Η γλύκα με τα ξένα λίρα
«Βάλε το χέρι σου στην καρδιά σου, είμαι τόσο αγχωμένη. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζομαι ακριβά φάρμακα Θα με βοηθήσεις, μωρό μου;»
…Η πολυκατοικία μύριζε βανίλια και φυσικό καφέ η Ελένη μόλις είχε βάλει ένα μηλόπιγκα με κανέλα στον φούρνο. Η χρυσή κρούστα έτριζε κάτω από το μαχαίρι, ενώ ο ζεστός, γλυκός ατμός γέμιζε την κουζίνα, σαν να είχε μπει μέσα η φιλοξενία του φθινοπώρου. Η Ελένη χώριζε το πίταξο σε πορσελάνινες πιατέλες όταν χτύπησε η κουδούνα απότομα, επίμονα, σαν παλμικό ρολόι.
Στο κατώφλι στεγνώθηκε η περίεργος πεθερά η Ευαγγελία Δημητρίου. Με ένα κομψιότατο κασμίρ παλτό χρώματος της θάλασσας, τα γκρι μαλλιά της τέλεια χτενισμένα και ένα λαμπερό χαμόγελο. Στο χέρι κρατούσε ένα σακουλάκι από ακριβό ζαχαροπλαστείο εκείνο που τα γλυκά κόστιζαν όσο μια μέρα τροφής για μια οικογένεια.
«Ελενάκι μου, γεια σου, αγάπη μου!» τραγούδησε, απλώνοντας τα χέρια της για μια αγόγγυστο αγκάλιασμα. «Περνούσα απ έξω και σκέφτηκα να πεταχώ. Και εδώ μέσα μυρίζει τόσο ωραία! Ακριβώς όπως όταν ήμουν μικρή»
Η Ελένη χαμογέλασε συγκρατημένα, νιώθοντας μέσα της μια οικεία ένταση σαν ένα σφιγμένο ελατήριο έτοιμο να ξεδιπλωθεί. Ήξερε: η επίσκεψη δεν ήταν τυχαία.
…Η Ευαγγελία Δημητρίου είχε αρχίσει να παρεμβαίνει στη ζωή τους τρία χρόνια πριν αφού ο σύζυγός της, ο πατέρας του Νίκου, έφευγε από το σπίτι. Στην αρχή ήταν όλα γλυκά: κοινά δείνια τις Κυριάκες, ζεστές συζητήσεις πάνω από ένα φαγητό, βοήθεια με τις δουλειές του σπιτιού. Αλλά σταδιακά οι επισκέψεις της έγιναν πιο συχνές και τα αιτήματά της πιο πιεστικά.
«Νίκο μου, γιε μου, αναστεναγμένα ακουγόταν η πεθερά, πιέζοντας το χέρι της στη καρδιά, η πίεσή μου ανεβοκατεβαίνει. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζομαι ακριβά φάρμακα Θα με βοηθήσεις, γλυκέ μου;»
Ο Νίκος, ευγενικός και ευσπλαχνικός, ποτέ δεν αρνιόταν. Στην αρχή τα ποσά ήταν μικρά πενήντα, εκατό λίρα. Μετά έφτασαν τα διακόσια, τριακόσια. Η Ελένη προσπάθησε να μιλήσει στον άντρα της, αλλά εκείνος απλά έκανε έναν αδιάφορο χειρισμό, κοιτάζοντάς την με μια ελαφριά ενόχληση:
«Ελένη, σταμάτα τώρα Η μητέρα μου πονάει, το βλέπεις. Δεν μπορούμε να την αφήσουμε στην ανάγκη της. Είναι η μητέρα μου»
Και η Ευαγγελία Δημητρίου, εν τω μεταξύ, «ξεχνούσε» συνεχώς να αναφέρει ότι τα φάρμακα είχαν ήδη αγοραστεί, ενώ τα λίρα πήγαιναν κάπου αλλού. Κάποιες φορές για «ένα επείγον κύρος βιταμινών», άλλες για «μια μοναδική θεραπεία σε κλινική», ή ακόμα και για «μια καλή καρδιά σε μια φίλη».
Και μια μέρα, η Ελένη είδε τυχαία μια φωτογραφία της πεθεράς στα κοινωνικά δίκτυα. Στην εικόνα, εκείνη χαμογελούσε κρατώντας ένας καπουτσίνο και ένα γλυκάκι με φράουλα, και η λεζάντα έλεγε: «Η γλύκα της Παρασκευής το καλύτερο φάρμακο για τη μελαγχολία!»
Η Ελένη συνοφρυώθηκε την προηγούμενη ημέρα, η Ευαγγελία Δημητρίου είχε τηλεφωνούσε στον Νίκο κλαίγοντας:
«Γιε μου, νιώθω τόσο άσχημα Τα χάριά μου τελε





