Δισεκατομμυριούχος γονατίζει μπροστά σε μια πλανόδια πωλήτρια φαγητού: ένα όνειρο γεμάτο μελαγχολία που θα ραγίσει κάθε καρδιά.
Μια παράξενη ημέρα ξεκίνησε σαν όλες τις άλλες, μέσα σε μια φασαριόζικη γειτονιά της Θεσσαλονίκης, με τους ήχους τ αυτοκινήτων να πλέκουν γκρίζα σύννεφα στον ουρανό και τις σκιές να χορεύουν στον πλακόστρωτο δρόμο όπως χορεύουν τα φύλλα στον άνεμο. Ξαφνικά, μια σκηνή άρχισε να ξετυλίγεται με την ονειρική λογική του ύπνου, αφήνοντας τους περαστικούς αποσβολωμένους, τα μάτια να γυαλίζουν σαν να είχαν βουτήξει στη θάλασσα. Ήταν η ιστορία της Ευθυμίας και του Αριστείδη ψυχές από δύο αντίθετους κόσμους, δεμένες για πάντα από μια παλιά πληγή.
Η Ευθυμία στεκόταν σε μια στενή δρομάκι, πίσω απ’ το λιτό καροτσάκι της, όπου ο αχνός από τις σπιτικές πίτες ανέβαινε στ ατσαλάκωτα πεζοδρόμια. Τα χέρια της έτρεμαν, σαν να θυμόντουσαν όλα τα άγγιγμα των περασμένων χρόνων. Τρεις άντρες, αστραφτεροί μέσα στα κοστούμια τους και με πρόσωπα σοβαρά σαν αρχαία γλυπτά, πλησίαζαν με όνειρο-βεβαιότητα. Μπροστά τους, ο Αριστείδης δισεκατομμυριούχος της Αθήνας, γνωστός για τη σκληράδα και το παγωμένο βλέμμα του μέσα στις αγορές.
«Σας παρακαλώ Δεν έχω βλάψει κανέναν. Πληρώνω τους φόρους μου Προσπαθώ μονάχα να ζήσω…», μουρμούρισε φοβισμένα η Ευθυμία, κρατώντας το παλιό, ξεθωριασμένο ποδιά της σφιχτά στο στήθος.
Ο Αριστείδης δεν απάντησε. Πλησίασε, πήρε μια ζεστή τυρόπιτα στα χέρια τα δάχτυλά του άγγιξαν τη θλίψη και το παρελθόν και δοκίμασε μια μπουκιά. Πάγωσε. Το βλέμμα του βάρυνε, καρφώθηκε πάνω της, ψάχνοντας κάτι πέρα από το παρόν. Η Ευθυμία, σίγουρη πως αυτοί οι άνθρωποι είχαν έρθει να γκρεμίσουν το μικρό καρότσι της για να χτίσουν πολυκατοικίες, άρχισε να δακρύζει.
«Σας ικετεύω Είναι ό,τι έχω», ψιθύριζε ανάμεσα σε αναφιλητά, το πρόσωπό της κρυμμένο πίσω από κουρασμένες παλάμες.
Σ εκείνο το ανερμάτιστο δευτερόλεπτο, η βοηθός του Αριστείδη τού έδωσε ένα κινητό τηλέφωνο. Στην οθόνη μια παλιά, ξεθωριασμένη φωτογραφία, σαρκοφάγος μιας άλλης εποχής που επεξεργάστηκε προσεκτικά. Ο Αριστείδης κοίταξε το στιγμιότυπο ύστερα τη γυναίκα μπροστά του. Τα μάτια του άνοιξαν σαν να ξύπνησε μέσα στο όνειρο του άλλος άνθρωπος. Σα να συνέκρινε δύο πρόσωπα μια κοπέλα της μνήμης και τη γυναίκα με τα χρόνια.
Ξαφνικά, είδε αυτό που πάντα διέφευγε της προσοχής του: στο τρεμάμενο δάχτυλο της Ευθυμίας έλαμπε ένα ασημένιο δαχτυλίδι με παράξενο, χειροποίητο σχέδιο μια ανεμώνη σκαλισμένη στο μέταλλο. Ο Αριστείδης βρήκε τον εαυτό του να σταματάει κάθε σκέψη. Ήξερε.
Χωρίς να μετρήσει το κουστούμι του ή τις λάσπες του πεζοδρομίου, άφησε το χαρτοφύλακα να πέσει και γονάτισε μπροστά στη γριά γυναίκα. Παίρνοντας το σκληρό της χέρι μέσα στα δικά του, είπε σχεδόν άηχα:
«Γιαγιά Ευθυμία; Εσύ είσαι;»
Η Ευθυμία ταράχτηκε. Αναγνώριση άστραψε στα μάτια της· η καρδιά της σταμάτησε για μια στιγμή, σαν βάρκα που κόλλησε σε παλιρροϊκό ρεύμα.
«Αριστείδη; Παληκάρι μου εσύ;» ψιθύρισε, αγγίζοντας το πρόσωπό του με δυσπιστία.
Ο κόσμος χάθηκε, η πόλη αραίωσε, τα λέπια του χρόνου έπεσαν από πάνω τους. Ο Αριστείδης δεν ήταν πια ο ψυχρός δισεκατομμυριούχος είχε ξαναγίνει το μικρό εκείνο αγόρι που, τριάντα χρόνια πριν, είχε αποχωριστεί τη γιαγιά του λόγω μιας πυρκαγιάς που τσάκισε το σπιτικό τους. Εκείνος τότε βρέθηκε μέσω της πρόνοιας σε ξένη οικογένεια, με τη σκληρή πληροφορία πως η γιαγιά χάθηκε στις φλόγες. Στην Ευθυμία, είχαν πει πως το εγγονάκι της δεν είχε επιβιώσει.
«Σε έψαχνα μια ολόκληρη ζωή Έχτισα ολόκληρες αυτοκρατορίες, μάζεψα ευρώ αλλεπάλληλα, πάντα μες στην ελπίδα να σε ξαναβρώ Κι εσύ ήσουν τόσο κοντά», είπε αφήνοντας τα δάκρυά να κυλήσουν.
Η Ευθυμία τον αγκάλιασε σφιχτά, κλαίγοντας από αγάπη και ανακούφιση.
«Πάντα ήξερα ότι ζούσες Το ένιωθα πάντα προσευχόμουν για σένα πριν κοιμηθώ»
Το όνειρο-μέρα κύλησε παράδοξα: τίποτα δεν πουλήθηκε εκείνη τη μέρα, κανείς δεν πήρε πίτα. Ο Αριστείδης την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο αμάξι του, αφήνοντας τον παλιό πάγκο πίσω του αλλά παίρνοντας μαζί του το μόνο που είχε σημασία: τη δική του οικογένεια.
Όχι, δεν κατέστρεψε τη γειτονιά. Το αντίθετο έχτισε στην πλατεία Κωνσταντινουπόλεως ένα κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων, δίνοντας το όνομα της γιαγιάς του, για να μην ξανανιώσει καμιά άλλη γιαγιά μόνη, πάνω σ ένα πεζοδρόμιο με φόβο και παγωνιά.
Δίδαγμα:
Ποτέ μην ξεχνάς πού μεγάλωσες.
Και πρόσεξε τι κρύβει η ταπεινή ποδιά.
Μπορεί κάτω της να βρίσκεται ο πιο σπουδαίος άνθρωπος στη ζωή σου.





