ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΛΕΥΚΑ ΠΕΤΑΛΑ

Μου ήρθε να στείλω αυτό το μικρό μήνυμα, γιατί χτες βράδυ κοίταξα έξω το παράθυρο του μικρού δωματίου μου στην Καλλιθέα και ένιωσα σαν να έπλεχνα μια ταινία μέσα στο μυαλό μου.

Το δωμάτιο ήταν βαρετό, η ατμόσφαιρα βαριά. Πλησίαζα το παράθυρο, ο ήλιος είχε ήδη κρύβει τη ζέστη του και μια ήπια αύρα έπαιρνε το δικό της ρόλο. «Ίσως είναι μόνο εγώ που νιώθω έτσι», μου είπε η φωνή μου μέσα στο κεφάλι. Ένα κοτσύκι στο λαιμό μου έκοβε την ανάσα. Αυτό το αίσθημα δεν ήταν νέο· ήξερα τη φθορά, το κενό, τη μπερδεμένη αδιαφορία. Τα πόδια μου έτρεμονταν κάτω, το μυαλό μου έσβενε σαν φως που σβήνει ένα μόνο κλειδί.

Κάθισα στο κρεβάτι και σχεδόν αμέσως βυθίστηκα σε έναν ύπνο. Στην αρχή έπλεμον τσαχπώρια εικόνες φωνές που σκάσανε, βήματα σε σκαλοπάτια κάποιου άγνωστου, φως φαναριού μέσα σε ομίχλη. Και μετά όλα ηρέμησαν. Έγινα πουλί, με τεράστια λευκά φτερά, ελαφριά και κοφτερά σαν την πρώτη ανάσα μετά από πολύ σιωπή. Έσπρωγα πάνω από μια πόλη που έλαμπε κάτω η Αθήνα, φώτα που έλαμπαν σαν μικρά σύμπαντα.

Η πόλη ήταν άγνωστη, όμως σαν να την ήξερα απ’ παλιά. Τα ψηλά σκιές των κτιρίων έσπρωχναν προς το άστρο, σαν να ήθελαν να το αγγίξουν. Ανάμεσα στα κτίρια γέφυρες, σοκάκια, η αίσθηση της ελευθερίας που δεν μιλάς, απλώς νιώθεις. Ήταν τόσο απλό εκεί. Ξαφνικά θυμήθηκα πώς θα έπρεπε να είμαι: όχι κουρασμένη, όχι να ζητάω έγκριση, όχι στεναγμένη μέσα απλώς ζωντανή. Ελεύθερη.

Πετούσα πάνω από τη Αθήνα, γλιστρώντας ανάμεσα στα σπίτια, αγγίζοντας το κρύο αεράκι με τα φτερά μου, και νόμιζα ότι έτσι θα έμενε για πάντα. Αλλά κάτι με έσυρε κάτω, σαν μια αόρατη ανάμνηση.

«Πρέπει να ξαπλώσω», άκουσα τη φωνή μου να ψιθυρίζει από μακριά. Ο κόσμος τρέμασε, το φως διασκορπίστηκε. Και άρχισα να πέφτω απαλό σαν πούπουλο, πίσω στο ίδιο την κλειστό δωμάτιο που ξεκίνησε όλο.

Άνοιξα τα μάτια ξαφνικά, σαν να με κάλεσε κάποιος με το όνομά μου. Η ατμόσφαιρα του δωματίου ήταν πάλι βαριά, όμως πιο ψυχρή. Ένιωσα ότι κάτι μέσα μου δεν έπαιρνε ολόκληρο το παλιό, κάτι έμεινε στην πόλη με τα φώτα και τις σκιές.

Καθόμουν αργά στο κρεβάτι. Η σιωπή ήταν σχεδόν απτική σαν κίτρινο βινύλιο που κολλάει σε μια νότα. Ο κόσμος γύρω μου φαίνονταν οικείος αλλά ξένος, σαν να είχαν μετακινηθεί τα τοιχώματα όσο κοιμόμουν.

Έσχισα το στήθος μου με την παλάμη εκεί που στο όνειρο χτύπησαν τα φτερά μου. Μόνο το ύφασμα του μπλουζάκι μου άγγιξαν τα δάχτυλα. «Παράξενο σχεδόν πέταξα», σκέφτηκα. Η μνήμη του ύπνου λιώθηκε σαν υγρός χιόνι στα χέρια. Μένει μόνο η αίσθηση σαν ελαφρύ αεράκι που κινείται μέσα μου, αόρατο αλλά πραγματικό.

Τότε κατάλαβα: το όνειρο δεν ήταν για την πτήση. Δεν μιλούσε για τη πόλη που δεν μπορείς να πεις. Μιλούσε για το ότι κουράστηκα να ζω στη γη, όπου κάθε βήμα είναι βάρος. Ήθελα άλλο ουρανό. Τα φτερά δεν ήταν φαντασία, ήταν μνήμη. Παλιά, σχεδόν ξεχασμένη.

Κράτησα την ανάσα για να μη σβήσω αυτή τη νότα. Και ψιθύρισα στο σκότος:

Αν μια μέρα το λυγίσω θα επιστρέψω εκεί. Θα πετάξω αληθινά.

Και εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου απάντησε σιγανά:

Ήδη αρχίζεις.

Έμεινα καθισμένη στο παράθυρο πολύ ώρα. Τις νύχτες εκείνες άρχισαν να λυγίζουν αργά. Οι σκιές γέθηκαν λεπτότερες, ο ουρανός φώτισε πιο ανοιχτά, και μπόρεσα να νιώσω τον κόσμο να παίρνει μια βαθιά ανάσα πριν ξαναγυρίσει στην καθημερινή φασαρία.

Κάποιο πράγμα μου άλλαξε στο εσωτερικό, σιωπηρά, αθόρυβα, αλλά αμετάκλητα. Κοίταζα τον ορίζοντα εκεί που μια λωρίδα φωτός χωρίζει τον κόσμο σε πριν και μετά. Και ξαφνικά ένιωσα ότι δεν φοβούμαι πια. Καμία αδυναμία, καμία κενότητα, καμία αδιάφορη κούραση που έρχεται σαν κύμα.

Κατάλαβα ότι αυτά τα φτερά δεν ήρθαν από ένα όνειρο. Ήρθαν από εμένα.

Κλείνοντας τα μάτια, έβαλα την παλάμη στην καρδιά. Ένα ήπιο χτύπι που σήμαινε ότι μ’ έπιανε η σκέψη. Δεν ήρθε με θόρυβο, ούτε με μεγαλοπρέπεια απλώς σίγουρα.

Ψιθύρισα:

Αρκετά με τις προοπτικές των άλλων. Αρκετά η υπομονή. Αρκετά η αναμονή να μου δώσει κανείς το δικαίωμα να είμαι εγώ.

Και εκείνη τη στιγμή κάτι αληθινά άνοιξε μέσα μου. Δεν ήταν φτερά· ήταν κάτι πιο βαθύ. Η ψυχή μου, που είχε κάτσει σε σκοτεινές γωνιές, τελικά στεγνώθηκε και σήκωσε το κεφάλι της.

Άνοιξα τα μάτια. Ο ουρανός είχε παίρει ροζ χρώμα και το πρώτο φως της αυγής έπαιρνε το πρόσωπό μου. Έκανα ένα βήμα πίσω από το παράθυρο και ένιωσα το πάτωμα να τρέμει. Ή ίσως ολόκληρος ο κόσμος. Δεν mattered. Το σημαντικό ήταν ότι δεν έπεφτα πια.

Πήρα μια βαθιά ανάσα την πιο ελεύθερη αναπνοή των μηνών. Και ψέγαινα καθαρά, ήρεμα, σαν όρκος:

Θα ανέβω. Μόνη μου. Στα ύψη που μόνο τα όνειρά μου αγγίζουν.

Κανένα βαρετό δωμάτιο δεν θα γίνει ξανά η φυλακή μου. Γύρισα και το βήμα μου ήταν ελαφρύ, σχεδόν αέριο. Δεν επειδή έπρεπε να τρέξω. Αλλά επειδή το άτομο που βρήκε τα φτερά του, δεν μπορεί ποτέ πια να είναι το ίδιο.

Oceń artykuł
ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΛΕΥΚΑ ΠΕΤΑΛΑ