Όταν ήμουν δεκαεπτά χρονών, ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή. Η μητέρα μου, η Ελένη, δούλευε ακατάπαυστα σε δύο δουλειές, αλλά δεν βγάζαμε αρκετά ευρώ για να ζούμε άνετα. Μαγαρίζαμε κάθε λεπτό, προσπαθώντας να κάνουμε οικονομία όπου μπορούσαμε. Στο σπίτι μας, φρούτα και γλυκά υπήρχαν μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Ποτέ δεν είχα το θάρρος να ζητήσω κάτι από τη μάνα μου, ίσα που προσπαθούσα να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Είναι και η μικρή μου αδερφή, η Μαριάννα Μαζί με τη μητέρα μας κάναμε τα πάντα, για να μην νιώθει μειονεκτικά.
Όμως, ο θάνατος του πατέρα μου δεν ήταν το τέλος των δυσκολιών. Η μητέρα μου έπαθε εγκεφαλικό κι έμεινε στο νοσοκομείο. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Έπαιρνε μια αναπηρική σύνταξη, αλλά τα χρήματα δεν ήταν αρκετά. Προσπαθούσα να πιστέψω ότι κάποτε θα γινόταν καλύτερα, αλλά ήταν σαν να πνιγόμουν καθημερινά.
Αναγκάστηκα να σταματήσω τις σπουδές μου. Ήμουν πια ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να συντηρήσει την οικογένεια. Τόσο δύσκολο να φροντίζω τη μητέρα μου και τη Μαριάννα. Πολλοί φίλοι μου πρότειναν βοήθεια, αλλά αρνιόμουν. Η μητέρα μου πριν το εγκεφαλικό ήταν καλή και ευγενική γυναίκα. Μετά άλλαξε.
Στην αρχή παραπονιόταν για τη μοίρα της, μετά για τη Μαριάννα και για μένα. Ό,τι κι αν κάναμετο φαγητό ποτέ δεν ήταν σωστό, το σπίτι ποτέ αρκετά καθαρό, κι ξοδεύαμε πολλά για τον εαυτό μας. Προσπαθούσα να αγνοήσω τα λόγια της, ήξερα ότι ο άνθρωπος ήταν άρρωστος. Όμως, με πλήγωνε αυτή η συμπεριφορά. Έδινα τα πάντα και ποτέ δεν εκτιμούσε την προσπάθειά μου. Οι γνωστοί επέμεναν να προσλάβω νοσοκόμα για τη μάνα μου και να βρω δουλειά με καλύτερο μισθό. Είχα ευκαιρίες, αλλά πώς να αφήσω τη μητέρα μου στη φροντίδα ξένου; Μια μάνα με δύο κόρες, κι εγώ να την εγκαταλείψω Δεν μπορούσα.
Η κάθε μέρα γινόταν πιο δύσκολη, γεμάτη παράπονα. Έβρισκε αφορμές για να μας κατηγορεί που αγοράζαμε το παραμικρό, ενώ πάντα κάναμε οικονομία.
Έκανα υπομονή πολύ καιρό. Όμως μια μέρα που θα θυμάμαι για πάντα, κάτι άλλαξε μέσα μου. Αρρώστησα. Η κεφαλή μου πονούσε αφόρητα, είχα πυρετό και βήχα. Ξενύχτησα κι αποφάσισα το πρωί να πάω στο γιατρό. Η Μαριάννα είδε πως ήμουν χάλια, ετοιμάστηκε για το σχολείο, με πήρε αγκαλιά κι με παρακάλεσε να μην αργήσω να δω γιατρό. Η μητέρα μου όμως, όπως πάντα, είπε πως δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα. Ο οργανισμός μου είναι νέος, θα ξεπεράσει τη νόσο. Εκείνη περνάει χειρότερα και χρειάζεται περισσότερα χρήματα. Αν ξοδέψω ευρώ για εξετάσεις και γιατρούς, θα χω απλώς μια απλή γρίπη. Με κατηγόρησε ότι δεν τη φροντίζω και πως θέλω να πεθάνει.
Άκουγα αυτές τις κουβέντες κι έκλαιγα σιωπηλά. Ειλικρινά, δεν είχα άλλες δυνάμεις. Για χάρη της μάνας μου είχα παρατήσει τις σπουδές και δούλευα εξαντλητικά, ενώ είχα πολλές επιλογές. Ίσως να ήμουν τόσο κουρασμένη, που ξεσπάω και της λέω όλα όσα ένιωθα.
Ο γιατρός βρήκε πνευμονία. Μου πρότεινε νοσοκομείο, αλλά δεν γινόταν να αφήσω τη Μαριάννα με τη μητέρα μου. Αγόρασα τα φάρμακα κι πήγα στο σπίτι της φίλης μου της Άννας.
Η Άννα με άφησε να μπω. Μου λέει με ένταση πως θα πρεπε να μείνω στο κρεβάτι. Μιλήσαμε για πολλή ώρα. Της εξήγησα τι περνάμε με τη μάνα μου και ζήτησα να με βοηθήσει να βρούμε νοσοκόμα. Χρειαζόμουν κι στέγη, πια δεν άντεχα να μείνω εκεί.
Η Άννα μου πρότεινε να μείνω μαζί της, με τη συμφωνία να πάω να πάρω τα απαραίτητα από το σπίτι μου. Μόλις ανοιξα τη πόρτα, με περίμενε η μητέρα μου, ουρλιάζοντας σαν τρελή. Δεν ρώτησε καν πώς είμαι, απλώς ξαναμετρούσε τα ευρώ. Την τάισα και πήγα στο δωμάτιό μου να ξεκουραστώ. Δεν θα μείνω πια εδώ.
Η Άννα βρήκε γρήγορα νοσοκόμαη Βικτώρια είναι το όνομά της. Μου επέτρεψε να μείνω σπίτι της. Άλλαξα δουλειά, και δεν επισκέπτομαι πια τη μητέρα μου. Ίσως να δείχνω αδιάφορη, αλλά έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Ποτέ όμως δεν πήρα ένα ευχαριστώ. Άξιζε την προσπάθεια; Έχω όλη μου τη ζωή μπροστά.
Κάθε μήνα δίνω ευρώ για τη μητέρα μου και τη νοσοκόμα. Δίνω ακόμη περισσότερα για να είμαι σίγουρη. Η Βικτώρια λέει πως η μητέρα μου μας θυμάται όλο και λιγότεροούτε γενέθλια δεν μας εύχεται. Εμείς πάντα της ευχόμαστε. Αλλά αυτό τελικά δεν είναι το σημαντικότερο. Κατάφερα να αλλάξω δουλειά κι σε λίγο καιρό θα μετακομίσουμε μαζί με τη Μαριάννα σε δικό μας διαμέρισμα. Η αδερφή μου με στήριξε σε όλα και μου είπε: Πρέπει να φροντίζουμε τους γονείς μας, αλλά όχι όταν αυτοί σιγά-σιγά μας καταστρέφουν.Ίσως όσα περάσαμε να μας έκαναν πιο δυνατές απ όσο φανταζόμασταν. Ένα πρωί, καθώς μαζεύαμε τα πράγματά μας για το νέο μας σπίτι, η Μαριάννα με κοίταξε χαμογελώντας. Έχουμε ο ένας τον άλλον, μου είπε, κι αυτό αρκεί, αλήθεια. Για πρώτη φορά ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από μέσα μου. Θυμήθηκα τον πατέρα μας, τις μικρές γιορτές με φρούτα, το παλιό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι· μπορεί να μην είχαμε πολλά, αλλά είχαμε αγάπη.
Η ζωή δεν είναι ποτέ δίκαιημα στο τέλος, αν κρατήσεις κοντά σου τους ανθρώπους που έχουν σημασία, μπορείς να βρεις το φως ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Στο καινούργιο μας σπίτι, ξαναμάθαμε να γελάμε. Μερικές φορές γυρνάμε στη γειτονιά να δούμε τη Βικτώρια και τη μητέρα μας, αλλά πια δεν θυμάται τα πρόσωπά μας. Σκουπίζω τη θλίψη μου, την αφήνω να χάνεται, και αγκαλιάζω τη Μαριάννα.
Ξέρω πια πως αξίζω να ζήσω χωρίς ενοχές, χωρίς φόβο. Το μέλλον είναι καθαρό, σαν φρεσκοβαμμένοι τοίχοι, χωρίς σκιές. Κρατάω το χέρι της αδερφής μου, και προχωράμε μαζίόχι πλούσιες σε ευρώ, αλλά γεμάτες ελπίδα. Και στο τέλος, ίσως η ευτυχία να είναι απλά η επιλογή να συνεχίσεις, να αγαπάς, να προχωράς.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




