Δε θα δώσω τα κλειδιά
Καταλαβαίνεις ότι το καταφέραμε επιτέλους; είπα στον Σπύρο, στεκόμενη στη μέση του άδειου σαλονιού με το κλειδί στο χέρι. Το μέταλλο ήταν κρύο και βαρύ, το είχα σφίξει τόσο που οι εγκοπές του είχαν αφήσει μικρά κόκκινα σημάδια στην παλάμη μου.
Το καταλαβαίνω, απάντησε και με αγκάλιασε από πίσω, ακουμπώντας το πιγούνι του στο κεφάλι μου. Δικό μας.
Δικό μας. Η λέξη ακουγόταν τόσο περίεργη, που την πρόφερα φωναχτά, απλά για να δω πώς θα ηχούσε σ αυτούς τους τοίχους που ακόμα μύριζαν μπογιά. Πέντε χρόνια πηγαινοερχόμασταν με τον Σπύρο σε νοικιασμένα διαμερίσματα. Πρώτα ένα μικροσκοπικό δυάρι στο Γαλάτσι που μας το νοίκιαζε μια φίλη της Ειρήνης, μετά δύο δωμάτια σε ένα παλιό διαμπερές στη Νέα Σμύρνη, μετά άλλο ένα δυάρι στη Δάφνη, καλό αλλά με μια ιδιότροπη σπιτονοικοκυρά που πεταγόταν ξαφνικά να ελέγξει τις κατσαρόλες της. Πέντε χρόνια. Εγώ σαράντα δύο, ο Σπύρος σαράντα έξι. Ενήλικες. Μας πήρε πέντε χρόνια τσιγκουνιάς και προσπαθειών, ακυρωμένες διακοπές, δεύτερες δουλειές και ένα δώρο της μαμάς για τα γενέθλια, για να πατήσουμε επιτέλους σε πάτωμα που μας ανήκει.
Το διαμέρισμα ήταν μικρό. Δύο δωμάτια στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι, τα παράθυρα έβλεπαν στην εσωτερική αυλή. Ο Σπύρος έλεγε ότι ήταν το καλύτερο από όσα είχαμε δει, και συμφωνούσα, αν και όταν μπήκαμε πρώτη φορά με τη μεσίτρια με είχε ψιλοαγχώσει η στενότητα του χολ. Μπαίνει μόνο ένα ντουλάπι, κι αυτό πρέπει να το σκεφτείς καλά: ποιο, γιατί, πώς. Αλλά μετά είδα την κουζίνα. Βλέπει ανατολικά κι έτσι το πρωί μπάζει ο ήλιος. Αμέσως φαντάστηκα εμένα με καφέ να κοιτάζω τα περιστέρια να ξυπνάνε. Κι εκεί τελείωσε η αμφιβολία.
Μπήκαμε στα μέσα Σεπτέμβρη, μόλις είχαν τελειώσει οι τελευταίες επισκευές και η μπογιά ακόμα μύριζε ελαφρά. Ο Σπύρος κουβαλούσε κούτες, εγώ τακτοποιούσα τα πιάτα, διαφωνούσαμε πού θα μπει ο καναπές και οι δυο μας, φυσικά, τον θέλαμε στο παράθυρο, λες και είχαμε δύο. Τελικά τον βάλαμε στη μέση κι αποδείχτηκε τελικά καλύτερο έτσι. Η κυρία κάτω, η καλή η κυρία Καλλιόπη, χτύπησε την πόρτα και μας έφερε σπανακόπιτα. Είπε πως χαίρεται που ήρθαν κανονικοί άνθρωποι. Τότε σκέφτηκα: αυτό σημαίνει δικό σου.
Αλλά ακόμη και το πρώτο εκείνο βράδυ που τρώγαμε σπανακόπιτα καθισμένοι στο πάτωμα, επειδή ακόμη δεν είχαμε μοντάρει το τραπέζι, ο Σπύρος σοβάρεψε ξαφνικά.
Πρέπει να πάρουμε τη μαμά τηλέφωνο, είπε. Θα παρεξηγηθεί αν δεν την καλέσουμε για καλή αρχή.
Άφησα κάτω το κομμάτι μου.
Ρε Σπύρο
Έλα τώρα, Έλενα, είναι μάνα.
Το ξέρω, απλά ζητάω μια μέρα. Μια μέρα για εμάς τους δυο μόνο.
Εντάξει, είπε. Μια μέρα. Το Σάββατο τους φωνάζουμε.
Έγνεψα καταφατικά. Μια μέρα ήταν κάτι.
Για την πεθερά μου, τη Μάρω, ό,τι και να πεις, το κυριότερο μένει πάντα απ’ έξω. Το θέμα μαζί της δεν είναι τι κάνει, αλλά πώς το κάνει. Ποτέ δεν φωνάζει. Ποτέ δεν μαλώνει. Μπαίνει στο δωμάτιο, ρίχνει μια ματιά σαν να ψάχνει για λάθος κι όλο κάτι βρίσκει. Και το αναφέρει σαν χάρη: Έλενα, να το ξέρεις, αυτό το ραφάκι κρέμεται λίγο. Το είχα δει. Έτσι το κρέμασα, γιατί ο τοίχος παραήταν στραβός κι αλλιώς δεν γινόταν. Να το εξηγήσω στη Μάρω; Σαν να εξηγείς στον αέρα γιατί φυσάει όπου του καπνίσει.
Είναι εβδομήντα ενός. Δούλευε χρόνια οικονομική διευθύντρια σε γνωστή εταιρεία και συνήθισε να έχει τον τελευταίο λόγο. Με τον άντρα της, τον κύριο Θόδωρο, ήρεμο, καλοκάγαθο και λάτρη του ψαρέματος και των παλιών ελληνικών ταινιών, μιλάει σα να ναι υφιστάμενός της. Όχι άσχημα, απλώς δεν χωρά αντίρρηση. Ο Θόδωρος το έχει χωνέψει αυτό εδώ και χρόνια. Ο Σπύρος, παιδί μέσα σ αυτό, επίσης.
Το κατάλαβα από τους πρώτους μας μήνες. Είχαμε πάει σπίτι τους, η Μάρω είχε στρώσει τραπέζι όλα άψογα. Με ρώτησε τι δουλειά κάνω. Είπα δουλεύω γραφίστρια σε μια εταιρεία διαφήμισης. Έγνεψε και είπε: Ε, εντάξει, δε θα είναι και τρομερά δύσκολο φαντάζομαι. Όχι ειρωνικά. Ως γεγονός. Δεν απάντησα. Έφαγα το κεφτεδάκι μου. Από τότε, το ίδιο: σιωπή και μπουκιά. Οχτώ χρόνια έτσι πάει. Από τότε που παντρευτήκαμε. Και πέντε τώρα που ζούμε νοικιασμένοι, η Μάρω λέει συχνά ότι οι σωστοί άνθρωποι στα σαράντα έχουν δικό τους κεραμίδι. Δεν το έλεγε ανοιχτά για εμάς. Θύμιζε για την ξαδέρφη τη Νίκη που τα κατάφερε και πήρε στεγαστικό στα τριάντα έξι ή το ανίψι που πήρε δυάρι με μικρότερο μισθό απ τον δικό σας, το ξέρω. Ήξερε τα πάντα. Για όλους.
Τώρα όμως, που πήραμε το δικό μας, καλέσαμε κόσμο το Σάββατο. Η αδερφή του Σπύρου, η Δέσποινα με τον άντρα της, η φίλη μου η Γιώτα, δυο συνάδελφοι του Σπύρου. Κι, εννοείται, η Μάρω με τον κύριο Θόδωρο.
Ήρθαν πρώτοι. Άκουσα το κουδούνι και κάτι αναδεύτηκε μέσα μου. Λίγο, όσο κι αν ήταν γνώριμο και σαν πριν από εξετάσεις. Ο Σπύρος άνοιξε. Η Μάρω μπήκε κρατώντας βαζάκι με ελιές και κουτί γλυκό. Πίσω ο κύριος Θόδωρος, με μια φιάλη αφρώδη ρετσίνα, λες κι ήξερε ότι η βραδιά θα τραβούσε.
Εδώ είμαστε λοιπόν, είπε η Μάρω κι έκανε έλεγχο με το βλέμμα.
Η παύση, αν και μικρή, μου τράβηξε το μάτι την είχα μάθει τόσα χρόνια. Σκάναρε το χολ: ένα ντουλάπι, καθρέφτης, κλειδοθήκη, κρεμάστρα από τον Μασούτη το μαγαζάκι απέναντι.
Μικρό το χολ είπε τελικά. Ούτε κακόγλωσσα ούτε ευγενικά. Έτσι, μια διαπίστωση.
Αλλά ζεστό απάντησε ο Σπύρος.
Ναι, καλά, κι ήδη περνούσε μέσα.
Την ακολούθησα κι εγώ, κοιτώντας το σπίτι μας με τα μάτια της. Ο καναπές όχι στο παράθυρο. Η βιβλιοθήκη λιγάκι στραβή, όπως πάντα στα παλιά διαμερίσματα. Οι κουρτίνες είχαν μπεζ ρίγα, μου φάνηκε χαρούμενο, μοντέρνο τώρα περίμενα τι θα πει.
Ανοιχτόχρωμες πήρατε, είπε. Θα λερώνουν.
Πλένονται, απάντησα.
Με κοίταξε. Όχι ενοχλημένη. Απλά έτσι, σα να άκουσε κάτι αναμενόμενο και περίεργο μαζί.
Ε, σίγουρα πλένονται, Έλενα. Το έλεγα, έτσι.
Ο κύριος Θόδωρος χώθηκε σιωπηλός στην κουζίνα, άραξε και κοιτούσε την αυλή. Του χρωστούσα χάρη.
Μόλις ήρθαν όλοι οι καλεσμένοι, έφτιαξε ατμόσφαιρα. Η Γιώτα έφερε ένα μεγάλο μπουκέτο πορτοκαλί χρυσάνθεμα που στόλισε την κουζίνα σαν γιορτή. Η Δέσποινα με αγκάλιασε και ψιθύρισε επιτέλους δικό σου, Έλενα, χαίρομαι τόσο. Οι συνάδελφοι του Σπύρου, ο Μιχάλης και ο Νίκος, κόλλησαν με τον κύριο Θόδωρο να μιλούν για ψάρεμα έπρεπε να τους μαζέψουμε δυο φορές για φαγητό.
Η Μάρω κάθισε αρχηγός στο τραπέζι. Δεν της δώσαμε θέση καταλάμβανε όποια θεωρούσε σωστή. Ήπιε λίγο, έφαγε μαζεμένα, πώς και πώς σχολίαζε τους γείτονες του σπιτιού τους στο Χαλάνδρι, ρώτησε για έξοδα ανακαίνισης και ύφος σα να τα ξέρει ήδη όλα. Σε κάποια φάση, η Γιώτα διηγήθηκε αστείο περιστατικό από το πρώτο διαμέρισμα που νοίκιασαν με τον άντρα της και το χαλασμένο θερμοσίφωνα γελάσαμε όλοι, ακόμα και η Μάρω χαμογέλασε. Μετά είπε: Ε, ό,τι να ναι νοικιάζουν οι νέοι. Θέλει πιο δελεαστική προσοχή. Η Γιώτα σταμάτησε να γελάει. Της έβαλα κρασί.
Μετά το γλυκό, η Δέσποινα με τον άντρα της έφυγαν να πάρουν τα παιδιά από τη γιαγιά τους, οι συνάδελφοι και η Γιώτα το ίδιο. Η Γιώτα με χαιρέτησε στην πόρτα με ένα κρατήσου, τόσο ζεστό, που κατάλαβα ότι κατάλαβε περισσότερα απ όσα νόμιζα.
Μείναμε τέσσερις. Ο Σπύρος μάζευε, εγώ έπλενα. Ο κύριος Θόδωρος ροχάλιζε στον καναπέ με το τηλεκοντρόλ στο χέρι του. Η Μάρω μπήκε στην κουζίνα.
Να βοηθήσω; είπε.
Μη, τα φτιάχνω, απάντησα.
Έγινε, ξέρεις εσύ. Έμεινε στο παράθυρο κοιτώντας την αυλή. Καλή είναι η γκαρσονιέρα. Μικρή, αλλά θα τη συνηθίσετε.
Σκούπισα ένα πιάτο.
Εμένα μου αρέσει, είπα.
Ναι, εσένα σου αρέσουν όλα! Καλή συνήθεια. Ο Σπύρος δεν έχει έγνοιες μαζί σου.
Δεν ήξερα αν ήταν κομπλιμέντο ή όχι. Μάλλον ούτε εκείνη το ήξερε.
Έλενα, ήθελα να σε ρωτήσω, γύρισε και με κοίταξε επίμονα. Ο τόνος της άλλαξε: όχι πιο τρυφερός, ούτε πιο αυστηρός, απλά πιο δουλειάς. Τα κλειδιά θα μου δώσετε;
Κόλλησα.
Πώς;
Ένα αντίγραφο των κλειδιών. Να μπορώ να έρχομαι. Να βοηθάω. Ο Σπύρος δουλεύει αργά, κι εσύ το ίδιο. Να έρχομαι πρωί, να ποτίζω, να σκουπίζω. Δεν με πειράζει. Είμαι συνταξιούχα, έχω χρόνο.
Σιώπησα για τρία δευτερόλεπτα.
Μάρω, είναι καλή η σκέψη, αλλά δε χρειάζεται.
Πώς δε χρειάζεται; Μάρω με μέτωπο ήρεμο αλλά πεισμωμένο. Δεν είπα ότι δεν τα καταφέρνετε. Είπα ότι μπορώ να βοηθήσω. Διαφέρει.
Είμαστε εντάξει.
Έλενα, μη γίνεσαι πεισματάρα. Ένα κλειδί είναι. Δεν είμαι ξένη. Μάνα του Σπύρου είμαι.
Ο Σπύρος μπήκε με μια στοίβα πιάτα. Μας κοίταξε και κάπως κατάλαβε. Άφησε τα πιάτα και έμεινε όρθιος.
Τι έγινε;
Τίποτε, είπε η Μάρω. Ζητάω ένα κλειδί να βοηθάω. Τόσο φυσιολογικό είναι, Σπύρο. Όπως τότε ο θείος σου και η Κλάρα που πήγαινε όποτε ήθελε, κανείς δεν τους είπε όχι.
Ο Σπύρος κοίταξε εμένα.
Έλενα;
Εκεί, εκείνη την στιγμή, όλα κρίνονταν. Το ένιωσα στα σωθικά. Οχτώ χρόνια συμβιβασμών και σιωπής. Και κάθε φορά ένιωθα πως κάτι μικρό μέσα μου μειωνόταν. Ελάχιστα. Αλλά οχτώ χρόνια είναι καμιά φορά πολλά μικρά ελαττώματα.
Όχι, είπα.
Η Μάρω σήκωσε τα φρύδια.
Τι σημαίνει όχι;
Σκούπισα τα χέρια μου στην πετσέτα. Αργά, γιατί ήθελα να νιώθω το πάτωμα δικό μας. Ότι αυτή είναι η κουζίνα μας.
Δεν θα σας δώσουμε τα κλειδιά. Είναι το σπίτι μας και θέλουμε όλοι, όποιος έρχεται, να συνεννοείται πρώτα. Να χτυπήσει ένα τηλέφωνο. Και αυτό ισχύει για όλους, όχι μόνο για εσάς.
Έλενα, είπε το όνομά μου ακριβώς όπως όταν έχεις θυμώσει με παιδί. Κάνεις θέμα χωρίς λόγο. Μια βοήθεια ζήτησα.
Πιστεύω ότι θέλετε να βοηθήσετε. Αλλά τα κλειδιά, όχι.
Σπύρο, γύρισε στον γιο της. Πες της εσύ.
Θυμάμαι εκείνο το λεπτό. Ο Σπύρος δίπλα στο ψυγείο, κοίταζε μια εμένα μια τη μάνα του. Ήξερα πως μέσα του κάτι πάλευε. Η συνήθεια να λέει ναι στη μάνα, ριζωμένη ψηλά, από μικρός. Θυμόταν όμως και τα πέντε χρόνια που μείναμε νοικιασμένοι, τις διακοπές που ακυρώσαμε, τη δουλειά τα Σαββατοκύριακα, τα λογότυπα που έφτιαχνα για να μαζέψουμε ευρώ προς ευρώ. Θυμόταν τη μέρα της υπογραφής στο συμβολαιογραφείο, το κλειδί στο χέρι μου, βαρύ και κρύο.
Μαμά, είπε, η Έλενα έχει δίκιο. Τα κλειδιά, όχι.
Τέτοια σιγή που ένιωθες ότι αν την άνοιγες, θα βρισκόσουν μέσα σε ένα κουβάρι.
Μιλάς σοβαρά, είπε η Μάρω. Ούτε ερώτηση ούτε παράπονο.
Σοβαρά. Αν θέλεις να έρθεις, πάρε μας τηλέφωνο. Πάντα καλοδεχούμενοι. Αλλά να μπαίνεις χωρίς να ξέρουμε κανείς δεν το θέλουμε.
Η Μάρω τον κοίταξε πολλή ώρα. Και μετά κι εμένα. Το άντεξα δύσκολα, να πω την αλήθεια. Ένιωσα κάτι να τρέμει μέσα μου, να μη φαίνεται.
Εντάξει τότε, είπε τελικά. Αυτό να γίνει.
Βγήκε από την κουζίνα. Άκουσα να ξυπνάει τον κύριο Θόδωρο στο σαλόνι, του είπε κάτι σιγανά κι ήρθαν στην εξώπορτα. Ο Θόδωρος κοιτούσε τα παπούτσια του, σαν να τα έβλεπε πρώτη φορά.
Ευχαριστούμε για το τραπέζι, είπε. Και καλόριζικο.
Μαμά, πήγε να πει ο Σπύρος.
Όλα καλά, Σπύρο. Αργά είναι. Πάμε.
Έφυγαν. Κλείδωσα και στηρίχτηκα στην πόρτα. Ο Σπύρος δίπλα μου, σιωπή.
Πώς είσαι; με ρώτησε.
Δεν ξέρω ακόμα, του απάντησα ειλικρινά. Εσύ;
Ούτε κι εγώ.
Πήγαμε κουζίνα. Έβαλα τσάι. Ο Σπύρος κάθισε και με κοιτούσε που έβραζα το νερό.
Έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα, είπε. Παλιά. Όχι σήμερα.
Το έκανες σήμερα. Φτάνει.
Θα παρεξηγηθεί.
Το ξέρω.
Για καιρό.
Και αυτό το ξέρω, Σπύρο.
Έπιασε τη κούπα στα χέρια. Έξω στην αυλή σκοτάδι και σιγή. Μακριά περνούσε κάποιος συρμός του μετρό.
Μπράβο σου, είπε. Πρώτη το είπες εσύ.
Δεν απάντησα. Απλά καθόμουν και ένιωθα το τρέμουλο να χαμηλώνει.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν περίεργα. Όχι άσχημα. Απλά περίεργα. Η Μάρω δεν τηλεφώνησε. Συνήθως μιλούσε στον Σπύρο κάθε δυο-τρεις μέρες, πάντα με αφορμή: τι κάνετε, έμαθες για τον γείτονα, μην ξεχάσεις του θείου σου τη γιορτή. Τώρα τίποτα. Ο Σπύρος έλεγχε το κινητό πιο συχνά. Το έβλεπα.
Πάρε την εσύ, του είπα μια μέρα.
Όχι, αποκρίθηκε. Να το κάνει εκείνη πρώτη.
Δεν είπα άλλη κουβέντα.
Αντίθετα, με πήρε η Δέσποινα. Τρεις μέρες μετά το τραπέζι.
Έλενα, η μαμά σε πήρε;
Όχι.
Ούτε εμάς. Ο μπαμπάς μόνο έγραψε στεναχωριέται. Τι έγινε;
Τα είπα όπως ήταν, λιτά. Η Δέσποινα σιώπησε.
Κατάλαβα. Μπράβο, πάντως.
Λες;
Ναι. Τα ίδια έκανε και σ εμάς με τον Γιάννη. Της έδωσα το κλειδί τότε. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα. Ο Γιάννης τρελάθηκε. Πάνω στα πολλά, έχασα τα κλειδιά, δεν έκανα νέα. Δεν μας μίλησε τέσσερις μήνες. Έπειτα όλα κύλησαν καλύτερα.
Άρα κανά τετράμηνο παρεξήγηση;
Ίσως και περισσότερο. Μετά όμως όλα καλά.
Αυτό το μετά το κρατούσα μέσα μου σαν φως σε σκοτεινό διάδρομο.
Το σπίτι μας σιγά-σιγά ζωντάνευε. Από το παζάρι της λαϊκής αγόρασα έναν μεγάλο κάκτο σε πήλινο κασπώ, τον έβαλα στο περβάζι της κουζίνας. Πλάι του μια κεραμική κούπα με σκαντζοχοιράκια που μου είχε χαρίσει η Γιώτα κάποτε όλα τα χρόνια σε κούτα για καλύτερες μέρες. Τώρα τη χάρηκα δημόσια.
Ο Σπύρος κάρφωσε επιτέλους το ράφι του μπάνιου με φωτιστικό πάνω απ τον καθρέφτη όπως ονειρευόταν. Αγοράσαμε από το Φως του Άρη, μικρό μαγαζάκι με φωτιστικά, ένα πορτατίφ γλυκό, κεχριμπαρένιο. Το ανάβαμε το βράδυ και γινόταν το σαλόνι μαλακό, ζεστό, σαν όνειρο.
Τρεις μέρες τη βδομάδα δούλευα από το σπίτι. Και τις ζούσα όλες δικές μου. Έβραζα καφέ, άκουγα μουσική ό,τι ήθελα και για πρώτη φορά δεν φοβόμουν μήπως ξεπεταχτεί κάποιος στην πόρτα. Απλή ασφάλεια. Αλλά για μένα, κάτι πολύ καινούργιο.
Η Μάρω συνέχιζε να μη μιλάει.
Πέρασε η πρώτη, μετά η δεύτερη εβδομάδα. Ο Σπύρος πήγε μόνος μια Κυριακή στους δικούς του, μου το είπε εκ των υστέρων. Είπε ότι η Μάρω ήταν ψυχρή, λακωνική, και ο κύριος Θόδωρος απλά του μιλούσε για ένα καινούργιο μέρος για ψάρεμα και χαιρόταν να αλλάζει θέμα.
Πώς ήταν; ρώτησα.
Στενοχωρημένη, αλλά κρατιέται. Ξέρεις τώρα πώς είναι, δε θα κάνει φασαρίες απλά θα σουφρώσει το στόμα.
Πώς ακριβώς;
Να έτσι, μου έκανε το ύφος. Σήκωσε το πηγούνι ψηλά, έριξε το βλέμμα λίγο στο πλάι, τα χείλη πικρά, αλλά ίσα.
Γέλασα, αλλά σταμάτησα αμέσως.
Σπύρο, σου είναι δύσκολο;
Πολύ, παραδέχτηκε. Δεν το μετάνιωσα όμως. Αν τότε έλεγα ναι ρε μαμά, πάρε το κλειδί, δεν θα με σεβόμουν μετά.
Το είπε απλά, χωρίς τύψεις. Έτσι τον πίστεψα.
Πέρασε μήνας αμίλητος. Ύστερα άλλος ένας. Η Μάρω έπαιρνε τον Σπύρο μια φορά τη βδομάδα, λυτά, πρακτικά. Αν είναι άρρωστος, αν ο Θόδωρος πονάει το γόνατο και κάνει να πάει γιατρό. Τίποτε για το σπίτι ή τα κλειδιά. Ο Σπύρος το ίδιο λυτά, έκλεινε το τηλέφωνο λες και πέρασε από αγκάθια.
Σκεφτόμουν πιο συχνά τη Μάρω απ ό,τι νόμιζα. Όχι με κακία με ένα καινούριο κατανοητό που έρχεται όταν βλέπεις τον άλλον όχι σαν ρόλο. Η Μάρω πάντα αρχηγός στη δουλειά, στο σπίτι, διοργάνωνε τα πάντα, έλυνε τα πάντα. Μεγάλωσε σχεδόν μόνη τα παιδιά. Το σπίτι στο Χαλάνδρι το απέκτησε όταν ήταν τρέλα να συμβεί κάτι τέτοιο για μια γυναίκα. Ο έλεγχος ήταν τρόπος να εκδηλώσει νοιάξιμο. Άλλους τρόπους αγάπης δεν πάντρευε.
Δεν τη δικαιολογούσα. Απλά το καταλάβαινα.
Η Γιώτα ρώταγε κάθε φορά που βρισκόμασταν, συνήθως στη Χάλκινη Τσαγιέρα κοντά στο μετρό της Δάφνης όχι τίποτα, απλά ήταν ήσυχα και δεν φώναζες πάνω απ τη μουσική. Έπαιρνε πάντα καπουτσίνο και κρουασάν, εγώ φραπέ ή καμιά κολοκυθόσουπα αν είχε. Το Νοέμβρη ήταν ζεστή κι ωραία.
Ακόμα κρατάει μούτρα; με ρώτησε χαϊδεύοντας την κούπα.
Κρατάει.
Για πολύ.
Η Δέσποινα λέει και τέσσερις μήνες.
Και πώς το παίρνεις;
Σκέφτηκα ανοιχτά.
Δεν είναι ωραία, όχι γιατί μετάνιωσα αλλά γιατί η σιωπή αυτή με πνίγει. Όλο λέω αν θα μπορούσα να το έλεγα πιο μαλακά, πιο όμορφα.
Άμα το έλεγες αλλιώς, θα το καταλάβαινε;
Ίσως όχι.
Εσύ τίποτα δεν έκανες κακό. Απλά είπες όχι.
Το όχι μερικές φορές είναι βουνό.
Θυμάσαι που μου έλεγες για την Ντίνα, εκείνη τη σπιτονοικοκυρά που πεταγόταν όποτε ήθελε;
Θυμάμαι.
Πώς ένιωθες;
Τη θυμήθηκα. Μικροκαμωμένη, με καφέ παλτό, ερχόταν Τετάρτη παραΤετάρτη να κοιτάξει. Μια φορά μ έπιασε στο χολ με πετσέτα, μόλις βγήκα απ το μπάνιο και με κοιτούσε έτσι λες και το σπίτι ήταν της. Ήταν, βέβαια.
Άσχημα, απάντησα.
Τώρα, είσαι σπίτι σου. Πραγματικά.
Και ήταν αλήθεια. Ήμουν σπίτι μου.
Ήρθε χειμώνας. Αγοράσαμε μικρό έλατο από το παζάρι, ζωντανό, που μύριζε ρητίνη. Στολίσαμε παιχνίδια που κουβαλάμε κάθε μετακόμιση μαζί μας σε ένα κουτί με τη στάμπα Χριστούγεννα, ανάμεσά τους ένας παλιός Άγιος Βασίλης από γυαλί που είχα αγοράσει με τον πρώτο μου μισθό. Πάντα πρώτος στο δέντρο.
Πρωτοχρονιά μόνοι. Ταινία, μανταρίνια, χαζογεύματα που ετοίμασα από το πρωί. Σαμπάνια τα μεσάνυχτα στο ανοιχτό παράθυρο μείον οκτώ, το κλείσαμε γρήγορα και γελάσαμε.
Καλή χρονιά, είπε ο Σπύρος.
Παρά τα ζόρια;
Εξαιτίας των ζόρια.
Κατάλαβα: Οι δυσκολίες μας έκαναν δυνατότερους.
Η Μάρω πήρε τηλέφωνο στις 8 Ιανουαρίου. Εμένα, όχι τον Σπύρο.
Το βλέπω στην οθόνη και το κρατάω λίγα δευτερόλεπτα. Μετά απαντώ.
Ελένη, είπε. Πάντα όλο το όνομά μου όταν θέλει να σοβαρέψει.
Μάρω;
Να πω χρόνια πολλά και καλή χρονιά. Οψιμο.
Ευχαριστώ. Επίσης.
Πάυση.
Πώς είστε εκεί;
Μια χαρά. Βολευόμαστε.
Έλατο βάλατε;
Βάλαμε. Ζωντανό.
Καλό είναι. Τα ζωντανά άντεχουν.
Και πάλι σιωπή. Εγώ κοιτούσα τον κάκτο στο περβάζι. Είχε δει στις γιορτές μια χαρά.
Έλενα, είπε, κι είχε μια χρειά στη φωνή κάτι ανάμεσα σε κόπο και προσπάθεια. Θα ήθελα να έρθω μια μέρα. Αν δεν έχετε πρόβλημα.
Κανένα. Να τηλεφωνήσετε πρώτα.
Εννοείται. Θα τηλεφωνήσω.
Εντάξει.
Καλά, λοιπόν. Χαιρετισμούς στον Σπύρο.
Θα του πω.
Έκλεισε. Στάθηκα, ήπια νερό αργά, όλο το ποτήρι.
Το είπα αργότερα στο Σπύρο.
Σε πήρε εσένα; κάθεται στον καναπέ, δεν ξέρει αν να χαρεί ή να περιμένει τι θα γίνει.
Εμένα. Θέλει να έρθει. Θα τηλεφωνήσει πρώτα.
Μόνο αυτό;
Μόνο.
Έτσι.
Έτσι.
Έβγαλε έναν αναστεναγμό, ούτε θλίψη ούτε ανακούφιση. Όπως όταν κάτι προχωρά έστω κι ελάχιστα.
Χαίρεσαι;
Δεν ξέρω ακόμα, είπε. Θα δούμε πώς θα το κάνει. Αυτό είναι άλλο κεφάλαιο, Σπύρο. Επόμενο βήμα.
Όντως, συμφώνησε.
Πήρε ξανά τέλη Γενάρη το βράδυ. Σπύρο, μπορούμε να έρθουμε Κυριακή αν σας βολεύει; Να ρωτήσω και την Έλενα. Με κοίταξε. Έγνεψα.
Έλα μαμά, κατά τις μία.
Καλώς. Θα φέρω μηλόπιτα σ αρέσει.
Μ αρέσει.
Ήρθαν Κυριακή μεσημέρι. Η Μάρω με το ίδιο παλτό, άλλο φουλάρι αυτή τη φορά, ο κύριος Θόδωρος κουβαλούσε την πίτα τυλιγμένη σε πετσέτα.
Στην είσοδο κάπως αμήχανη κοίταξε γύρω, αλλά δεν είπε για το χολ κουβέντα. Ξεσκαρτάρισε και πήγε μέσα.
Το έλατο το βγάλατε, παρατήρησε.
Το βγάλαμε.
Κρίμα, τα φυσικά κρατάνε καλά.
Πήραμε τσάι. Ο κύριος Θόδωρος έλεγε τα δικά του, η Μάρω με ρώτησε για τη δουλειά. Της είπα για το καινούριο project, λογότυπο για φούρνο. Το διάλεξαν το πιο παράξενο, αλλά τελικά το πιο σωστό. Η Μάρω άκουγε. Όχι δήθεν, αλλά αληθινά.
Άρα έχει νόημα η δουλειά σου, είπε. Αφού ο άλλος διαλέγει από μόνος του.
Έχει.
Καλό αυτό.
Ο κύριος Θόδωρος ζήτησε να δει την αυλή από την κουζίνα, είπε φαίνεται ωραία στις φωτογραφίες. Ο Σπύρος τον πήγε και πιάσανε πάλι το ψάρεμα, νομίζω.
Έμεινα μόνη με τη Μάρω. Καθόταν στον καναπέ, κοιτούσε το πορτατίφ.
Ωραίο φως. Ζεστό.
Μας αρέσει.
Σιώπησε λίγο.
Δεν θα ερχόμουν κάθε μέρα. Ξέρεις, έτσι;
Την κοίταξα. Αυτή όχι.
Ίσως όχι κάθε μέρα, είπα.
Έκανε μια γκριμάτσα ανεπαίσθητα. Όχι θυμωμένη, απλά παραδέχτηκε ότι την κατάλαβα.
Δεν ζητάω κλειδιά, είπε. Να το ξέρεις.
Το ξέρω.
Εντάξει. Ήπιε γουλιά από το τσάι της. Τι τσάι είναι αυτό;
Ορεινός Λιβάδι, μικρής εταιρείας, το πέτυχα τυχαία.
Γράψε μου το.
Θα το γράψω.
Έξω μουντό, αλλά γενικά όχι καταθλιπτικό. Εκείνο το αχνό λευκό φως του Ιανουαρίου που κάνει όλα να φαντάζουν λιγάκι άυλα, σαν ακουαρέλα. Ο κάκτος στο περβάζι, η κούπα με τα σκαντζοχοιράκια. Η Μάρω στο καναπέ μας, δική μας κούπα τσάι, και ήταν σκέτο. Όχι καλό, όχι κακό. Ήταν αυτό που ήταν.
Το Φλεβάρη ξαναπήρε. Πέμπτη βράδυ να ρωτήσει αν το Σάββατο μπορούν. Ήρθε με δικό της μαρμελάδα, δαμάσκηνο που είχε κάνει το καλοκαίρι, κι ο κύριος Θόδωρος με κάτι ψάρια από παλιά ψαριά σε σακούλα.
Ο Σπύρος μετά μού εξομολογήθηκε πως δεν το περίμενε να το κάνει τόσο γρήγορα ή ότι έστω δεν θα προσπαθούσε κάτι καινούριο.
Μπορεί να προσπαθήσει, είπα.
Ίσως, απάντησε. Αλλά ακόμα όχι.
Ακόμα όχι.
Το βράδυ πλενόμαστε. Ο Σπύρος έπλενε, εγώ σκούπιζα. Απ έξω νύχτα, τα φώτα στην αυλή. Κάποιος έβγαζε βόλτα έναν στριφτό ασπροκίτρινο σκύλο που κοιτούσε στο χιόνι και φτερνιζόταν.
Πώς λες να πάει στο μέλλον; ρώτησε ο Σπύρος.
Κράτησα ένα πιάτο με μπλε ρίγα που αγοράσαμε στις αρχές, εμείς οι ίδιοι.
Δεν ξέρω, απάντησα. Θα δούμε.
Έξω ο σκύλος βρήκε ό,τι έψαχνε κι ανατάραξε την ουρά. Ο ιδιοκτήτης τον χάιδεψε. Έφυγαν. Το φως από τα φανάρια έσβηνε ατάραχο και ήσυχο.
Σπύρο, τον φώναξα.
Τι;
Τίποτε, έτσι.
Χαμογέλασε. Έβαλα το πιάτο στη θέση του. Στο ντουλάπι μας. Στην κουζίνα μας. Στο δικό μας σπίτι.





