Άκου τώρα τι μου έτυχε και ακόμα δεν το έχω χωνέψει Φαντάσου μια γυναίκα, η Ιφιγένεια, είχε αρχίσει να ψυλλιάζεται ότι ο άντρας της, ο Μιχάλης, κάτι περίεργο έκρυβε. Πάει και έρχεται αργά „στη δουλειά”, όλο συναντήσεις που κρατούσαν παραπάνω απ το φυσιολογικό, και μυρωδιές πάνω του που μόνο με αρώματα φθηνών ξενοδοχείων έμοιαζαν, τίποτα λογικό. Στην αρχή, τα κατάπιε όλα η Ιφιγένεια, έκανε την ανήξερη, αλλά το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς. Κάποια στιγμή, δεν άντεξε άλλο, και αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα: βρήκε έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ τον κύριο Αργύρη, να βγάλει άκρη. Αυτός της υποσχέθηκε αποτελέσματα σε δυο μέρες το πολύ.
Και σήμερα το πρωί, σκάει μήνυμα στο κινητό: σκέτη διεύθυνση, χωρίς επεξηγήσεις. „Να πάτε αμέσως. Είναι σοβαρό. Πρέπει να το δείτε μόνοι σας.”
Πήρε το αμάξι, πάτησε το γκάζι και για μια σχεδόν ώρα, έφευγε όλο και πιο έξω απ την Αθήνα, τόσο που πια ο δρόμος έγινε χωματόδρομος και γύρω της μόνο πεύκα και πουρνάρια. Η καρδιά της χτυπούσε σαν να έκανε μαραθώνιο νόμιζε θα τη βγάλει απ το στήθος της.
Φανταζόταν πως θα έβλεπε κάποιο εξοχικό, μια άλλη γυναίκα να περιμένει τον Μιχάλη, ίσως ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο ύποπτα. Έβαζε κιόλας σενάρια με το μυαλό της, έτοιμη για το χειρότερο.
Τελικά φτάνει σ ένα πέτρινο, ετοιμόρροπο αποθήκη καταμεσής του δάσους. Της ήρθε ένα περίεργο συναίσθημα, μίγμα άγχους και μιας θλίψης που τη χτύπησε στο στομάχι. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής. Ούτε αυτοκίνητα, ούτε άνθρωποι.
Με το κινητό στο χέρι, έτοιμη να πάρει τον ντετέκτιβ ή και την αστυνομία, προχώρησε. Η πόρτα της αποθήκης μισάνοιχτη, σαν να μπήκε κάποιος βιαστικά πριν φτάσει. Ανατριχίλα.
Μπαίνει μέσα και δεν ήταν αυτό που περίμενε καθόλου. Δεν είχε καμία σχέση με παράνομες σχέσεις ή προδοσίες, τουλάχιστον όχι τις „συνηθισμένες”. Στον αέρα, υγρασία και μια μυρωδιά σκουριάς. Στο βάθος μια ξύλινη, τέλεια τοποθετημένη σανίδα στο πάτωμα, παράταιρη με τον υπόλοιπο χώρο. Φτάνει μέχρι εκεί, την αγγίζει και ξαφνικά η σανίδα μετακινείται αθόρυβα στο πλάι.
Πίσω της βρισκόταν ένα μικροσκοπικό δωμάτιο, στενό. Εκεί, καταγής, πάνω σ ένα βρώμικο στρώμα, καθόταν μια γυναίκα. Ζωντανή, αλλά εξαντλημένη. Με αλυσίδες στα πόδια.
Η Ιφιγένεια πάγωσε, ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Η άλλη γυναίκα σήκωσε το κεφάλι της αργά, κάθε κίνηση σαν να την πονούσε.
Εσύ είσαι η γυναίκα του; ψιθυρίζει. Δεν έπρεπε να έρθεις. Μου είπε ότι ποτέ δε θα μάθεις τίποτα.
Η φωνή της Ιφιγένειας έτρεμε.
Ποιος σου το είπε;
Η κοπέλα γύρισε αλλού το βλέμμα της.
Ο άντρας σου. Με κρατάει εδώ εφτά μήνες. Ψάχνει για αντικατάσταση.
Τότε μόνο πρόσεξε και ο δικός μας ηρωίδα το δίσκο με το φαγητό μια σούπα, ακόμη ζεστή, άρα κάποιος είχε έρθει πρόσφατα.
Κι εκεί που ούτε πρόλαβε να συνέλθει, ακούει πίσω της βήματα. Ήταν η αστυνομία, που είχε ειδοποιήσει ο Αργύρης. Βγήκε αληθινός ντετέκτιβ, που της έσωσε και την ψυχή και ποιος ξέρει τι άλλο. Τουλάχιστον, η δικαιοσύνη έπιασε δουλειά.






