Αποτύχατε να μεγαλώσετε σωστά τα παιδιά σας. Ορίστε, ο Νικήτας του Σάββα
Η Ειρήνη στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί η μητέρα της είχε αρχίσει να της την «λέει». Λες και μέχρι πρόσφατα όλα ήταν καλά, ειδικά στα παιδικά της χρόνια. Την έδινε πάντα ως παράδειγμα στον μεγαλύτερο αδερφό της, της έλεγε μπράβο.
Ζούσαν απλά, ούτε πολλά, ούτε λίγα αλλά ποτέ δεν τους έλειπε τίποτα απαραίτητο. Ό,τι χρειαζόταν, υπήρχε· για τα μεγάλα έξοδα η οικογένεια μάζευε. Είχαν και αυτοκίνητο, όχι καινούργιο, αλλά λειτουργικό. Αν χρειαζόταν, ο πατέρας έπιανε τα εργαλεία.
Μετά το σχολείο, ο αδερφός της, ο Σάββας, πήγε να σπουδάσει στην Αθήνα. Τα έξοδα τεράστια: δίδακτρα, ενοίκιο, φαγητό
Η Ειρήνη έβλεπε πως οι γονείς της τα έφερναν δύσκολα βόλτα, μαζεύοντας απ όλα. Και ήταν και η σειρά της να ετοιμαστεί για τη σχολή, με μόνο δυο χρόνια διαφορά από τον αδερφό της.
Άλλη μια φοιτήτρια στην Αθήνα δεν αντέχουμε, υπάρχει πανεπιστήμιο και στην πόλη μας, να περάσεις εδώ, της είπαν.
Η Ειρήνη πέρασε στη σχολή και βρήκε αμέσως δουλειά. Πρώτα διανομέας τα Σαββατοκύριακα, μετά σερβιτόρα σε μια καφετέρια της γειτονιάς. Σπούδαζε δημόσια δωρεάν, τα ρούχα τα έβγαζε μόνη της και συχνά αγόραζε και φαγητό για το σπίτι.
Μπράβο κόρη μου, και στο σπίτι χρήσιμη είσαι. Διαβάζεις, δουλεύεις. Ο Σάββας όμως δεν προλαβαίνει, οι απαιτήσεις εκεί είναι πολλές, κουράζεται, έλεγε η μητέρα.
Κι εγώ κουράζομαι, γράφω εργασίες τις νύχτες.
Όχι, δεν είναι το ίδιο, το σπίτι είναι αλλιώς.
Ο αδερφός της πήρε τελικά το πτυχίο και άρχισε να ψάχνει δουλειά. Γιατί να γυρίσει στην επαρχία; Στην πρωτεύουσα υπάρχουν ευκαιρίες. Δουλειές υπήρχαν, αλλά τα στάνταρ του πολύ ψηλά. Οι γονείς συνέχιζαν να τον στηρίζουν.
Πρέπει να σταθεί εκεί, μετά όλα θα πάνε καλά, καθησύχαζαν.
Περίμεναν, αλλά δύσκολα γινόταν κάτι. Ο Σάββας δούλεψε λίγο και ξαφνικά παντρεύτηκε την κόρη του διευθυντή του, λίγο πριν γεννηθεί το παιδί. Κόπηκε το άγχος: οι πεθεροί του του αγόρασαν σπίτι, ο πεθερός του τον ανέβασε στη δουλειά και του έδωσε κι αύξηση. Τύχη μεγάλη. Οι γονείς ένιωσαν μια ανακούφιση.
Η Ειρήνη παντρεύτηκε κι εκείνη, όχι με το γιο κάποιου μεγαλοστελέχους, αλλά με έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Το σπίτι το πήραν με δικούς τους κόπους, όχι στην Αθήνα βέβαια.
Η κόρη τους γεννήθηκε, μετά αποκτήθηκαν δίδυμα αγόρια. Περίμεναν το δεύτερο και ήρθε διπλή χαρά. Δύσκολα, αλλά δεν παραπονέθηκαν. Τα παιδιά μεγάλωναν, πήγαν σχολείο.
Μετά από 35 χρόνια γάμου, οι γονείς αποφάσισαν να το γιορτάσουν. Τα 25 τα έχασαν, τα 30 επίσης, πάντα τα λεφτά έλειπαν. Τώρα το τόλμησαν.
Ο Σάββας ήρθε με το γιο, η γυναίκα του είχε δουλειά αλλά έστειλε δώρο: κάρτα δώρου για αγορά οικιακής συσκευής. Έδειξε να προτιμά το πλυντήριο πιάτων.
Ο Σάββας το πήγε νωρίτερα, το διάλεξαν, το εγκατέστησαν. Όλο το βράδυ η μητέρα παινέυτηκε το δώρο σε όλους. «Μετά το γλέντι, δεν έχει πιάτα το πλυντήριο τα κάνει όλα!».
Το δώρο της Ειρήνης, μέσα σε τόσες φιλοφρονήσεις για το πλυντήριο, χάθηκε. Ένα ταξίδι για δύο, σαν δεύτερο μήνα του μέλιτος. Κόστιζε παραπάνω, αλλά πλάι στο δώρο του Σάββα, έμεινε αδιάφορο.
Οι γονείς πήγαν, ευχαρίστησαν τη κόρη τους, αλλά είπαν πως ξόδεψε άσκοπα χρήματα. Έφυγε το ταξίδι, το πλυντήριο έμεινε.
Και μετά άρχισαν τα υπονοούμενα: κάθε φορά η μητέρα μιλούσε για τον «επιτυχημένο» γιο. Ο γιος που ζει στην πρωτεύουσα είναι «άνθρωπος». Καριέρα, διαμέρισμα, σύζυγος, παιδί ένα!
Ένα παιδί, όχι τρία στη σειρά. Γιατί τα κάνατε τόσα; Να τα μάθετε σωστά! Τώρα φαίνεται εύκολο, μετά; Ορίστε, ο Σάββας
Ο Σάββας σπίτι με όλα τα καινούργια, η ηλεκτρική σκούπα μόνη της σκουπίζει, τα φώτα ανοιγοκλείνουν, το φαγητό έρχεται έτοιμο, έρχεται και οικιακή βοηθός
Μαμά, ξέρω να τα κάνω όλα μόνη μου, με βοηθούν τα παιδιά και ο άντρας μου.
Αλλά ο Σάββας, όμως
Μα, ο αδερφός σου
Ο καιρός περνούσε, τα παιδιά της Ειρήνης μεγάλωσαν. Κανένα δεν πήγε σε πανεπιστήμια της Αθήνας, αλλά όλα τελείωσαν ανώτατες σπουδές στην τοπική σχολή. Και πάλι η μητέρα σχολίαζε:
Δεν καταφέρατε να μεγαλώσετε σωστά τα παιδιά. Ορίστε, ο Νικήτας του Σάββα
Μαμά, έχουμε καλά παιδιά, κι εσύ για τον Νικήτα δεν ξέρεις όλα! Τους είδαμε, και μόνο καλά δεν είναι τα πράγματα εκεί. Το κατάλαβα αμέσως.
Μη συκοφαντείς, αν εσύ δεν πέτυχες, τα παιδιά σου ακόμα χειρότερα. Μαζέψατε φτώχεια!
Ναι, μαμά, δεν έγινα τίποτα. Καλή δουλειά αλλά όχι στην Αθήνα! Ο άντρας μου πετυχημένος, αλλά όχι ο σωστός! Παιδιά με άριστα πτυχία, αλλά εδώ!
Διαμέρισμα σωστό, αλλά χωρίς οικιακή βοηθό. Ένα κοινό πλυντήριο πιάτων, ηλεκτρική σκούπα, χωρίς πολυτέλειες.
Σας βοηθάμε, αλλά όχι όπως θα ήθελες. Ο Σάββας δεν μπορεί να σας στείλει ούτε για φάρμακα, έχει πολλά έξοδα!
Εκείνος έκανε προκοπή, εσύ τίποτα!
Κάποια στιγμή, ο Σάββας γυρίζει στους γονείς. Η μητέρα νόμιζε για επίσκεψη, αλλά γύρισε μόνιμα. Η γυναίκα του ζήτησε διαζύγιο, τον έδιωξαν από τη δουλειά, τεράστια προβλήματα με τον γιο τους.
Δουλειά στη γενέτειρα δεν έβρισκε, ο μισθός αστείος μπροστά στην Αθήνα.
Ειρήνη, αποφασίσαμε να ανοίξει ο Σάββας δική του δουλειά εδώ. Είναι έτοιμος. Δεν του ταιριάζει να είναι απλός μηχανικός μετά από τόση Αθήνα, λέει η μητέρα.
Αν αποφασίσατε, εσείς να το κάνετε.
Θέλουμε τη βοήθειά σου. Χρειάζονται ευρώ, δάνειο. Εσείς δεν έχετε ανάγκες, δεν είστε στην πρωτεύουσα.
Ο Σάββας όμως δεν είναι πια Αθήνα! Ώρα να πατήσει στη γη.
Εσύ δεν έχεις ανάγκη, εκείνος έχει, γιατί
Μαμά, βοηθάμε τα παιδιά μας κι εσάς, όπως μπορούμε. Θέλουμε κι εμείς να αλλάξουμε το αυτοκίνητο, έχουμε και μικροέξοδα.
Το αυτοκίνητο ας περιμένει. Τα χρήματα του Σάββα είναι πιο σημαντικά.
Το ξέρω, μαμά. Πάντα ο Σάββας ήταν η προτεραιότητα. Από τότε που πήγε Αθήνα, αυτό άρχισε. Όχι, δεν ήθελα ποτέ Αθήνα, αλλά εσείς ούτε εδώ βοηθήσατε.
Το σπίτι των γονιών σου πουλήθηκε για τις σπουδές και το νοίκι του αδερφού μου γιατί «έγινε άνθρωπος». Το σπίτι των γονιών του μπαμπά «πήγαινε βόλτες» με το αυτοκίνητο του Σάββα.
Τότε που ζήτησα δανεικά για καροτσάκι των διδύμων, ούτε δανεικά δεν βρέθηκαν! Νομίζεις πηγαίναμε στον Σάββα στην Αθήνα; Ποτέ δεν μας φιλοξένησαν. Μόνο δέματα παίρναμε από εσάς, μέναμε σε ξενοδοχείο. Δεν άρεσα στη νύφη σας, ήμουν από επαρχία!
Τώρα που χώρισαν και τα χρειάζεται, ούτε σπίτι, ούτε αυτοκίνητο. Ο γιος του το κατέστρεψε.
Ας μην συζητήσουμε τα προβλήματά του, απλώς να βοηθήσουμε.
Όχι, μαμά! Δουλειά στον τόπο μας υπάρχει, μισθοί καλοί. Όχι, για εκείνον είναι λίγα τα λεφτά. Για μας αρκετά, για εκείνον τίποτα.
Τι να του δώσω; Ψιλά; Λεφτά για δουλειά, μετά για αυτοκίνητο, μετά διαμέρισμα Όχι, μαμά! Κάπως αστείο ο «επιτυχημένος» να παίρνει από την «ανύπαρκτη» αδερφή της επαρχίας!
Γιατί μιλάς έτσι μαζί μου;
Όλα καλά, μαμά. Απλώς κατάλαβα τελικά, άνθρωπος έγινε μόνο ο αδερφός μου. Τώρα που μένει μαζί σας, σειρά του να βοηθήσει εσάς. Έφτασε η στιγμή του.
Ειρήνη! Μας αναγκάζεις να πουλήσουμε το διαμέρισμα. Καταλαβαίνεις τι μας βάζεις να κάνουμε;
Αλήθεια; Εγώ; Μη ξεχάσετε να πάρετε τουλάχιστον ένα δωμάτιο!
Το διαμέρισμα πουλήθηκε, πήραν ένα μικρό παλιό γκαρσονιέρα. Τα υπόλοιπα χρήματα τα έδωσαν στον Σάββα, που ξανάφυγε για την Αθήνα. Τι να κάνει στη μικρή τους πόλη, εκεί που δεν «μετρά».
Επιχείρηση δεν έστησε ποτέ, αλλά ο Σάββας για τη μητέρα παρέμεινε «άνθρωπος». Η μαμά, πάλι, έλεγε στην Ειρήνη πόσο «λίγη» είναι, ζητούσε βοήθεια για το σπίτι, χρειαζόταν ανακαίνιση. Η Ειρήνη βοηθούσε, αλλά για ανακαίνιση της είπε όχι.
Ξέρω ότι το σπίτι θα πάει πάλι στο Σάββα, ας το φροντίσει αυτός! Εξάλλου, μεγάλος άνθρωπος είναι πια!
Τα λεφτά του αδερφού τελείωσαν, γύρισε στους γονείς. Σε μια γκαρσονιέρα όλοι μαζί στριμωγμένοι, αλλά τι να κάνουν;
Χωράει άνθρωπος κι έξω και μέσα. Τελικά, το στοίχημα των γονιών δεν βγήκε, όπως λέμε: γελάστηκαν.
Εσείς τι λέτε για όλα αυτά; Γράψτε στα σχόλια, πατήστε το like!




