Το δείπνο
Στέφανος
Πέντε χρόνια μετά το διαζύγιο, ο Στέφανος άφησε τελικά το παρελθόν και αποφάσισε ξανά να αναζητήσει μια σοβαρή σχέση. Ο ίδιος είχε κάτι που έλειπε λίγοι: ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, καλή δουλειά σε μια εταιρεία λογισμικού, και η προσωπικότητά του ήταν ήπια και φιλική· θεωρούσε τον εαυτό του καλόκαρδο και με ήσυχο πνεύμα. Όμως, τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο απλά…
Από τη δουλειά του, από τους γείτονες και από τους παλιούς του φίλους, όλοι τον θεωρούσαν έναν ακριβό άνθρωπο, «χρυσό το κέλυφος του», χωρίς κακές συνήθειες· «Τίποτα όμως δεν είναι γυμνό», έλεγαν. Ήταν παντρεμένος, είχε έναν μικρό γιό που του πήγαινε σα φως στον ήλιο, περνούσε τα Σαββατοκύριακα μαζί του, και είχε φιλικές σχέσεις με την πρώην σύζυγό του. Όλα αυτά έκανε να φαίνεται «καλός άντρας».
Έφτασαν όμως δύο γυναίκες που τον προσεγγίζονταν, οι συναντήσεις ήταν ευχάριστες· πήγαν σε θέατρα, σινεμά, αλλά όποτε η συζήτηση έπαιρνε πιο σοβαρό τόνο, ο Στέφανος έσβηνε το φως του, έφευγε από τα βλέμματα και προσπαθούσε να μην αγγίξει το θέμα που τον άγγιζε.
-«Αχ, τα κορίτσια!» έλεγε η συνάδελφος, «Του είπα ότι μαγειρεύω καλά, κερδίζω νόμισμα, δεν θα είναι βάρος» και εκείνος, σαν να άκουσε κάτι που δεν ήθελε, έσπευδεν σπίτι, «συγγνώμη, ξαφνικά προέκυψαν επείγοντα πράγματα».
-«Κι εγώ προσπαθώ να βρω κάτι» πρόσθεσε η άλλη, «και πάλι, μόλις του είπα να με μετακομίσει, φύγε σαν άνεμος».
Ένας νεαρός συνάδελφος, που άκουγε τη συζήτηση, τους κορόιδευσε και πρόσθεσε:
-«Τι τους χρωστά! Ποιος θέλει επιπλέον προβλήματα; το γάμο το ξέρει από μόνος του, το μόνο που του λείπει είναι η ηρεμία».
Κάποια αλήθεια υπήρχε στα λόγια του: τα πρώτα τρία χρόνια μετά το διαζύγιο, ο Στέφανος έβλεπε τη ζωή σαν μια διαδρομή για να καταλάβει τι λείπει. Πίστευε ότι η ευκαιρία είναι στα 25, ότι η ζωή είναι για να ζεις εντός των χρόνων· όμως η ζωή του πήγε σε νύχτα με νυχτερινά μπαρ, παρτενέρ με άγνωστους, και τα βράδια χάνονταν μέσα σε μικρά σπα.
Μετά από ένα χρόνο, το στιλ αυτό του έβαλε τέλος· η ψυχή του ζήτησε ηρεμία και συνέβησαν αρκετές άσχημες ιστορίες: κλοπή από μία γυναίκα, επίθεση από έναν άλλον άντρα, και έτσι ο Στέφανος αποφάσισε να μην περνά περισσότερο από δύο μήνες με την ίδια κοπέλα.
Ζούσε έτσι, όχι καλά, ούτε άσχημα. Μια μέρα όμως, σαν κεραυνός, θυμήθηκε την πρώην σύζυγό του, την Ελένη. Στην αρχή την θυμόταν ως την «κακή», αλλά έπειτα συνειδητοποίησε ότι ούτε αυτή ήταν τόσο κακή· είχαν κοινέρη παιδική ευθύνη, και αν και τα πράγματα είχαν γυρίσει, είχαν κρύβει το παρελθόν.
Στα σαράντα του, ο Στέφανος φαινόταν νέος· τα γκρι μαλλιά του έδιναν χάρμη, το χαμόγελό του έλαμπε, αλλά ένιωθε μια θλίψη: καμία από αυτές τις γυναίκες δεν του άγγιζε την καρδιά· δεν υπήρχε ζεστασιά μέσα του.
Έτσι, η ιστορία αρχίζει εδώ…
Το πρόβλημα ήταν: οι γνωστές του δεν του άρεσαν· οι άγνωστες τον τρομάζαν· φοβόταν τι θα μπορούσαν να έχουν μόνιμοι σύζυγοι, παιδιά, ή κάτι πιο σκοτεινό. Ήθελε μια οικογένεια, ίσως και ένα παιδί, αλλά δεν ήθελε να τρέχει τυχαία.
Τότε, ένας συνεργάτης του στην εργασία του με τυχαίο τρόπο μίλησε για την αδερφή του:
-«Φαντάσου, ήρθε από τη Θεσσαλονίκη, μοντέρνα, με σπορ αυτοκίνητο, κουρασμένη από το θόρυβο της πόλης. Θέλει να ζήσει κάπου πιο ήσυχο, να βρει έναν καλό άντρα».
Ο Στέφανος, με χιουμοριστική διάθεση, είπε:
-«Ξέρεις, η αναζήτηση «γυναίκας» είναι δύσκολη· μπορεί να βρω κάτι μόνο αν κοιτάξω το αδερφό σου».
-«Μη μιλάς έτσι, Στέφανε· δεν ξέρω τι θα γίνει· δεν θέλω να σε βάλω σε δύσκολη θέση».
Αλλά ο Στέφανος αποφάσισε να τον πείσει. Ο φίλος του άφησε το τηλέφωνο της αδερφής του, τη Λήδα, και είπε ότι θα τα κανονίσει.
Η Λήδα δεν απάντησε αμέσως· άφησε τεχνολογικά μηνύματα, αναβλήθηκε τρεις φορές, έλεγε ότι είναι πολύ απασχολημένη. Όταν ο Στέφανος την πήρε στο τρίτο τηλέφωνο και είπε ότι δεν θα την ενοχλήσει πια, εκείνη τελικά πρότεινε μια συνάντηση:
-«Τέλεια, αύριο βράδυ στο εστιατόριο «Σπανάκι». Μην κλείνεις τραπέζι κοντά στο παράθυρο· δεν μου αρέσει η κίνηση».
Ο Στέφανος ήρθε νωρίς, έβαλε την παλτό του, παρήγγειλε έναν καφέ, και κοίταξε τις γυναίκες που έμπαιναν· ήταν λίγες, το εστιατόριο ήταν φτηνό, και κυρίως ζευγάρια που φαινόταν ήσυχα.
Μετά μισή ώρα, παρήγγειλε δύο σαλάτες «Σιζέρ»· μια για τον εαυτό του, μια για την κυρία που θα ερχόταν· θεώρησε ότι αν δεν έρθει, θα τη φάει μόνος. Έβαλε δύο ποτήρια λευκό κρασί και περίμενε.
Η Λήδα δεν εμφανίστηκε· στο παράθυρο είδε μια γυναίκα που κοίταζε μέσα, έδωσε ένα νεύμα, αλλά έφυγε.
«Καλά που δεν ήρθε η «κομπλετ», αλλιώς θα με είχε τρελάνει», σκέφτηκε. Παρήγγειλε ένα σουβλακό, άνοιξε τη μουσική στο τηλέφωνο, και χαμογέλασε.
Τότε, κάποιος έσπρωξε το καρέκλα του· ο Στέφανος, έκπληκτος, κοίταξε και βρήκε μια νεαρή γυναίκα, με βρέξιμο στα μαλλιά, η οποία κρατούσε ένα μπουκάλι νερό· τα μάτια της έλαμπαν με κάτι παράξενο.
Την χαιρέτησε, της έδωσε το παλτό του· εκείνη αργά το πήρε και άφησε το πάνω στο κρεβάτι του εστιατορίου. Ο Στέφανος προσπάθησε να «σπάσει τον πάγο» και είπε:
-«Λήδα, θέλεις να δοκιμάσεις τη σαλάτα; έχω παραγγείλει κρασί, τι θες; παραγγείλεσα και σουβλακό».
-«Ήμουν έξω, έβλεπα τα παράθυρα· μπορώ να έχω πατάτες τηγανιτές;».
-«Φυσικά, αν είναι στο μενού».
Η Λήδα σηκώθηκε και πήγε να πάρει τη σαλάτα, έτρωγε σαν να δεν είχε φάει τρία χρόνια, πίνετο το κρασί σαν να ήταν χυμός· η εξυπηρέτηση την έβλεπε.
Ο Στέφανος σκέφτηκε: «Πρόσυχε η αδερφή του· σαν να βγήκε από τη φτώχεια».
Καθισμένος ξανά, παρατήρησε την Λήδα· ήταν ντυμένη απλά, χωρίς πολύ φαντασμαγορικά ρούχα· η όψη της ήταν καθαρή· χωρίς μακιγιάζ, τα μαλλιά της φυσικά· η σιλουέτα της ήσυχος, αλλά γοητευτική· έδειχνε μια απλή ομορφιά που δεν βιάζε.
Ήταν ήσυχη· κοιτούσε γύρω, έψαχνε το σερβιτόρο· όταν έφτασε η πατάτα, έτρωγε αργά, σιγοβρώτησε την τελευταία κομμάτια· μετά έσυρσε βαθιά, έβαλε τα χέρια της στο πλάι.
-«Θεέ μου, πόσο νόστιμο! Δεν ήξερα ότι το φαγητό μπορεί να είναι τόσο καλό. Οι άνθρωποι δουλεύουν σκληρά για αυτό, για να τρώνε καλά κάθε μέρα. Δεν χρειάζονται πολυτελή αυτοκίνητα· απλώς το να τρώμε καλά».
Ο Στέφανος εντυπωσιάστηκε από την αθωότητα της· συνήθως τα κορίτσια σε πρώτο ραντεβού δεν συμπεριφέρονται έτσι.
-«Δεν το είχα σκεφτεί… μετά τη δουλειά θέλω να πάω σπίτι, και μερικές φορές νοσταλγώ τα κροκέτες μπροστά στην τηλεόραση, με το παλτό μου».
-«Γιατί είστε πλούσιος; αν ήσασταν φτωχός, θα το έβλεπα διαφορετικά. Να ξέρεις, ο τόννος των 2.000 ευρώ για το τσιπ-ντ; πού βγαίνουν όλα αυτά τα χρήματα;».
Ο Στέφανος δεν ήθελε να απαντήσει· ήξερε ότι δεν τρέχει συχνά σε εστιατόρια· η Λήδα όμως τον έκαμε να νιώσει «πλούσιος». Σηκώθηκε, πήρε μια πιο αυστηρή πόζα.
Η Λήδα μίλησε με χαμόγελο, λίγο ενθουσιασμένη· ο Στέφανος γελούσε· όταν την κοίταζε, τα μάτια του γελούσαν επίσης. Μετά, ξαφνικά, σήκωσε το χέρι, έπτερε το στήθος, είπε:
-«Σας ευχαριστώ πολύ· δεν ξέρω πώς να το εκφράσω».
-«Τι; Λήδα…».
Την είδε να φεύγει· προλάμβανε.
-«Λήδα, θα θέλαμε να βρεθούμε αύριο; θα σε καλέσω».
-«Έχω χάσει το τηλέφωνο μου…».
-«Δεν μπορώ να σε βρω, γι’αυτό πολύ μου άρεσες».
Η Λήδα έμεινε έκπληκτη· τα μάγουλά της έφυσαν ρόζ.
Η Λήδα βρέθηκε στην Αθήνα τυχαία· ήρθε από τη Θεσσαλονίκη, ελπίζοντας σε καλύτερη ζωή· άφησε τη δουλειά στη μικρή κλινική του χωριού, ήλθε στην πρωτεύουσα για «πράσινο» μέλλον· ήλπιζε να βρει δουλειά, φλιτζάνι καφέ, ένα μικρό διαμέρισμα.
Η μητέρα της την πίεζε να παντρευτεί κάποιον με πολλά χρήματα· η αδερφή της δεν ήταν ενθουσιώδης· κάτι μακριά από το «άσπρο».
Αρχικά, η Λήδα δουλεύε σε ζαχαροπλαστική· είχε ένα καλό τηλέφωνο, ένα μπάνιο, κοντά στη δουλειά· όμως σύντομα οι φίλες της διασκορπίστηκαν· η μία επέστρεψε στο σπίτι, η άλλη παντρεύτηκε, η τρίτη πήγε σε άλλη πόλη· η Λήδα μένε μόνη, με υψηλό ενοίκιο και λογαριασμούς.
Μέσα σε έναν μήνα έτρεψε τα χρήματά της· πούλησε το κινητό της, χρέησε τον εαυτό της, έμεινε σε ένα φτωχό δωμάτιο κοινόχρηστο με άλλους φοιτητές· τα λεφτά της έλειπαν.
Μια μέρα, στην όχθη του Βυζαντινού, μια κοπέλα με λευκά μαλλιά, σε όμορφα τακτοποιημένα παπούτσια, βγήκε από το ακριβό αυτοκίνητό της· φώναξε:
-«Τρελή! Πωλητής!».
Κράτησε το αυτοκίνητο, κούνησε το κεφάλι, και η Λήδα κοίταξε τα εσωτερικά του εστιατορίου· οι πελάτες ήταν καλομάθειοι, όμορφοι, με ένα μόνο άντρα που έκανε χειρονομία για να την προσκαλέσει.
«Μήπως φαίνομαι τόσο άσπαστη; ίσως η όρεξη μου είναι τόσο μεγάλη που αυτός θα με έσωσε», σκέφτηκε.
Τελικά, πήγε προς εκείνον· ο άντρας, ο Στέφανος, την κάλεσε ένα ψωμί· αφού έμαθε τι συνέβαινε, έσπασαν το γέλιο.
Περπατώντας μαζί στη βροχή, αντάλλαξαν ιστορίες· ο Στέφανος την βοήθησε, της έδωσε μια τσάντα γεμάτη τρόφιμα, την άφησε μέχρι το δωμάτιο της· ενώ αγόρι η ίδια έλειπε, η Λήδα άφησε δάκρυα, σκέφτηκε:
«Είμαι η ανόητη που ονειρεύτηκε· δεν θα έπρεπε να φεύγω».
Στο δωμάτιό της, άνοιξε ένα μικρό χαρτί που βρήκε ανάμεσα στα ψώνια· ήταν ένα σημείωμα στα ελληνικά, γραμμένο με ευανάγνωστα γράμματα:
«Σε περιμένω αύριο στο ίδιο σημείο, στις 7 μ.μ. Με εκτίμηση, Στέφανος».





