Δέκα χρόνια ο άντρας μου έφευγε «να σκάψει πατάτες» στη μάνα του. Πήγα κι εγώ εκεί: η «μάνα» είχε πεθάνει πέντε χρόνια πριν και στο σπίτι ζούσε μια νεαρή με τρίδυμα…

Σάββατο πρωί, όπως πάντα, ο κύκλος της ρουτίνας.

Ο Ανδρέας στεκόταν σκυμμένος στον ανοιχτό πορτ-μπαγκάζ του τετρακίνητου, τακτοποιώντας με προσοχή τις άδειες πάνινες σακούλες πάνω από τα εργαλεία. Το παλιό αδιάβροχο και οι καμπουριασμένοι ώμοι του έλεγαν θλίψη, αλλά επέμεναν σ’ ένα καθήκον.

Έλενα, φεύγω, μη σκάς εδώ μέχρι να γυρίσω, ε; Δεν με κοίταξε καν, έλεγχε μονότονα τα φερμουάρ στη σακούλα. Στην μάνα ο φράχτης έπεσε, θέλει πασσαλάκια, κι ήρθε η ώρα για φύτεμα, πριν πιάσουν οι πρώτες βροχές.

Στεκόμουν δίπλα στο παράθυρο, σφίγγοντας μια κούπα ζεστό ελληνικό καφέ τόσο δυνατά που τα δάχτυλά μου πονούσαν.

Φυσικά, πήγαινε. Ιερό καθήκον. Η φωνή μου ακούστηκε επίπεδη, μονότονη όπως το βουητό του ψυγείου. Χαιρέτα τη μαμά, να προσέχει.

Έκανε ένα βιαστικό νεύμα, έκλεισε το πορτ-μπαγκάζ και σε λίγο το αμάξι χάθηκε στη στροφή της γειτονιάς. Εδώ και πέντε χρόνια, κάθε Σαββατοκύριακο πάει «να βγάλει πατάτες» στη μάνα του, στο χωριό Καστανεώνας.

Δεν υπήρξε χειμώνας ή καλοκαίρι που να μην εξαφανιζόταν, παίζοντας τον πρότυπο γιο και τον βαστάζο των αγροτικών.

Άφησα την κούπα μόλις χτύπησε το κινητό στο χωλ. Το όνομα της παλιάς φίλης μου, της Νίκης, φαινόταν στην οθόνη τόσα χρόνια στη δημοτική υπηρεσία, όλο και κάτι ήξερε.

Έλενα, θυμάσαι που μου ζήτησες να ψάξω τα στοιχεία της πεθεράς σου για τη σύνταξη; Βραχνή και λαχανιασμένη η φωνή της. Άκου, τσέκαρα παντού, δεν γίνεται λάθος. Όλα τα μητρώα το ίδιο.

Έσκασαν τίποτα απλήρωτοι φόροι; Ρώτησα τελείως αδιάφορα, μετρώντας λογαριασμούς ΔΕΗ.

Έλενα Η πεθερά σου, η Φωτεινή Ανδρεάδου, πέθανε πριν πέντε χρόνια. Η ληξιαρχική πράξη έχει ημερομηνία Μάιο 2019.

Το πάτωμα άρχισε να γέρνει, σαν καΐκι στη φουρτούνα. Κρατήθηκα από την πλάτη της καρέκλας.

Πέθανε; Σχεδόν το ψιθύρισα, φτηνό και άσκοπο ερώτημα. Ο Ανδρέας όμως εκεί πάει τώρα, κουβαλάει φάρμακα και τρόφιμα.

Δεν ξέρω τι πηγαίνει και σε ποιον, φιλενάδα. Η Νίκη έκοψε κάθε ψευδαίσθησή μου. Στη διεύθυνση του Καστανεώνα είναι τώρα γραμμένη μια Πολίνα Γερακάρη, 25 χρονών, με τρία ανήλικα.

Αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι, αλλά προσπάθησα να ανασάνω ήρεμα. Νιάτα, τρία παιδιά, κι αυτή μόλις 25;

Κρύβει πέντε χρόνια τον θάνατο της μάνας του για να ταΐζει δεύτερη οικογένεια;

Κοίταξα τα κλειδιά του δικού μου αυτοκινήτου που ήταν στον μπουφέ. Δεν ήμουν θυμωμένη μόνο παγωμένη, σαν να με έριξαν σε παγωμένη θάλασσα.

Δύο ώρες ήθελε η διαδρομή για το Καστανεώνα, και οδήγησα σαν σε λήθαργο, χωρίς μουσική, χωρίς σκέψη. Στο μυαλό μου μια σκηνή καθαρό σπιτάκι, αιώρα στον κήπο και το μακρύ κορίτσι με ένα ποτήρι μπύρα στο χέρι, να το δίνει στον άντρα μου.

Περίμενα να δω το ερωτικό καταφύγιο, χτισμένο πάνω στο δικό μου άγχος και εισόδημα.

Η πραγματικότητα με χτύπησε στα αυτιά πριν καλά-καλά έσβηνε η μηχανή δίπλα στη χαρακτηριστική πράσινη καγκελόπορτα. Δεν ήταν σπίτι διακοπών ήταν τρέλα.

Ο φράχτης πράγματι μοντέρνος και ακριβός, μα πίσω ούτε πουλιά, ούτε φύλλα στα δέντρα. Από μέσα ακουγόταν ένα πολυφωνικό, αδιάκοπο, εκνευριστικό ουρλιαχτό.

Πήγα να ανοίξω τη μικρή αυλόπορτα, ήταν κλειδωμένη.

Γύρισα από το πλάι, όπου η τσουκνίδα και οι γαϊδουράγκαθοι είχαν φτάσει ως τη μέση μου. Ούτε πατάτες, ούτε κήπος, ούτε θερμοκήπιο εννοείται μόνο πατημένο γκαζόν και σωροί από σπασμένα, πλαστικά παιχνίδια και κατασκευές.

Στην βεράντα, από το θολό τζάμι, έβλεπα το εσωτερικό υπό φως λες και χτύπαγε προβολέας σε σκηνές βομβαρδισμού. Στο χαμό του δωματίου στεκόταν ένα κορίτσι.

Μα όχι μοιραία, ούτε πριμαντόνα. Ήταν σκιά, με βρώμικο μπουρνούζι, μαύρους κύκλους στα μάτια, μπλεγμένα μαλλιά, θυμίζοντας μάνα που δεν κοιμήθηκε μήνες.

Τριγύρω της, όπως θορυβώδη μικρά αγρίμια, τρία ολόιδια μωρά μπουσουλούσαν και έσκουζαν.

Ακουγόταν μες στ αυτιά κι έξω από το τζάμι.

Εκείνη, με το τηλέφωνο στο αφτί, προσπαθούσε να ουρλιάξει πάνω από το χαμό:

Μπαμπά, πού είσαι; Είπες θα ρθεις πριν μία ώρα! Και τα τρία έκαναν ταυτόχρονα, δεν αντέχω άλλο! Φέρε γάλα και μωρομάντηλα, όλα τελείωσαν, έλα τώρα, ΜΠΑΜΠΑ!

«Μπαμπά»;

Ο γρίφος λύθηκε μόνος του. Τελικά ούτε εραστής, ούτε γόης.

Μάλλον καλόκαρδος άτυχος μπαμπάς μιας μακρινής αμαρτίας των νιάτων του.

Ακούστηκε το τετρακίνητο στην αυλόπορτα, με λάστιχα πάνω στο χαλίκι. Μούτρωσα πίσω στην πυκνή γιασεμιά να μη με δουν.

Ασυναίσθητα έπιασα μια παλιά λαβή φτυαριού στη γωνία.

Ο Ανδρέας βγήκε φορτωμένος ως τα μπούνια τεράστια πακέτα με πάνες, σακούλα με βρεφικά στον ώμο. Ένα ζώο υπερφορτωμένο, μα καρτερικό. Μπήκε σχεδόν σκοντάφτοντας στον γκρεμισμένο προαύλιο χώρο.

Πολίνα, ήρθα! φώναξε εντελώς παραιτημένος.

Βγήκα από το κρυψώνα, σφίγγοντας το φτυάρι.

Να στε καλά, κύριε γεωπόνε.

Ο Ανδρέας τινάχτηκε σαν να του ριξαν ρεύμα, και το σακούλι με τις πάνες γκρεμίστηκε στη λάσπη.

Έλενα;! Δεκατοις τα μάτια του, άσπρα σαν τα πιάτα του γαμήλιου σερβίτσιου.

Ήσουν τυχερός με τη σοδειά φέτος, και τριπλή. Έγνεψα στο παράθυρο, τ ουρλιαχτά αμείωτα. Και η μαμά σου όλο και μικροδείχνει τελευταία, ε;

Δεν είναι όπως νομίζεις, σε παρακαλώ! Τινάχτηκε πίσω, υψώνοντας απολογητικά το χέρι. Άσε το φτυάρι, σε παρακαλώ!

Πέντε χρόνια, με κοροϊδεύεις κατάματα. Πέντε χρόνια ζωντανή μαμά για να έρχεσαι κρυφά εδώ;

Η πόρτα της βεράντας άνοιξε ξαφνικά, η Πολίνα βγήκε μέσα σε πανικό, μ ένα μωρό στο ένα χέρι, μια βρόμικη πάνα στο άλλο.

Μπαμπά! Αυτή ποιa είναι; Η γυναίκα σου; Αυτή η αυστηρή που μου λεγες πως ούτε βήμα;!

Αυστηρή, ε;

Έκανα ένα βήμα μπροστά. Ο Ανδρέας έκανε πίσω μέχρι τον καινούργιο φράχτη.

Λοιπόν, τώρα θα κάνω ξεχορτάριασμα του αιώνα.

Μην την ακουμπήσεις! Έβαλε το σώμα του μπροστά στην κοπέλα. Είναι κόρη μου!

Πάγωσα, η λαβή του φτυαριού άρχισε να μουδιάζει το χέρι.

Τι κόρη; Έχουμε ένα γιο, τον Δημήτρη, και είναι 20 χρονών.

Αυτή ήταν πολύ πριν από εμάς, λάθος της νιότης Λόγια μπερδεμένα, ήχος από αλήθειες που βγήκαν στο φως. Δεν ήξερα τίποτα, η μάνα μου τα πε πριν πεθάνει, μου δωσε τη διεύθυνση

Σκουπίζοντας τον ιδρώτα, μιλούσε σαν παλαβός.

Πήγα πριν πέντε χρόνια, όταν πέθανε η μάνα μου. Είδα την Πολίνα, μόνη, η μάνα της κι αυτή νεκρή, το σπίτι ερείπιο Τη λυπήθηκα, πήγα να βοηθήσω, έφτιαξα το σπίτι, έβαλα φράχτη, όσο σπούδαζε.

Η Πολίνα έσβησε τις φωνές και ξεκίνησε ένα αναφιλητό, μουντζουρώνοντας με τη μάσκαρα.

Ο καλός της το σκασε μόλις έμαθε για τα τρίδυμα Αν την εγκατέλειπα και εγώ εδώ, θα πεθαίναν κι αυτοί! Τρίδυμα, καταλαβαίνεις; Έρχομαι να την αφήσω να κοιμηθεί τρεις ώρες

Θα είχα πεθάνει χωρίς εκείνον! Η Πολίνα μούγκριζε αγκαλιάζοντας το παιδί. Εδώ δεν ξεκουράζεται, καθαρίζει, αλλάζει πάνες, τους κουνάει νύχτα-μέρα

Κοίταξα τον Ανδρέα: γκριζαρισμένο πρόσωπο, μάτια κάτω, χέρια τρεμάμενα.

Δηλαδή όλα αυτά τα Σαββατοκύριακα όχι με ερωμένες, μα με μωρά; Πάνες;

Ναι! Τσίριξε. Λένα, φαντασία σου Θέλω να πηγαίνω Δευτέρα στο γραφείο να κάτσω ήσυχος στο κάθισμα! Αλλά είναι αίμα μου, εγγόνια

Έμεινε σκυφτός, περιμένοντας ποινή.

Κοίταξα τα μωρά που ούρλιαζαν, την Πολίνα που δεν στεκόταν απ την κόπωση. Η υποψία της απιστίας έδωσε τη θέση της σε μια περίεργη ψυχραιμία.

Δεν είναι προδότης όπως φανταζόμουν. Απλά φοβήθηκε και κουβάλησε έναν σταυρό βουβά.

Δηλαδή, είμαι τόσο αυστηρή, δεν αντέχεται η αλήθεια; Έπιασα τον τόνο της πεθεράς.

Πήγα προς την Πολίνα που τραβήχτηκε πίσω, πήρα το ζεστό μωρό απ τα χέρια της με φυσικότητα, το έφερα στον ώμο μου, το χτύπησα ελαφριά στην πλάτη σώπασε.

Λοιπόν, παππού Ανδρέα. Να τα χαίρεσαι τα τριδυμά σου.

Τι εννοείς; Θα πάρεις διαζύγιο;

Πιο εύκολο σου φαίνεται; Χαμογέλασα πικρά, ισιώνοντας τα ρουχαλάκια του παιδιού. Διαζύγιο; Πολύ απλό και για τους δυο μας.

Στράφηκα στην Πολίνα.

Τέλος, κοπέλα μου. Το μωρό στο πάρκο, εσύ στο μπάνιο και ύπνο αμέσως τέσσερις ώρες ούτε με μπαρούτια!

Μ έβλεπε σα να ονειρευόταν.

Και εσείς;

Αναλαμβάνω καθήκοντα προσωρινής γιαγιάς.

Και στον Ανδρέα:

Κάνε στην κουζίνα, Ανδρέα. Ζέστανε γάλα, 37 βαθμούς ακριβώς.

Κι εσύ; Ρώτησε τραβώντας τα μωρομάντηλα.

Θα πάρω τον Δημήτρη τηλέφωνο. Ζητούσε ευρώ για νέο laptop. Ας έρθει, να «βγάλει πατάτες» μαζί σου να δυναμώσουν τα χέρια του.

Η όψη του τρόμαξε φανταζόμενος τη σκηνή.

Μπορούμε να τον αφήσουμε απ έξω;

Όχι, Φώτη, όχι. Κι επίσης, άκου με προσεκτικά: Από δω και πέρα, η μισθοδοσία σου πλήρως υπό τη διαχείρισή μου.

Γιατί;

Τα μωρά θέλουν κανονικά κούνια, τρίδυμο καρότσι, όχι αυτή τη σαβούρα. Κι εγώ δικαιούμαι ψυχική αποκατάσταση ήθελα καιρό γουνα και μια εβδομάδα σε ιαματικά Λουτρά εκτός σπιτιού.

Έπαιξα το μωρό στην αγκαλιά μου.

Εσείς εδώ, ξεσκονίστε το χωράφι όσο λείπω. Αν δεν το βρω λαμπίκο, λέω σε όλους στην ταβέρνα πως δεν είσαι σκληρός επιχειρηματίας, αλλά μπέιμπι σίτερ της γειτονιάς!

Ο Ανδρέας άρπαξε τις σακούλες κι έσυρε το κουρασμένο «εγώ» του στο σπίτι.

Πήρα μια ανάσα φθινοπωρινή, μύρισα όχι ξύλα και φύλλα, αλλά βρεφική πούδρα και ξινισμένο βρεφικό γάλα.

Αυτό το χάος ήταν πλέον ελεγχόμενο, και το τηλεκοντρόλ στα χέρια μου.

Ένα μήνα μετά, καθόμουν στη βεράντα με καινούργια βιζόν γούνα (ντάλα ήλιο, αλλά άξιζε), όταν χτύπησε το SMS από την τράπεζα φρέσκα ευρώ στην κάρτα μου από του Ανδρέα.

Σύντομα, φωτογραφία: ο Ανδρέας κι ο Δημήτρης, λερωμένοι μα χαμογελαστοί, σέρνουν μια τεράστια τρίδυμη καρότσα.

Χαμογέλασα και ήπια μια γουλιά μυρωδάτο εσπρέσο. Ο καθένας μας έχει τον σταυρό του, και ο Ανδρέας δείχνει επιτέλους να τον αγαπάει.

Γράψτε μου τι πιστεύετε για αυτή την ιστορία! Θα μου ήταν πολύ ευχάριστο να διαβάσω τα σχόλιά σαςΗ Πολίνα, κουλουριασμένη στη σεζλόνγκ, μου ψιθύρισε κάποτε:
Εσείς τα έχετε τελικά όλα υπό έλεγχο, ε;
Γέλασα τόσο δυνατά που ξύπνησε ένα από τα τρίδυμα.
Κανείς δεν έχει τίποτα υπό έλεγχο, καρδιά μου. Απλώς μαθαίνουμε να χορεύουμε μέσα στον πανικό.

Τα απογεύματα, η αυλή γέμιζε νεανικές φωνές και ρόδες από καρότσι, αλλόκοτους συνδυασμούς οικογενειακής γαλήνης και χτυπημένων γονυπετών ενήλικων. Ο Δημήτρης μούρμουραγε ρυθμικά, σέρνοντας με το ζόρι μπουκάλες με γάλα και κούνες, μα στα μάτια του κρυβόταν η περιέργεια καινούριας συγγένειας που δεν τολμούσε να παραδεχτεί.

Ένα βράδυ, την ώρα που τα μωρά κοιμόντουσαν όλα μαζί και το σπίτι μύριζε σπιτικό παστίτσιο γιατί η Πολίνα πήρε χρώμα στα μάγουλα και όρεξη στάθηκα στην αυλή, με τον Ανδρέα να γελάει δειλά, κάνοντας κούνια ένα παιδί στο φως του φεγγαριού.

Εκείνος γύρισε και μού έκλεισε το μάτι σαν παλιόσκαρος μαθητής που ζητά συγχώρεση για όλα και για εκείνα που ακόμη δεν είχε ομολογήσει. Δεν τον συγχώρησα ποτέ στ αλήθεια. Μονάχα δέχτηκα το βάρος της αλήθειας: πως καμία ζωή δεν είναι απλή, κανένας γάμος δεν μένει ίσιος απ τα φυσήματα του καιρού.

Έλυσα τα μαλλιά μου, έβαλα το κινητό στο αθόρυβο, και άφησα το φθινόπωρο να χαϊδέψει το πρόσωπό μου.

Κάπου μακριά, το κουδούνισμα της ταβέρνας αντήχησε μέσα στη νύχτα. Κάποιος ίσως έλεγε πως ο Ανδρέας είχε πολλά μυστικά, πως στην αυλή υπήρχε πίκρα, αλλά εγώ ήξερα πως τελικά, με γούνες, ίσιωμα και πολύ βρεφικό γάλα, όριζα την ιστορία μου.

Οι φράχτες μπορεί να ξαναπέσουν, μωρά μπορεί να κλαίνε και μαντήλια να ξεμένουν στη βεράντα. Στο τέλος κάθε εβδομάδας, εμείς επιβιώσαμε, μαζί, ο καθένας με το σταυρό, αλλά πλέον για πρώτη φορά με τα χέρια λερωμένα από χώμα, όχι ψέματα.

Και τότε, για πρώτη φορά εδώ και πέντε χρόνια, σήκωσα το τηλέφωνο και έστειλα μια καρδιά στη Νίκη.

«Ελάτε για καφέ Κυριακή. Τρεις γιαγιάδες δεν είναι ποτέ αρκετές όταν έχεις τρίδυμα».

Oceń artykuł
Δέκα χρόνια ο άντρας μου έφευγε «να σκάψει πατάτες» στη μάνα του. Πήγα κι εγώ εκεί: η «μάνα» είχε πεθάνει πέντε χρόνια πριν και στο σπίτι ζούσε μια νεαρή με τρίδυμα…