Δε Θέλω το Σενάριο της Μαμάς: Η Μάχη μου για μια Δική μου Ζωή, Μακριά από Προσδοκίες, Κρίσεις και Σκηνές της Ελληνίδας Μητέρας

Ξέρεις, πάντα πίστευα πως με τη μαμά μου δεν είχαμε μυστικά. Εντάξει, σχεδόν κανένα, να λέμε την αλήθεια.

Μπορούσαμε να μιλάμε για τα πάντα: για τους παιδικούς μου φόβους, για τις πρώτες μικρές νίκες, για τον πρώτο χωρισμό στα δεκάξι μου.

Και όταν παντρεύτηκα, δεν ένιωσα πως η επαφή μας έσπασε· αντιθέτως, νόμιζα πως δέσαμε ακόμη περισσότερο.

Η μαμά μου συμπαθούσε πολύ τον άντρα μου. Έλεγε πως ο Νίκος «είναι πραγματικό παλικάρι». Όταν γεννήθηκε η μικρή μας, η Ιφιγένεια, έλαμπε από χαρά. Έφερνε φρέσκα λαχανικά από το εξοχικό στο Αίγιο, αγόραζε τόνους ρουχαλάκια, χάζευε τη μικρή σαν να ήταν το μοναδικό παιδί στον κόσμο.

Θυμάμαι να λέω του Νίκου:

Βλέπεις; Έχουμε την καλύτερη μαμά του κόσμου! και εκείνος χαμογελούσε σιωπηλός.

Και ξαφνικά, τελείως τυχαία, διαπίστωσα πως «η καλύτερη μαμά του κόσμου» κουβαλούσε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια ένα σωρό πίκρες και απογοητεύσεις. Κόντεψα να λιποθυμήσω όταν τα κατάλαβα.

Έγινε ένα απόγευμα φθινοπώρου. Η μαμά ήρθε όπως πάντα με το αμάξι γεμάτο προμήθειες καρότα, μάραθο, μήλα, βαζάκια με ελιές και τουρσιά.

Γιατί έφερες τόσα; της είπα κουβαλώντας sacolas, με την Ιφιγένεια είμαστε μόνο οι δυο μας όσο λείπει ο Νίκος στα έργα.

Δώσε και στης γειτόνισσας, αν δεν τα φάτε μου απάντησε, δίνοντάς μου φιλί στο κεφάλι της μικρής. Εγώ θέλω η εγγονούλα μου να τρώει μόνο τα καλύτερα!

Πήγα στην κουζίνα να βάλω νερό για τσάι κι εκείνη πήρε τη μικρή στο δωμάτιο για να την κοιμίσει.

Κάποια στιγμή πήγα να δω τι κάνουν. Κι εκεί στο χολ, άκουσα τη φωνή της. Ήταν χαμηλή, ανήσυχη καιξένη.

Εγώ δε γκρινιάζω, Μαρία, αλλά μου ραγίζει η καρδιά, είπε στο τηλέφωνο. Πώς ζουν έτσι; Ο Νίκος στα έργα, φέρνει τίποτα λεφτά της πλάκας. Κι εκείνη; Κάθεται. Καταλαβαίνεις; Το παιδί κοντεύει δυο χρονών! Πρέπει να πάει παιδικό σταθμό κι αυτή να βρει μια δουλειά να πάρει τα πάνω της. Αλλά όχι, κάθεται σπίτι και μαλακώνει: „Η Ιφιγένεια είναι ακόμα μικρούλα, δεν είναι έτοιμη.” Τεμπελιά! Κάθονται στον λαιμό μου και το ευχαριστιούνται. Βέβαια βοηθάω ρούχα, φαγητά και ούτε μιλάνε πια, τα θεωρούν αυτονόητα. Τους καταλαβαίνω βέβαια. Ναι, αλλά που θα οδηγήσει αυτό; Και δεν είναι καν ερωτευμένοι πια! Ο Νίκος άλλαξε, όλο ψυχρός, καθόλου φροντίδα γι αυτήν. Δεν λέει τίποτα, αλλά φαίνεται»

Με χτύπησαν τα λόγια της σαν μαχαιριές: «Τίποτα λεφτά». «Κάθεται στον λαιμό μου». «Ψυχρός». Τα χέρια μου, που όλη μέρα φροντίζουν, ταΐζουν, νανουρίζουν τη μικρή, καθαρίζουν, σιδερώνουν και φτιάχνουν αστείες φιγούρες με πλαστελίνη αυτά ήταν τα χέρια της «τεμπέλας».

Κι η φαρμακερή της φωνή συνέχιζε. Έλεγε για το ότι έχασα τη φόρμα μου, πως δεν θέλω τίποτα στη ζωή μου και δεν άντεξα. Σαν κλέφτρα, γύρισα στο υπνοδωμάτιο, έκλεισα την πόρτα, κάθισα στο κρεβάτι κρατώντας το κεφάλι μου. Η Ιφιγένεια κοιμόταν χαλαρά στο κρεβατάκι της, πνοή πραγματικότητας ανάμεσα σ αυτό το τρελό χάος.

Και τώρα; Να βγω έξω και να κάνω φασαρία; Να τη διώξω; Μέσα μου κρύωσε όλο το αίμα μου. Αποφάσισα να κάνω αυτό που έμαθα αυτά τα δύο χρόνια μητρότητας: να μπω στον αυτόματο. Σκούπισα τα μάτια μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, έβαλα χαμόγελο και πήγα στην κουζίνα.

Δέκα λεπτά μετά, η μαμά τέλειωσε το τηλεφώνημα. Μπήκε χαμογελαστή, λες και της έφυγε βάρος απ τους ώμους.

Αχ, άργησα στο τηλέφωνο με τη Μαρία! είπε κάνοντας πως δεν τρέχει τίποτα. Η μικρή κοιμήθηκε μόνη της ενώ έβαζε για ύπνο την κούκλα της! Α, και το τσάι μου κρύωσε

Έβαλα φρέσκο τσάι, χωρίς να τρέμει το χέρι μου.

Τι λέγατε τόση ώρα; ρώτησα δήθεν αδιάφορα, σαράντα λεπτά μιλούσες!

Η μαμά πήρε πάλι αυτό το γνωστό βλέμμα της, όλο φρεσκάδα που νόμιζα ότι ήταν αληθινό ενδιαφέρον.

Τι να σου πω, η νύφη της Μαρίας, η Πένυ, θέλει λέει καινούργιο αμάξι! Ο γιος της τα ξοδεύει όλα εκείνη, δεν τηλεφώνησε καν στη μάνα του για Καλή Χρονιά! Τελείως ξέκοψαν τα παιδιά!

Η φωνή της είχε αυτό το γλυκό σαράκι της «κατανόησης» για τη φίλη της και της ίδιας αγανάκτησης που πριν λίγα λεπτά έλεγε για μένα.

Με έπιασε ναυτία.

Γιατί κουτσομπολεύεις; της είπα πιο σιγά απ ό,τι ήθελα τι σε νοιάζει η νύφη της άλλης; Έχει τη δική της ζωή!

Το ύφος της άλλαξε αμέσως. Από γλυκό σε παγωμένο.

Τι κουτσομπολεύω; είπε με εκείνο το γνωστό ύφος Είναι φίλη μου, πρέπει να τη στηρίξω. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα από οικογενειακά.

Η ειρωνεία με συνέτριψε. «Οικογενειακά»

Την κοίταξα και πρώτη φορά είδα μπροστά μου όχι μια μάνα, αλλά μια ξένη. Κάποια που τρέφεται από το δράμα, που ζει σε σχέση συνήθειας με τη δική της «πίκρα» για τη ζωή μου, που δεν πήγε με το σενάριο που εκείνη ήθελε.

Και όλη της η βοήθεια, τα ζαρζαβατικά και οι αχρείαστες μπλούζες, δεν ήταν τρυφερότητα αλλά είσοδος για να μπορεί να κρίνει: «Εγώ σας βοηθάω, άρα έχω λόγο».

Ήθελα να τα πω όλα αυτά. Αλλά δεν το έκανα. Φάνηκε πως κατάλαβε ότι έπαιρνα χαμπάρι. Έφυγε χτυπώντας πικραμένη την πόρτα. Έμεινα μόνη στο διαμέρισμα. Από την παγωμάρα πήγα στο θυμό, μετά στον πόνο κι ύστερα σε μια γλυκόπικρη αλήθεια.

Θυμήθηκα τα νιάτα της. Πώς με μεγάλωνε μόνη της μετά το διαζύγιο με τον πατέρα μου. Πόσο καμάρωνε που βρήκε καλή δουλειά. Ο μεγαλύτερός της φόβος πάντα ήταν «τι θα πει ο κόσμος;».

Η ίδια πάλεψε σε όλη της τη ζωή να έχει «κύρος», να την σέβονται, να δείχνει «ευημερία». Κι εγώ με τη ζωή μου μια ζεστή, όχι πλούσια αλλά γεμάτη αγάπη και ηρεμία οικογένεια, με επιλογή να μεγαλώσω το παιδί, όχι να κυνηγώ καριέρα ήμουν γι αυτήν μια σιωπηρή ντροπή, αδυναμία· αποτυχία. Δεν μπορούσε να το κοκορεύεται στις φίλες της. Ήθελε ιστορίες επιτυχίας κι εγώ της έδωσα απλά μια ήρεμη ζωή

Την επόμενη μέρα ήρθε μήνυμα: «Συγγνώμη αν σε στεναχώρησα χθες. Ξέρεις ότι σ αγαπώ.»

Τυπική αντίδραση. Παλιά θα είχα τρέξει να συμφιλιωθώ. Τώρα, άφησα το κινητό ήσυχο. Αυτό που ακολούθησε, ήρθε σε λίγο καιρό.

Με επισκέφτηκε η ίδια η Μαρία, η φίλη της μαμάς, τάχα ότι είχε δουλειές στη γειτονιά. Διέκρινα πως ήξερε ότι ήρθε να μετριάσει τα πράγματα.

Ήπιαμε καφέ, παίξαμε με τη μικρή. Κι εκεί που μαζεύαμε τους κρίκους από τη πυραμίδα, μου λέει:

Ωραία είναι εδώ, ήσυχα, οικογενειακά. Καμία σχέση με «δρόμους χωρίς επιστροφή».

Την κοίταξα, δεν απάντησα. Συνέχισε.

Ο γιος μου με τη νύφη μου είναι στην Πάτρα, δουλειές, δάνεια, τρέξιμο, μοναχογιος Το εγγονάκι μου το βλέπω δυο φορές το χρόνο, κι αν. Κι εσύ εδώ. Ζεις πραγματικά. Ξέρεις, η μαμά σου φοβάται.

Τι; τη ρώτησα.

Μη γίνεις κι εσύ ξένη όπως έγινε το παιδί μου για μένα. Μη χαθεί το νόημα σε ό,τι έκανε ως γυναίκα. Ο δικός σου δρόμος της φαίνεται απόρριψη. Είναι πιο εύκολο να «κολλάει» σε ελαττώματα παρά να παραδεχτεί πως εσύ πέτυχες, απλά με άλλον τρόπο. Και ξέρεις, αυτά τα λαχανικά είναι η μόνη της γέφυρα. Την κρατάει στη ζωή σου. Να μην είναι μόνο θεατής.

Τη άκουγα και καταλάβαινα ότι μπροστά μου βρισκόταν μια γυναίκα εξίσου μπερδεμένη. Μια που έχει κουραστεί να είναι «μέρος του δράματος».

Γιατί μου τα λέτε; ψιθυρίζω.

Για να μην κρατάς κακία στη μάνα σου. Έχει χαθεί λίγο Μην φοβάσαι να βάλεις όρια. Να είσαι σίγουρη γι αυτά.

Έφυγε. Κι εγώ κατάλαβα το πιο βασικό: η μαμά βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Δικό της πρόβλημα, όχι δικό μου!

Δικό μου είναι ο Νίκος που γυρνάει απ τα έργα και το πρώτο που κάνει είναι να μας σφίγγει αγκαλιά και να λέει στη μικρή «Μου έλειψες πολύ!»

Η δική μας ζεστή, δική μας γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, που την πληρώνουμε με ιδρώτα, χωρίς να μας τη χαρίζει κανείς. Η επιλογή μου να μείνω σπίτι όσο μεγαλώνει η Ιφιγένεια, κι όχι να τρέχω να προλάβω τα στάνταρτς των άλλων. Το δικαίωμά μου να ζω χωρίς να ικανοποιώ τις προσδοκίες κανενός.

Δεν έκανα φασαρία. Ξεκίνησα σιγά σιγά να βάζω νέα όρια. Δεν μιλούσα πια για όλα στη μαμά, δεν της άφηνα περιθώριο να διαστρεβλώσει τα πράγματα.

Στα σχόλιά της («Όλες στη δουλειά έχουν πάει μετά τη γέννα!») απαντάω ψύχραιμα:

Το συζητήσαμε με τον Νίκο, δεν έχεις λόγο ανησυχίας.

Στις αγορές της («να πάρω κι άλλη μπλούζα;») της λέω: «Πάρε ένα παιχνίδι, να το δώσεις στην Ιφιγένεια όταν είστε μαζί, να το θυμάται.»

Την επιστρέφω στο ρόλο της γιαγιάς, όχι της κριτή ή του χρηματοδότη. Δύσκολο. Στενοχωριέται, κάνει πίσω.

Αλλά καμιά φορά, όχι συχνά, όταν φτιάχνουμε κουλουράκια παρέα κι η Ιφιγένεια μας πασπαλίζει με αλεύρι, πιάνω ένα βλέμμα της μαμάς. Δεν είναι πια δικαστής, αλλά γιαγιά που θαυμάζει τη μικρή της.

Ίσως, λέω, αυτή η γέφυρα από αλεύρι, ζάχαρη και παιδικό γέλιο να μας σώσει.

***

Αυτό μάθημα δεν το ξεχνάω.

Οι πιο βαθιές πληγές, ξέρεις, δεν έρχονται απ τους ξένους. Τις προκαλούν αυτοί που περιμένεις να είναι δίπλα σου. Κι η ανακούφιση, τελικά, έρχεται μόνο αν πεις την αλήθεια στον εαυτό σου: ΔΕΝ είσαι η ζωγραφιά που έπλασε κάποιος άλλος. Είσαι ένας άνθρωπος που δικαιούται να ζει όπως μπορεί και όπως λαχταρά ακόμα κι αν αυτό φαντάζει μη ιδανικό σε κάποιους.

***

Όταν το είπα στον Νίκο, με αγκάλιασε δυνατά και μου είπε:

Λοιπόν, τον άλλο μήνα πάμε για διακοπές! Ας δει επιτέλους η μικρή μας το αληθινό πέλαγος!

Και στα μάτια του είδα αυτό το «λίγο», που αν πιστέψεις τις μανάδες μας λείπει. Μα εγώ νιώθω ότι έχω έναν ολόκληρο ωκεανόΓέλασα δυνατά. Ένιωσα, πρώτη φορά μετά από καιρό, ένα φως να διαπερνά τη θολούρα των σκέψεων μου. Ήταν το τώρα το μικρό, εύθραυστο παρόν που λέει «είμαστε εδώ, μαζί, και αρκεί».

Το βράδυ, πάνω απ το κρεβάτι της Ιφιγένειας, ονειρεύτηκα τη μαμά όπως ήθελα να είναι: τρυφερή, ήρεμη, λιγότερο τρομαγμένη. Ένα χάδι χωρίς βάρος, χωρίς φωνές στο τηλέφωνο, χωρίς τη λέξη «θα πρεπε». Ονειρεύτηκα κι εμένα, έτοιμη να προχωρήσω μπροστά, χωρίς να κουβαλάω τις προσδοκίες των άλλων σαν σακιά γεμάτα ελιές.

Την επόμενη Κυριακή, έκανα κάτι μικρό, δικό μου. Έστειλα στη μαμά μια φωτογραφία: εμείς οι τρεις, γελαστοί στην παιδική χαρά. Έγραψα μόνο «Είμαστε καλά. Σ ευχαριστούμε για όλα». Δεν της άνοιξα πόρτα να μπει, αλλά άφησα το παράθυρο λίγο ανοιχτό.

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε πεταμένα αλεύρια, γλυκές αγκαλιές και το φως του πελάγους που ερχόταν, άρχισα να χτίζω το δικό μου σπίτι, μέσα μου εκεί όπου κανένας φόβος, καμία ξένη φωνή, δεν μπορεί πια να πονέσει. Μόνο η αλήθεια, η δική μου, θα ήταν ο οδηγός.

Η μαμά θα έρχεται, η σχέση μας θα αλλάζει, κι εγώ μαζί με τον Νίκο και την Ιφιγένεια θα μαθαίνω ξανά και ξανά το πιο δύσκολο πράγμα απ όλα: πως η ευτυχία τελικά είναι να σε χωράει ο εαυτός σου. Και να τον αγαπάς.

Oceń artykuł
Δε Θέλω το Σενάριο της Μαμάς: Η Μάχη μου για μια Δική μου Ζωή, Μακριά από Προσδοκίες, Κρίσεις και Σκηνές της Ελληνίδας Μητέρας