Και να είναι το διαμέρισμα σπιρτόκουτο όταν γυρίσω, να το ξέρετε! Η Κα Πηνελόπη Λιανού βγήκε φουριόζα στη σκάλα και έκλεισε την πόρτα με τέτοια δύναμη που έτριξαν τα τζάμια όλης της πολυκατοικίας.
Η Χριστίνα, που κατέβαινε εκείνη την ώρα τα σκαλιά, ταράχτηκε τόσο που σχεδόν της έφυγε το τσουλούφι. Πάγωσε. Ελπίζε πως η γειτόνισσα δεν θα την προσέξει. Αλλά, πού τέτοια τύχη; Την πιάσανε στα πράσα.
Α, Χριστινούλα Καλημέρα!
Η Κα Πηνελόπη άφησε κάπως απρόσεκτα στο πλατύσκαλο ένα χαρτόκουτο από αερόθερμο και πάλευε να κουμπώσει το παλτό της σχεδόν με λύσσα. Φαινόταν πως είχε πολύωρη αποστολή μαρόν τώρα, πού να ξέρω εγώ πού έχει να τρέξει.
Καλημέρα, Κα Πηνελόπη, είπε η Χριστίνα με το σπάνιο, διπλωματικό της χαμόγελο. Πάλι τα παιδιά σας έκαναν κάποια κουτσουκέλα;
Όχι κουτσουκέλα! Εδώ έχουν κάνει επανάσταση! άρχισε να γκρινιάζει η Κα Πηνελόπη, ενώ τράβαγε την τελευταία και πιο ύπουλη κουμπίτσα.
Μόλις τότε το χαρτόκουτο στο πλατύσκαλο άρχισε να κουνιέται.
Η Χριστίνα πετάχτηκε ένα μέτρο πίσω, παρόλο που δεν ήταν καν κοντά. Ναι, εντάξει, δεν την έλεγες δειλή μα δε φανταζόταν πως είχε μέσα φιλοξενούμενο το κουτί.
«Τι διάολο μπορεί να κρύβει;»
Το μυαλό της άρχισε να σκαρώνει εικόνες: μια τρελαμένη αερόθερμη που πετάει ντολμάδες μα είναι ελαττωματική και τώρα εξορίζεται στα σκουπίδια για διάπραξη εγκλημάτων!
Έλα να δεις, να χαρείς έκανε η Κα Πηνελόπη παίρνοντας το κουτί, προκειμένου να αποκαλύψει το περιεχόμενό του.
Η Χριστίνα κατέβηκε το τελευταίο σκαλί και πλησίασε, γεμάτη ανασφάλεια.
Προφανώς, ήξερε ότι δεν θα αντικρίσει το τέρας-αερόθερμο, αλλά και πάλι μέσα της κάτι σκίρτησε. Και αυτό που είδε, ήταν όντως μεγάλη έκπληξη. Εννοείται, καλή έκπληξη.
Από το βάθος του κουτιού, δυο τεράστια μάτια την κοιτούσαν με άκακο θάρρος. Κι ανήκαν σ ένα μικροσκοπικό γκρι γατάκι.
Παναγίτσα μου, τι κουκλί είναι αυτό! είπε η Χριστίνα.
Ε, μην ξετρελαίνεσαι, σε παρακαλώ, γκρίνιαξε η Κα Πηνελόπη και έκλεισε πάλι το κουτί.
Από πού το μαζέψατε;
Τα παιδιά το φέραν στο σπίτι Το μετάνιωσα αμέσως που το κράτησα, τι μας βρήκε! Δεν φαντάζεσαι τι νεύρα μου έχει σπάσει! Εξαρχής ξεγελάστηκα με τα μάτια του και τα μουστάκια του, αλλά δεν λένε τυχαία πως «η γάτα απ τα μουστάκια δεν πιάνεται». Από εμφάνιση μπόνους, αλλά από καμώματα, σαν τον πρώην άντρα μου: τρέχα γύρευε!
Έλα μωρέ, θα ηρεμήσει σιγά-σιγά, προσπάθησε να τη μαλακώσει η Χριστίνα. Πάτε στον κτηνίατρο ή για εμβόλια τουλάχιστον;
Πού να τρέχω, Χριστινούλα; Τέρμα οι επιστημονικές λύσεις. Αρκετά τον ανέχτηκα, δεν παλεύεται άλλο η κατάσταση. Σκέφτηκα να τον πάω στο εξοχικό Να μαζέψει τα μπογαλάκια του να πάει εκεί.
Η Χριστίνα την κοιτούσε με βλέμμα «πες μου ότι κάνεις πλάκα».
Αλλά το φρύδι της Κα Πηνελόπης είχε σηκωθεί, το μάτι πετούσε σπίθες σοβαρή όσο δεν πάει. Άλλωστε, δεν ήταν και Πρωταπριλιά· 15 του Νοέμβρη είχαμε.
Τον γατούλη στο χωριό; Στο τέλος του φθινοπώρου;
Να μείνω ως την άνοιξη δηλαδή; Γιατί, άμα είχε χιόνια, θα του έβρισκα και σκι. Άντε πια, δεν είναι γατάκι τριών εβδομάδων προβοκατόρικο πλάσμα είναι.
Η Κα Πηνελόπη πήρε βαθιά ανάσα και μετά συνέχισε ακάθεκτη:
Να ξερες μόνο τι κολπάκια σκαρώνει! Ούτε όταν έμεινα μόνη με δύο παιδιά δεν είχα πιει τόσο χαμομήλι. Τέλος, το πήρα απόφαση. Θα πάει στο χωριό!
Μα, περιμένετε…
Χριστίνα, ειλικρινά, να το αφήσω και στην αυλή μπορώ. Εκεί τον βρήκαν άλλωστε. Αλλά φοβάμαι μην τον ξανακουβαλήσουν τα αγόρια και τον κρύψουν κάτω από το τραπέζι. Να γυρίσω σπίτι και να τον βρω στην ψωμιέρα άλλο που δε θέλω!
Έβγαλε το κινητό της από την τσέπη, είδε την ώρα κι αναστέναξε:
Με ζάλισες, βρε Χριστίνα. Πρέπει να φύγω γιατί θα χάσω το λεωφορείο και μετά τρέχα γύρευε Κηφισιά!
Γάντζωσε καλύτερα το κουτί και κατέβηκε γοργά τα σκαλιά.
Η Χριστίνα την παρακολουθούσε με τα μάτια ορθάνοιχτα. Πώς να πας να παρατήσεις ένα γατάκι μόνο του σε ένα άδειο σπίτι; Θα φάει το μαύρο σκοτάδι.
Περιμένετε, Κα Πηνελόπη! φώναξε.
Τι πάλι, βρε παιδάκι μου; Είπα ότι αργώ!
Μην το πάτε στο χωριό. Να το κρατήσω εγώ και μέχρι να βρω κάποιον που να το αγαπάει;
Η Κα Πηνελόπη στάθηκε, της γύρισε αργά το κεφάλι σαν φουκουζάβα σε διαγωνισμό.
Να το δώσεις σε καλά χέρια, λες; Δηλαδή τα δικά μου είναι τίγκα στα καρφιά; Μ αυτά τα χέρια σήκωσα δυο παιδιά μέχρι το πανεπιστήμιο!
Δεν είπα κάτι χοντρό Απλά θέλω να βρω ένα σπίτι για το γατάκι. Στο χωριό δεν θα τα καταφέρει.
Θέλει θα τα καταφέρει. Δεν μπορεί δε γίνεται. Τα απλά πράγματα στη ζωή. Έτσι κύλησε το πράμα!
Γιατί τέτοια κακία;
Καμία κακία, με το ζόρι το παράπονο! Το γατί είναι που δεν μαζεύεται.
Μα είναι μωρό Θα μάθει! ανταπάντησε η Χριστίνα. Μετά, ανυπόμονα: Εσείς τα παιδιά σας τα πήγατε στο χωριό ποτέ γιατί φώναζαν;
Τα παιδιά μου είναι παιδιά μου! Μην τα βάζεις στο ίδιο καζάνι Τέλος πάντων, θες το καημένο; Πάρε το.
Σταυροκοπήθηκε σχεδόν. Άφησε το κουτί στο πλατύσκαλο.
Και δικό μου καλό! Γλιτώνω δρομολόγιο και δυο ευρώ στο λεωφορείο. Να σε δω κι εσένα να παλεύεις! σαρκαστικό χαμόγελο παραγγελιά.
Μπήκε σαν σίφουνας μέσα και πάλι «Ε; Για πού πάτε εσείς, ακόμα δεν αρχίσατε καθάρισμα; Άντε, δώστε μου τα κινητά σας!»
Η Χριστίνα δεν άκουσε τη συνέχεια. Πήρε προσεκτικά το κουτί, έριξε μια κλεφτή ματιά στον γατούλη να βεβαιωθεί πως υπάρχει ακόμα, και ανέβηκε στο δικό της διαμέρισμα.
Έτσι, εντελώς τυχαία, βρέθηκε με χαρτόκουτο από αερόθερμο και…
…με ένα γατάκι-έκπληξη στο σπίτι.
Ούτε που της περνούσε απ το μυαλό ότι θα αποκτούσε συγκάτοικο με ουρά.
Κι όλα αυτά τη μέρα που κατέβαινε απλώς για καφέ, γιατί τέλειωσε άρον άρον, και βρέθηκε ξαφνικά να κάνει φιλοζωικό έργο.
Καμία τρελή αγάπη για ζώα δε την χαρακτήριζε ιδιαίτερα. Δεν έγραφε ομηρικά έπη για τα καμάρια της, όπως άλλοι γατο/σκυλογονείς που συναντούσε στα social
Παρόλα αυτά, να το αφήσει στη μοίρα του να κυνηγάει ποντίκια στο Καπανδρίτι; Όχι, η ψυχραιμία δεν είναι ανανδρία. Έτσι απλά. Και γιατί να κάνεις δραματικό ξεκαθάρισμα, όταν μπορείς απλώς να βρεις κάποιον να το αγαπήσει;
Κι ένα τέτοιο γλυκούλι σίγουρα δεν θα μείνει στο ράφι! Είχε εμπιστοσύνη. Μια δυο όμορφες φωτογραφίες ανεβάζεις, κάνεις ανάρτηση στο Ίντερνετ, και τσουπ, σχηματίζεται ουρά από επίδοξους γατογονείς κάτω από την πόρτα.
Πραγματικά κομμάτι-ψωμί!
*****
Η Χριστίνα δεν έκατσε να το αναβάλλει. Γύρισε σπίτι, φωτογράφισε το γατάκι και ανέβασε τις συνέπειες στο facebook, στο forum «Χάρισε τον φίλο σου» και στο «Ψάχνω σπιτικό για κουτάβια γατάκια».
Με ήσυχη συνείδηση τράβηξε για σούπερ μάρκετ να αγοράσει όχι μόνο καφέ, αλλά και κονσέρβα για γατάκια και πλαστικό λεκάνι τουαλέτας μαζί με απορροφητικό.
Έξοδα που δεν υπολόγιζε, αλλά τι να κάνεις.
«Θα τα δώσω κι αυτά μαζί, όποιος έρθει να πάρει το γάτο», σκεφτόταν κι είχε ένα χαμόγελο πλατύ κάνει καλή πράξη, ας πάνε και τα ευρώ.
Η Κα Πηνελόπη έλεγε το γατάκι Λουκουμάς, αλλά δεν φαίνεται να το άκουγε καν. Μετά από καμιά εκατοστή εναλλακτικές, κατέληξε:
Από εδώ και πέρα, θα σε λένε «Άρη»! Δεν έχεις πρόβλημα; ρώτησε το γατί.
Νιάου! είπε εκείνο και όρμησε στα χνουδωτά παντόφλια της εισόδου, για να αποδείξει ποιος είναι το αφεντικό στο σπίτι.
Γιατί Άρης και παντόφλια; Ε, πιο λευκός και χνουδωτός από όλους, όχι σαν κάτι τυχαία παντοφλάκια που νόμιζαν ότι μπορούν να τον ανταγωνιστούν.
Η Χριστίνα χαμογέλασε βλέποντάς τον να οργιάζει, κι έκατσε να δουλέψει λίγο.
Η δουλειά της είχε φαντασία freelance φωτογράφος που έκανε δουλειές κατά παραγγελία. Της άρεσε πολύ και, ευτυχώς, απέδιδε και αρκετά λεφτά για να βγαίνει ο μήνας χωρίς νεύρα.
Εκείνη τη μέρα, έπρεπε επειγόντως να κάνει ρετούς σε μια φωτογράφηση. Άνοιξε υπολογιστή, photoshop, σοβάρεψε, ξεκίνησε.
Ησυχία; Άλλα λόγια ν αγαπιόμαστε…
Ο Άρης, φτιάχνοντας την ψυχολογία του κανονικά, ένιωθε ότι το σπίτι του ανήκε εξ ολοκλήρου. Άρχισε τα rally, εφορμούσε στις γωνίες σαν να ήταν η Ράλι Ακρόπολις!
Ώπα, μικρέ! έκανε εκείνη, στριφογυρίζοντας στην πολυθρόνα με σταυρωμένα χέρια.
Ο Άρης σταμάτησε στο κέντρο του σαλονιού και γύρισε να την κοιτάξει μ εκείνο το ύφος «Λέγε, αλλά έχω κι εγώ δουλειά».
Καταλαβαίνω θέλεις παιχνίδι, βαριέσαι Αλλά να χεις στο νου σου, μένεις προσωρινά εδώ.
Νιάου!
Μη φέρνεις αντίρρηση! Καλεσμένος είσαι. Να φέρεσαι κόσμια και να μ αφήνεις να δουλέψω.
Αυτά δεν έπρεπε να τα πει.
Ο Άρης τη γάζωσε με μια ματιά, τόσο πονεμένη που η Χριστίνα ντράπηκε. Άρχισε να αισθάνεται ότι μάλλον υπερβάλει ποιος μαλώνει μωρό γατί;
«Πώς τα βάζεις, γυναίκα, μ ένα πλασματάκι τόσο δα;»
Εντάξει Παίξε, αλλά αθόρυβα! παραδόθηκε τελικά.
Ο Άρης ξεσάλωσε πανηγυρικά. Τα έκανε όλα άνω κάτω.
Βλέπω στόχο δεν βλέπω εμπόδια ταιριάζει απόλυτα στον Άρη, σκέφτηκε Χριστίνα. Για να σωθεί, φόρεσε ακουστικά και βούτηξε στη δουλειά.
Πέντε λεπτά μετά, με φόρα 150 χλμ/ώρα, το γατάκι έδωσε κλοτσιά στο καλώδιο του υπολογιστή, όλα σκοτάδι.
Ε, κι η Χριστίνα μέσα σε μισή ώρα έτρεχε γύρω-γύρω να μαζέψει το Μικρό πετελούδι της.
Πιάσιμο, γιοκ.
Αλλά τσούγκρισε το μεγάλο δάχτυλο στο τραπέζι, ξεκόλλησε δύο φορές το γόνατο στην πολυθρόνα. Μικρό κατόρθωμα για μια μέρα.
Μόλις πήρε το PC ξανά εμπρός, είδε στα social απίστευτα likes. Τα διάβασε όλα, αλλά Τσιμουδιά για υιοθεσία.
Όλοι έγραφαν «Πωω! Γλυκύτατος!», «Αχ! Τι τυχερή που είσαι!», «Θαυμαστή η μούρη του!»
Αλλά κανείς τηλέφωνο. Ουρά υποψήφιων μηδέν, ποια ουρά…
Έβαλε παρατήρηση: τον φέρνω εγώ όπου θέλετε, τρέχω ως το Κιλκίς, κατεβαίνω στο Ηράκλειο, πάω και ως Σίφνο!
«Μάλλον τους πέφτω μακριά, αλλά τώρα θα βρεθεί κάποιος, δεν γίνεται», σκεφτόταν.
Ο Άρης κάποια στιγμή κουράστηκε, σκαρφάλωσε στον καναπέ, ξάπλωσε ανάσκελα δείχνοντας την κοιλιά του. Η Χριστίνα δεν είχε άλλη επιλογή τον χάιδεψε μέχρι που αυτός κοιμήθηκε, και μαζί του αποκοιμήθηκε κι εκείνη. Ξέχασε και Photoshop και τα υπόλοιπα.
*****
Μια εβδομάδα πέρασε και η Χριστίνα κατάλαβε ότι το να βρεις σπίτι σε γατί θέμα μεγάλο. Λάικς, σχόλια, αλλά αποδέκτες μηδέν.
Μετά από άλλες τρεις μέρες σκέφτηκε «κι αν δε βρεθεί κανείς; Θα τον κρατήσω εγώ;»
Ωραία, αυτό μας έλειπε! είπε φωναχτά κι αμέσως μάλωσε τον εαυτό της.
Ο Άρης κοιμόταν πανω στη keyboard, μπουκωμένος στην ποντικίνα του υπολογιστή (μεγάλο πρόβλημα! 40 λεπτά δε την άφηνε να δουλέψει!), αλλά στο άκουσμα της φωνής της, άνοιξε το μισό ματάκι και της έριξε βλέμμα «υπάρχει κοινή ησυχία κι εσύ κάνεις πανηγύρι; Άντε λίγο τακτ!»
Η Χριστίνα έβγαλε το κινητό, κοίταξε τα νέα σχόλια.
Τίποτα νεότερο· όλοι συνέχιζαν να εκθειάζουν τον Άρη, να τις λένε πόσο τυχερή είναι απ το γατάκι, αλλά τίποτα ουσίας, κανείς για υιοθεσία.
Θυμήθηκε τότε που είχε πάει σε ψυχολόγο. Να βρεις τι σου λείπει για να είσαι ευτυχισμένη, της είχε πει η επιστήμη. Είχε καλή δουλειά, δικό της σπίτι (ευχαριστούμε τη μαμά και τον μπαμπά), λείπει κάτι; Κι όμως, το ένιωθε.
Πρόβλημα με τους άντρες; Μπα, είχε ρίξει άκυρο στις σχέσεις για να ηρεμήσει. Να ναι κάτι βαθιά θαμμένο; Έκανε ασκήσεις αυτεπάρκειας, μίλησε με τον εαυτό της «τρύπα Περίσσα» κι όλα κατέληξαν σε ποτήρι νερό κι ένα Depon.
Μέχρι που κουβέντιασε με τις κολλητές.
Ξύνεσαι από πολυτέλεια, ρε φίλη, είπε η Σοφία, που πάντα τη ζήλευε λιγάκι για τη δουλειά και το σπίτι.
Ό,τι να ναι, Σοφία. Κι εγώ δουλεύω πέντε μέρες τη βδομάδα, παραπάνω καμιά φορά. Από πού κι ως πού;
Μήπως σου λείπει ΕΚΕΙΝΟ που θες ακριβώς; αναρωτήθηκε η άλλη κολλητή η Ελένη, μασουλώντας γαλακτομπούρεκο.
Ποιο;
Όχι ποιος, τι! Σου λείπει λίγος λουκούμης για να σαι ευτυχισμένη! Με τόση δίαιτα που κάνεις από παιδί, τι άλλο;
Τα βαλε κάτω Χριστίνα. Τελικά, άστο. Δεν θα παιδεύει το μυαλό της. Επανήλθε στη ρουτίνα κι όμως, κάτι έλειπε. Μήπως, όντως, αυτό που της έλειπε ήταν τελικά ο ίδιος ο Άρης; Θα δείξει.
*****
Ένας μήνας πέρασε από τότε που ο Άρης φιλοξενήθηκε προσωρινά. Πόσο πέρασε δηλαδή σαν μια μέρα, ούτε ανοιγόκλεισε το μάτι.
Κι ακόμα σπίτι κανείς δεν ζήτησε το γατί. Είχε 1.228 likes στο post κι όμως ποιος να το πάρει, κανείς!
Μέσα στο μήνα, η Χριστίνα έζησε πόλεμο και ειρήνη (σε τέσσερις τόμους θα το έγραφε ο Τολστόι).
Ο Άρης αποδείχτηκε καλύτερος απ το αναμενόμενο. Καταλάβαινε από μισή κουβέντα, ακόμα κι αν η Χριστίνα απειλούσε να ξηλώσει τον καναπέ για δέκατη φορά.
Το δοκίμασε και σαν διακοσμητής. Η Χριστίνα άλλαξε τέσσερις κουρτίνες (μέχρι αποφάσισε ότι τελικά καμία δεν της χρειάζεται δώρο Άρη).
Αποπειράθηκε και ως σεφ. Δοκίμαζε ό,τι υπήρχε στο τραπέζι, τα φτύναγε όλα: πίκλες, μανιτάρια τουρσί, βραστή πατατούλα τίποτα δεν τον συγκινούσε.
Γκάζι πια με συνταγές, οπότε τι απέμεινε; Να σκορπά χαρά!
Η χαρά είχε διαφορές: η Χριστίνα απλώς ήθελε να κοιμηθεί ήσυχα κι άντε να τελειώσει καμιά φωτογραφία. Με τον Άρη στο σπίτι, αυτά μόνο όνειρα ήταν.
Μάλλον εκεί πάνω, στον Όλυμπο, θεώρησαν ότι ήθελε λίγο ταρακούνημα. Και της έστειλαν τον Άρη.
Όπου κι αν καθόταν, ερχόταν το γατί Θα παίξουμε; με βλέμμα τόσο επίμονο, που και απόλυτος να ήσουνα, σε ρίχνει!
Η Χριστίνα πλέον είχε νέα κατανόηση για την Κα Πηνελόπη ηθικά την καταλάβαινε, πρακτικά όμως, ούτε για αστείο να τον έστειλε εξοχή, όσο και να κουραζόταν.
Υπήρχαν και τα θετικά:
Πρώτον, δεν σκεφτόταν πια τι της λείπει. Το είχε μπροστά της τρέλε-Άρης!
Δεύτερον, έμαθε να καθαρίζει τρία δωμάτια σε 5 λεπτά πριν ξυπνήσει ο κύριος.
Συνολικά οι καλές στιγμές περίσσεψαν. Ένιωσε σαν γονιός όταν είδε τον Άρη να πηγαίνει μόνος στο λεκάνι του!
Εκείνη τον πήγαινε στα χέρια, μέρα-νύχτα (να σηκώνεσαι 4:41 π.μ. για τουαλέτα γατιού, ε δεν ξεχνιέται). Τώρα πια ούτε που το σκέφτεται τι ευτυχία κι αυτή!
Βέβαια ο μικρός είχε χούγια: του χε κολλήσει να ανοίγει και να κλείνει το φωτάκι νυκτός στη μέση της νύχτας. Η Χριστίνα στο τέλος, το αποσύνδεσε τελείως αντάμα με τις κουρτίνες που είχε προφανώς καταργήσει ο Άρης.
Όσο και να γινε άνω κάτω το σπίτι, η Χριστίνα συνήθισε.
Μετά από έναν μήνα κατάλαβε: στην πραγματικότητα, εκείνος της παραχωρούσε το σπίτι του και όχι το ανάποδο. Αυτός περίμενε στην πόρτα όταν γύριζε, αυτός την ξεπροβόδιζε κάθε πρωί κανονικός νοικοκύρης.
Και τότε κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν να ψάχνει για καλά χέρια για τον Άρη ήταν ήδη το σπίτι του! Αυτή ήταν πια η δική του μαμά, η τρελή που άντεχε τα πάντα, που σηκωνόταν να παίξει μπάλα στις 3 το πρωί, που χάιδευε το γατί μέχρι να σκάσει εκείνο κι ύστερα ξάπλωνε χορτασμένη πια.
Κι αν με ρωτήσει κανείς, ούτε που μετάνιωσε η Χριστίνα για τίποτα.
Γιατί τον αγάπησε. Γιατί ήταν υπέροχος. Και γιατί σαν καλός γάτος της το ανταπέδωσε. Πλέον, τις πρωινές ώρες άφηνε τη Χριστίνα να κοιμάται Έρχονταν σιγά, πλάγιαζε δίπλα, περίμενε υπομονετικά μέχρι να ξυπνήσει.
Κι ίσως, πού και πού, να τη βλέπει με ύφος: «Για πόσο πια θα κοιμάσαι, άνθρωπε; Μου λειψες!»
Τίποτα δεν της έλειπε πια.




