Γυναικείες μοίρες. Μαρικέλλα
Πέθανε η γιαγιά Αθηνά, κι η Μαρικέλλα βυθίστηκε ακόμα πιο πολύ στη θλίψη. Στο σπίτι του άντρα της, της θεωρούσαν βάρος. Η πεθερά της, η Χριστίνα, ποτέ δεν τη συμπάθησε. «Πολύ λεπτή, δεν δουλεύει αρκετά, και ούτε παιδιά είμαι σίγουρη αν θα κάνει, ετούτη η αλαφροΐσκιωτη», έλεγε συχνά.
Η Μαρικέλλα όλα τα ανεχόταν, αλλά όταν δεν άντεχε, έτρεχε στη γιαγιά της. Η Αθηνά ήταν ο πιο σημαντικός της άνθρωπος. Είχε μείνει ορφανή μικρήτον πατέρα τον είχε χάσει νωρίς, κι η μητέρα πέθανε από αρρώστια δέκα χρόνια μετά.
Ο Ντίνος, ο άντρας της, πλούσιος κι εύρωστος, την αγάπησε με πάθος. Όλοι απόρησαν πώς διάλεξε τη Μαρικέλλα, μια φτωχή και χωρίς σόι. Μόνο η μάνα του, η Χριστίνα, δεν την αποκαλούσε ποτέ με τ όνομά της”η ορφανή” τη φώναζε πίσω απ την πλάτη της.
Η Μαρικέλλα προσπαθούσε να αρέσει στην πεθερά· γυρνούσε σαν σβούρα στο σπίτι, έβαζε πλάτη σε όλες τις δουλειές, μα ποτέ δεν ήταν αρκετό. Όσο ήταν ο Ντίνος σπίτι, υποφερτά. Μόλις έφευγε, ήθελες να φύγεις κι εσύ.
«Κάνε υπομονή, παιδάκι μου», της έλεγε πάντα η γιαγιά. «Θα περάσει κι αυτό…»
Τώρα όμως ούτε η γιαγιά δεν ζει, κι η Χριστίνα κάθε χρόνο και πιο σκληρή γίνεται. Δεν το συγχώρεσε που ο Ντίνος έφερε μια „ξένη” στο σπίτι. Για την πεθερά, προορισμένη ήταν άλλη κοπέλακαλή οικογένεια, πλούσια. Θα ενώνονταν τα σπίτια, και κάθετι καλό και για τα εγγόνια τους.
Μα όχι! Ο Ντίνος είχε το πείσμα του πατέρα τουκανένας δεν του άλλαζε γνώμη. Ήταν πραγματικός αρχηγός. Ό,τι έλεγε, αυτό γινόταν.
Ο Ντίνος λάτρευε τη Μαρικέλλα. Από την πρώτη στιγμή ξετρελάθηκε μαζί της: λευκό πρόσωπο, γαλανά μάτια, μύτη καμπουρωτή, λεπτός σωματότυποςτης έλεγε συχνά πως ήθελε να της χαρίσει τα πάντα.
Δεν της χρειαζόντουσαν πλούτη. Δέχτηκε αμέσως τον γάμο, βλέποντας το καθαρό βλέμμα του Ντίνου. Κι αυτή είχε ερωτευτεί τρελά, παρά τα όσα άκουγε για τη σκληρή μάνα του. Είχε ακούσει και για τον σκληρό, φιλάργυρο χαρακτήρα της, αλλά ο Ντίνος είχε πάντα τον τελευταίο λόγο· είπε το ναι.
Έγινε σπιτικιά στη δική του πολυκατοικία, το ριξε στις δουλειές και ποτέ δεν απάντησε σε προσβολή της Χριστίνας. Αν έσφιγγε η απογοήτευση, έτρεχε στη γιαγιά Αθηνά να ηρεμήσει, να βρει παρηγοριά.
Καθόταν στο πάτωμα, ακουμπώντας το κεφάλι της στα γόνατα της γιαγιάς, σιγοκλαίγοντας. Τα δάχτυλα της Αθηνάς της έπλεκαν τα μαλλιά, της χάιδευε απαλά το κεφάλι, ψέλνοντας σιγανά προσευχή στην Παναγία, ζητώντας της να προστατέψει το ορφανό.
Κάθονταν μαζί έτσι για ώρα. Ηρεμούσε η Μαρικέλλα, έπαιρνε κουράγιο να συνεχίσει. Μα τώρα δεν έχει πια που να τρέξει: η Αθηνά έφυγε ήσυχα από τη ζωή.
Η Μαρικέλλα θρήνησε γοερά: μόνη σ όλο τον κόσμο. Κι όσοι λένε πως ο χρόνος γιατρεύει, δεν έχουν δίκιο. Τίποτα δεν ξεχνιέται, κι όταν η θλίψη ξανάρχεται, τα χέρια της Αθηνάς θυμούνται και ξανακλαίει.
Ο καιρός περνά, το σπίτι του Ντίνου βράζει απ την ένταση· η Χριστίνα κατακρίνει διαρκώς τη Μαρικέλλα. «Τρίτη χρονιά κάθεται, ακόμα παιδιά δεν έφερε!»
Το θέμα αυτό ήταν φόβος για τη Μαρικέλλα. Ήξερε πως η Χριστίνα ψιθύριζε στον γιο της πως είναι „στέρφα”, πως δε θα του δώσει παιδιά. Ο Ντίνος προσπαθούσε να μη δίνει σημασία, αλλά τα λόγια στο χωριό κυκλοφορούν. Κορόιδευαν ακόμη και πως «το όνομά του θάψει μαζί του, δεν θα έχει κληρονόμους».
Ο Ντίνος γύρναγε σκοτεινιασμένος σπίτι, μα μόλις έβλεπε τη Μαρικέλλα, ξέχναγε κάθε κακία του κόσμου. Ήθελε να τη βαστά στα χέρια του.
Είτε ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές της Μαρικέλλας, είτε η αγάπη τους έκανε το θαύμαπήρε τελικά η Μαρικέλλα.
Η Χριστίνα φούντωσε περισσότερο από τη ζήλια της. Ο Ντίνος όμως αγάπησε τη γυναίκα του ακόμα πιο βαθιά.
Η πεθερά γυρνούσε σαν κακός οιωνός στο σπίτι· μόλις καθόταν λίγο η Μαρικέλλα, ερχόταν από πίσω.
«Κάθεσαι, τεμπέλα; Νομίζεις πως επειδή φούσκωσες λίγο, δεν χρειάζεται να δουλεύεις;» φώναζε βάζοντας χέρια στη μέση, μόλις την έβλεπε να ξαποσταίνει.
«Μόλις κάθισα, μαμά· όλο το πρωί έτρεχα…», προσπαθούσε να δικαιολογηθεί η Μαρικέλλα.
«Να, δες την! Σ αυτό το σπίτι υπηρετικό προσωπικό δεν έχεις. Δεν είσαι κυρία! Να φέρεις νερόο άντρας θα γυρίσει και όλα θα είναι άδεια! Αν δεν μπορείς, φύγε, δεν θέλω άρρωστη γυναίκα για τον γιο μου!»
Σήκωνε τη πλάτη της, έπαιρνε το καρέλι και πήγαινε στη βρύση. Σέρνει τα βαριά κουβάδες πίσω στο σπίτι, ενώ οι γριές γειτόνισσες κούναγαν το κεφάλι πάνω από τους φράχτες: «Τελείως ξεμυαλίστηκε η Χριστίνα· ούτε και η εγκυμονούσα δε γλίτωσε!»
Όταν ήρθε η ώρα, γέννησε η Μαρικέλλα αγοράκι, μα αδύναμο. Δεν είχε καθόλου από τη δύναμη του πατέρα, κάθε τόσο μούδιαζε και έτρεμε.
«Ανήμπορη κι η μάνα, τέτοια κι η γέννα!» είχε πει δηκτικά η Χριστίνα, κοιτώντας με αηδία το βρέφος.
«Μα είναι το παιδί σας, το εγγονάκι σας!», έκλαιγε η Μαρικέλλα.
«Να ζήσει το εγγονάκι και βλέπουμε! Μάλλον για τον τάφο προορισμένο το βλέπω!»
Ξεσπούσε σε κλάματα η Μαρικέλλα. Η πεθερά της το χαίρονταν να τη βλέπει να υποφέρει. Ήλπιζε πως, αν το μωρό πέθαινε, ο Ντίνος θα την άφηνε και θα της έφερνε τη νύφη που εκείνη ήθελε.
Ο Ντίνος, γυρνώντας σπίτι, προσπαθούσε να στηρίξει τη γυναίκα του. Έπαιρνε το παιδί στην τεράστια αγκαλιά τουχώρεζε στις παλάμες του. Και το μωρό, νιώθοντας την ασφάλεια, χαμογελούσε. «Δεν πειράζει που είναι αδύναμος, θα δούμε…», σκεφτόταν ο Ντίνος.
Ήρθε η ώρα του βαφτίσματος, τον βγάλανε Σπύρο. Αλλά το παιδί, ούτε βάρος έπαιρνε ούτε δυνάμωνε.
Κάποια μέρα, μεγάλη δουλειά βρέθηκε για τον Ντίνο, να ταξιδέψει στον Πειραιά για δουλειές.
«Ο δρόμος είναι μεγάλος, δεν θα γυρίσω γρήγορα», της είπε φιλί στα μαλλιά. «Φρόντισε τον Σπυράκο μας, μη σε νοιάζει τίποτα…»
Η Χριστίνα βρήκε ευκαιρία να χτυπήσει περισσότερο τη νύφη τηςδεν φρόντιζε πια να κρατάει τα προσχήματα. Η Μαρικέλλα έπρεπε και το μωρό να ζεσταίνει και όλα τα του σπιτιού να κάνει. Χωρίς διάλειμμα.
Η Μαρικέλλα ζούσε στον αυτόματο, σαν κι η ίδια και το μωρό να λιώνουν μέρα με τη μέρα.
Ο καιρός προχώρησε, φθινόπωρο ήρθε, υγρασία και λάσπη παντού, ακόμα και τώρα ο άντρας της δεν φαίνεται να γυρίζει.
«Καλύτερα που αργεί! Σε άρρωστους να επιστρέφει κανείς; Ας βρει κι αυτός αλλού μια γυναίκα, γερή και όμορφη», πέταξε μια μέρα η Χριστίνα.
Αυτά τα λόγια έσπειραν τρόμο στη Μαρικέλλα. Και κάθε μέρα, η πεθερά της έριχνε κι άλλο δηλητήριο στην καρδιά.
«Δε λυπάσαι τον Ντίνο; Το μωρό μας ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύγει. Εσύ θα πεθάνεις απ τη θλίψη, θέλεις να σαπίσει κι ο γιος μου στη μιζέρια; Άφησέ τον ελεύθερο να ξαναφτιάξει τη ζωή του…»
«Πού να πάω με το μωρό, μαμά; Σε λίγο έρχεται ο χειμώνας, κι ο Σπύρος ασθενικός…»
«Άμα χειροτερέψει, μικρό το κακό. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόλαβε να ζήσει. Στον Θεό θα πάει η ψυχή του, θα λυτρωθεί. Κι ο Ντίνος, θα χει μια ευκαιρία για αληθινή οικογένεια. Με γερά παιδιά, πολλά!»
Η Μαρικέλλα κοιτάει σοκαρισμένη. Μπορεί μάνα να λέει τέτοια; Μόλις το σκέφτηκε, το μωρό στρίγγλισε, μούδιασε, κι αδύναμο κρεμάστηκε στην αγκαλιά της.
«Σκέψου το, Μαρικέλλα», είπε ψυχρά η Χριστίνα και έφυγε, αφήνοντάς τη μόνη στην απελπισία.
Πέρασε μισός μήνας. Ο πρώτος χιονιάς σκέπασε τη γη. Η Μαρικέλλα μαράζωσεμαύρισε, αλλά κάποιες στιγμές ύψωνε πια το κεφάλι όταν η πεθερά έλεγε κάτι για το παιδί.
Όσο άντεχε. Πόνος η κάθε κουβέντα, η ιδέα πως ο Ντίνος δεν τη θέλει πια να την είχε εγκαταλείψει. Μήνυμα από τον σύζυγο, τίποτα.
Δεν πήγε το μυαλό της πως μπορεί να του είχε συμβεί κάτι. Τον εαυτό της κατηγορούσε, τόσο την είχε σαγηνεύσει η Χριστίνα.
Μια μέρα, αφού άκουσε ξανά τα μουρμουρητά, η σταγόνα ξεχείλισε. Πήγε αμίλητη στη μικρή της κάμαρα, έδεσε τα λιγοστά της ρούχα σε μαντήλι, σκούπισε καλά τον Σπυράκο με σάλι, κι έφυγε.
Η Χριστίνα δεν αντέδρασε καν· για πρώτη φορά ένιωσε ότι η επιθυμία της θ εκπληρωθεί. Εχε ήδη μήνυμα απ την Αθήνα: ο Ντίνος ζούσε, αλλά είχε χτυπήσει σε επίθεση ληστών. Νοσηλευόταν, αλλά δεν της το είπε.
Το βράδυ, όταν η Μαρικέλλα έφυγε, η Χριστίνα διατήρησε τα μυστικά. Και την άλλη μέρα διαδόθηκε πως „η Μαρικέλλα τρελάθηκε όταν πέθανε το παιδί κι έφυγε μες στη νύχτα”. Δυο μέρες, πολλά τα λόγια, μετά σιωπή· ο χειμώνας έκλεισε τους δρόμους.
Η Μαρικέλλα περπατούσε ώρες στο χιόνι, μέσα από ελιές και λιβάδια. Φοβόταν, αλλά δεν νοιαζόταν πια για τον εαυτό τηςμόνο για το μωρό.
Η μέρα ξημέρωσε. Είδε σπίτια στο βάθος, δεν περίμενε φιλοξενία, μόνο μια γωνιά να ταΐσει το παιδί και λίγο ψωμί με νερό. Το χωριό έρημο, καπνοί από τις καμινάδες, κανείς στους δρόμους.
Έκατσε στη βρύση, μια γυναίκα ήρθε για νερόψηλή, εύσωμη, κόκκινα μάγουλα. Πάνω της ένοιωσε δέος.
«Τίνος είσαι εσύ, κορίτσι; Παγωμένη είσαι;»
«Κανενός…», ψιθυρίζει η Μαρικέλλα. «Πηγαίνω για το διπλανό χωριό», ψέματα είπε.
«Σε ποιον πας εκεί;»
«Στον πατέρα μου…», ψεύτικα κι αυτό.
«Με τέτοιο καιρό και το σκυλί δεν το διώχνεις, κι εσένα έτσι σε αφήσαν;»
Η Μαρικέλλα λύγισε κι έβαλε τα κλάματα.
Η ξένη, η Κυριακή, την πήρε σπίτι της. Εκεί, μέσα στη ζέστη της σόμπας, τα βαριά μαλλιά της έπεσαν.
«Είμαι η Κυριακή», συστήθηκε καθώς ξέντυσε το παιδί.
«Καλέ μου! Τι αδύνατο… Είναι βαφτισμένο τουλάχιστον;»
«Βαφτίστηκε, το λένε Σπύρο», απάντησε η Μαρικέλλα κι έχασε τις αισθήσεις της.
Όταν ξύπνησε, κατάλαβε πως έλειπαν η Κυριακή και το παιδί. Πανικόβλητη πετάχτηκε, έτοιμη να βγει, όταν η Κυριακή μπήκε μέσα με μια ριπή κρύου αέρα.
«Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις;»
«Το παιδί μου πού είναι;»
«Μην ανησυχείς. Τρία μερόνυχτα ήσουν αναίσθητη. Το πήγα σε μια γριά στη δάσος, τη μάνα μου, τη Σωτηρία· μόνο εκείνη μπορεί να το βοηθήσει.»
Αφού ήπιαν τσάι, η Μαρικέλλα εξομολογήθηκε στη Κυριακή όλη τη ζωή τηςτην αγάπη της, τη μισητή πεθερά, το παιδί που γεννήθηκε άρρωστο.
«Υπάρχουν δρόμοι που αγνοούμε. Το παιδί σου θα ζήσει· και η μοίρα σου θ αλλάξει, αφού ήρθες σε μένα. Εμπιστέψου το φως στην καρδιά σου.»
Θέλησε να δει τον Σπύρο. Η Κυριακή την πήρε στο δάσος στης μάνας της. Στην άκρη ενός ξέφωτου έστησε σπιτάκι.
Η Σωτηρία, γριά και τρυφερή, τη καλωσόρισε. Το μωρό κοιμόταν στην κούνια του, πιο ροδαλό από ποτέ.
«Ούτε μάγισσα είμαι, ούτε κακία έχωέχω τη φροντίδα μέσα μου», της είπε η Σωτηρία. «Η αρρώστια του παιδιού σου ήρθε από τα νεκροταφείαόταν πήγαινες έγκυος συχνά στη γιαγιά σου, έκλεψες ζωή απ το μωρό. Εγώ θα το γιατρέψω. Γύρισε, σε λίγες μέρες θα στο φέρω.»
Πράγματι, μετά από λίγες μέρες ο Σπύρος έγινε γερός και ροδαλός και γύρισε στη μαμά του. Η Μαρικέλλα, με τη βοήθεια της Κυριακής, έμεινε στο χωριό. Έμαθε και όσα είχε τραβήξει η μάνα της Κυριακής, διωγμένη από το δικό της χωριό ως „μάγισσα”, επειδή βοηθούσε παιδιά και μάνες.
Στο μεταξύ, ο Ντίνος γύρισε στην Αθήνα. Σπίτι άδειο, μήτε γυναίκα, μήτε παιδί. Η Χριστίνα διηγήθηκε το ψέμαότι η νύφη τρελάθηκε κι έφυγε, παίρνοντας μαζί το παιδί που „έσβησε”.
Ο Ντίνος κλείστηκε στον εαυτό του, μελαγχόλησε, ο χρόνος δεν τον γιατρεύει. Η Χριστίνα πέθανε από τη στενοχώρια λίγο πριν το τέλος του καλοκαιριού, χωρίς να του ομολογήσει ποτέ τι έγινε εκείνο το φθινόπωρο.
Έμεινε ο Ντίνος μόνος. Μετά το μνημόσυνο, βγήκε να περπατήσει στο βουνό, μες στη θλίψη, αποφασισμένος να βάλει τέλος.
Καθώς βυθιζόταν στη λάσπη, άκουσε μια φωνή… Κάποιος τραγουδούσε γλυκά, γνώριμαένα λευκό σχήμα τον κάλεσε.
«Μαρικέλλα;» φώναξε.
Η Μαρικέλλα βγήκε στο ξέφωτο. Ο Ντίνος, πιασμένος στη λάσπη, ψέλλισε: «Στον θάνατο σε βρίσκω, αγάπη μου…»
«Ζωντανή είμαι, Ντίνο!», φώναξε εκείνη. Ο Ντίνος με προσπάθεια ελευθερώθηκε, έτρεξε, την αγκάλιασεδάκρυζαν κι οι δυο, φιλιόντουσαν με πάθος.
Η χαρά του όταν είδε και τον μικρό Σπύρο του, δεν περιγράφεται.
Αποφάσισαν να μείνουν στο χωριό της Μαρικέλλας, στης Κυριακής το σπίτι, αφήνοντας για πάντα πίσω την παλιά ζωή της Αθήνας.
Η Μαρικέλλα βρήκε αληθινή μητρική αγκαλιά στην Κυριακή. Η αγάπη τους έγινε το φως τους, και μόνο ο τάφος της Χριστίνας έμεινε να θυμίζει τι προκαλεί η πλεονεξία και το μίσος, όταν αφήνεις τη μικροψυχία να κυβερνά τον άνθρωπο.
©Οι μέρες πια κυλούσαν γεμάτες φως και ελπίδα. Κάθε πρωί, η Μαρικέλλα έβγαινε με τον Σπύρο στο ξέφωτο και, μέσα από τα δέντρα, αντηχούσαν πια γέλια αντί για δάκρυα. Ο Ντίνος ξανάβρισκε σιγά-σιγά το θάρρος κι έστηνε καινούρια όνειρα δίπλα στη γυναίκα και το παιδί του, μακριά από σκιές κι από ψέματα.
Η Σωτηρία ερχόταν συχνά από το δάσος να τους δει, κρατώντας πάντα κάτι καλό στα χέριαένα φυλαχτό, μια ζεστή κουβέρτα, ένα παραμύθι για τον μικρό. Η Κυριακή έγινε μάνα αληθινή στη Μαρικέλλα, τη νοιάστηκε, την έμαθε πώς μια οικογένεια χτίζεται από αγάπη και τέχνη, όχι από αίμα και πλούτη.
Όταν, μια ανοιξιάτικη μέρα, η Μαρικέλλα άκουσε τον γιο της να γελάει δυνατά κάτω απ τον ήλιο, δάκρυσε από χαρά. «Γιαγιά Αθηνά, τώρα σε νιώθω», ψιθύρισε στον αέρα. Και της φάνηκε πως ένας ανοιξιάτικος άνεμος της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιάσαν να ευλογούσε η γιαγιά της τούτο το νέο ξεκίνημα.
Γύρω τους, το χωριό άνθισε. Το σπίτι της Κυριακής γέμιζε παιδικές φωνές, περαστικούς και λέξεις καλές· πια κανείς δεν ψιθύριζε για «ξένες» και «κατάρες». Κάποια βράδια, κάθονταν όλοι μαζί δίπλα στη σόμπα, η Μαρικέλλα έκλεινε στην αγκαλιά τον Σπύρο κι ο Ντίνος έπιανε τη φλογέρα, και στον ήχο της γεννιόταν ένας καινούργιος κόσμος.
Το παλιό σπίτι στην Αθήνα ξεχάστηκε. Ο ήλιος, εκεί ψηλά, χτυπούσε πια απαλά στα παράθυρα του ξύλινου σπιτιού στο χωριό. Και το δάσος, κάποτε φοβερό, έγινε ζεστό καταφύγιο.
Έτσι, από τις στάχτες της στενοχώριας, αναδύθηκε μια οικογένεια δυνατή, φτιαγμένη από γυναίκες που δεν λύγισαν κι από αγάπες που άντεξαν κάθε χειμώνα.
Και όσο άνθιζε η γη, η Μαρικέλλα ήξερε πια ότι οι μοίρες γράφονται ξανά όταν δεν φοβάσαι να ακολουθήσεις το σκοτάδι μέχρι να ξημερώσει.





