. Κι εγώ αυτό το φοβάμαι είναι θέμα «κληρονομικότητας», καταλαβαίνεις Μάλλον πρέπει να αλλάξω δουλειά εδώ το ποτό είναι στον ημερήσιο πρόγραμμα, πάντα κάποια αιτία βρίσκεται, για κουβέντα, για ξεκούραση, για γιορτή, μέχρι και την Παρασκευή τη γιορτάζουν. Όλο και πιο στραβά με κοιτούν όταν αρνούμαι. Πρέπει να ψάξω αλλού, αλλά τι δουλειά; Από παιδί ήθελα να γίνω οδηγός φορτηγού στην Εθνική, αλλά τα διπλώματά μου δεν φτάνουν, και δεν σου εμπιστεύονται τόσο εύκολα ένα τέτοιο όχημα.
Μια Παρασκευή, ήμουν πάλι με τους συναδέλφους στο καφέ. Οι άλλοι διασκέδαζαν δυνατά, εγώ ήπια μόνο νερό, μα τα μάτια μου έψαχναν κάτι άλλο.
Η σερβιτόρα ήταν ένα νέο, όμορφο κορίτσι. Οι «μάγκες» την πείραζαν ασταμάτητα, ο επικεφαλής την άρπαξε από το χέρι και προσπάθησε να την τραβήξει δίπλα του. Το κορίτσι τρομαγμένο προσπαθούσε να φύγει, αλλά μάταια. Ο τύπος, μεθυσμένος πια, δεν συγκρατούσε τη δύναμή του.
Άστη ήσυχη, σηκώθηκα αποφασιστικά. Έπεσε σιωπή για κάποιον να υψώσει φωνή στον επικεφαλής ήταν πράξη αδιανόητη! Εκείνος παραξενεύτηκε, χαλάρωσε τη λαβή, το κορίτσι ξέφυγε, έκανε δυο βήματα πίσω αλλά έμεινε να κοιτάζει εμένα με ανησυχία.
Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος τεράστιος, με άσπρη ποδιά και μπράτσα γεμάτα τατουάζ εμφανίστηκε και η παρέα αποχώρησε νευρικά, ρίχνοντάς μου αχώνευτες ματιές.
Μην βιάζεσαι, παιδί, με κράτησε ο κύριος. Άσ τους να ξεσκάσουν έξω, μπορεί να συνέλθουν. Με κοίταξε με καλοσύνη. Τι ανακατεύεσαι μαζί τους εσύ; Δεν πίνεις, το βλέπω, τι τους θέλεις;
Δουλεύουμε μαζί, είπα. Μαζί ξεκουραζόμαστε.
Άσ τα αυτά, είπε ο κύριος και συστήθηκε: Μιχάλης. Γιόκα μου, ο δικός σου δρόμος είναι αλλού, μαζί τους θα χαλάσεις. Ιουλία, κόρη μου, φτιάξε μας δυο τσάγια να χαλαρώσουμε. Μόνο η Ιουλία έχει αυτή τη μαεστρία.
Κόρη; την κοίταξα ξαφνιασμένος.
Ναι. Με βοηθάει μετά το πανεπιστήμιο είπε γελώντας ο κ. Μιχάλης. Καθίσαμε μαζί, πίναμε μοσχοβολιστό τσάι σε πορσελάνινο τσαγερό. Λοιπόν, παιδί μου, πρέπει να κοιτάξεις να φύγεις απ αυτή τη δουλειά δεν θα γλιτώσεις, θα σε φάνε χειρότερα, μπορεί να σε μπλέξουν μ όλα αυτά. Έχεις δίπλωμα;
Έχω και για αυτοκίνητο και για φορτηγάκι. Ένα χρόνο ήμουν οδηγός στη θητεία. Ονειρεύομαι να γίνω επαγγελματίας με μεγάλο όχημα, αλλά ποιος θα με εμπιστευτεί;
Κατευθείαν, δύσκολα. γέλασε ο Μιχάλης. Αλλά μπορώ να βοηθήσω έχω καλούς φίλους, σοβαρούς οδηγούς. Ως τότε, έλα σε μένα, να οδηγείς το VAN στα δρομολόγια, θα βοηθήσεις, θα μάθεις, θα βρεις τον βηματισμό σου. Μετά θα κάνεις δίπλωμα για μεγάλο όχημα.
Σύμφωνοι! Χαμογέλασα. Μου άρεσε ο Μιχάλης, τεράστιος, ήρεμος, γεμάτος καλοσύνη και πατέρας της Ιουλίας, κι αυτό μόνο σεβασμό εμπνέει. Καθώς πρόσεξε πως καρφωμένα κοιτούσα την Ιουλία, της είπε:
Τελείωνε, Ιουλία. Ευχαριστώ που βοήθησες, πήγαινε σπίτι ο Ανδρέας θα σε συνοδεύσει. Χαρίκαμε τόσο πολύ, που τα μάγουλά μας έκαιγαν από ευτυχία.
***
Πέντε χρόνια αργότερα, οδηγούσα νταλίκα στον χειμωνιάτικο δρόμο.
Είχα ακόμα καμιά τριανταριά χιλιόμετρα για την Αθήνα, όπου με περίμεναν η γυναίκα μου Ιουλία, η κόρη μας Μαριάννα και η αγαπημένη μας γάτα, η γερασμένη πια Γκρίζα.
Στην άκρη του δρόμου, διέκρινα έναν άντρα με ανοιξιάτικο μπουφάν να περιμένει στο κρύο.
«Θα παγώσει», σκέφτηκα και σταμάτησα.
Μανώλη; κατάλαβα μόλις μπήκε στην καμπίνα.
Με κοίταξε μεθυσμένος:
Εσύ είσαι είπε. Ήμουν κάποτε επικεφαλής, τώρα πια ούτε ομάδα δεν υπάρχει. Οι άλλοι χαθήκαν μόνο οι μισοί απομείναμε, ένας πέθανε από το κρύο, άλλος πνίγηκε, όλοι στο μεθύσι τους. Οι υπόλοιποι! είπε και τράβηξε ένα μπουκάλι με κάτι βαρύ. Θα τα βγάλουμε πέρα!
Τον άφησα έξω, κοντά στην κεντρική πλατεία, με πίκρα ο μεθυσμένος του χιούμορ με έκανε να σκεφτώ και πάλι τη γιαγιά μου, την πρώτη εκείνη προτροπή.
Καθώς πλησίαζα σπίτι, κοίταξα τα παράθυρα. Το φως στην κουζίνα ακόμα αναμμένο η Ιουλία ξάγρυπνη, με περίμενε. Ίσως να είχε έρθει για παρέα και η Αγγελική να χαζέψει τη μικρή Μαριάννα. Μάλλον όμως, η Μαριάννα είχε κοιμηθεί πια στο δωμάτιό της, κάτω απ τη φωτογραφία της γιαγιάς της μιλά για τα νέα της, τις ανησυχίες της στο νηπιαγωγείο. Όχι πως απαντάει μα τα μάτια αυτά είναι καλοσυνάτα, καταλαβαίνουν, και το χαμόγελο πάντα ίδιο.
Και η μικρή Γκρίζα, βλέπει απ το περβάζι στο σκοτάδι μόλις με είδε, σηκώθηκε, τέντωσε την ουρίτσα και εξαφανίστηκε θα έρθει να με συναντήσει στην πόρτα.
Δεν είμαι μόνος, γιαγιά, ψιθύρισα χαμογελώντας στο φως των παραθύρων μας. Όλοι είναι σπίτι, μαζί, κι εσύ μαζί μας. Αυτή είναι η δική μου διαδρομή.




