Αγγέλα, που είχε πάει χρόνια μαζί με τσέπες, στέκεται τώρα μπροστά στον εαυτό της και σκέφτεται γιατί ποτέ δεν κατάφερε να βρει γαμπρό μέχρι τα τριάντα. Η ζωή της μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν γεμάτη μόνο «προσωρινές» σχέσεις, και η Αγγέλα το ήξερε: δεν ήθελε πια να είναι η «συμπαθή» άλλων. Αφού άκουσε για έναν καλό παπάρα, τον Πάβλο, που δουλεύει στο τμήμα των τεχνικών του Αττικού Μετρό, αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία. Στην αρχή δεν ήξερε ότι ο Πάβλος είχε ήδη παντρεθεί, αλλά ο ίδιος δεν έκρυψε το μυστικό του μόλις κατάλαβε ότι η Αγγέλα του είχε καρφώσει στο κεφάλι και τον είχε ερωτευτεί.
Αντί να τον κατηγορήσει, η Αγγέλα έλεγε μόνο στον εαυτό της πόσο άσχημα νιώθει που έφυγε από τη σωστή ώρα. Ένιωθε πως δεν βρήκε ποτέ τον άντρα της και ο χρόνος έτρεχε. Σαν γυναίκα, δεν ήταν ασχημη, αλλά είχε μια γλυκιά, στρογγυλή εμφάνιση που της έδινε μια αίσθηση ώριμης γοητείας.
Η σχέση τους δεν πήγαινε πουθενά. Η Αγγέλα δεν ήθελε να παραμείνει μόνο «συμπαθή», αλλά ούτε και να αφήσει τον Πάβλο, γιατί φοβόταν τη μοναξιά. Μια μέρα, επειδή ο ξάδερφος του, Στέφανος, είχε μια επαγγελματική αποστολή στην Πάτρα, αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Καθόμαστε στην κουζίνα του σπιτιού της Αγγέλα, τρώμε μελιτζάνες με φέτα και μιλάμε για πάντα, όπως παλιά.
Καθώς η Αγγέλα τρέχει στο μπάνιο για να κάνει μπάνιο, η γειτόνισσα της, η Μαρία, περνάει στο σπίτι για να ρίξει μια ματιά στις νέες αγορές της Αγγέλα. Η Μαρία μπαίνει για περίπου είκοσι λεπτά. Την ίδια στιγμή, χτυπάει η πόρτα. Ο Στέφανος ανοίγει και βλέπει στη σκιά του Πάβλο, που φαίνεται να ψάχνει κάποιον να τον καλέσει. Στον Πάβλο δεν αρέσει το σκηνικό: βλέπει έναν ραδιοφωνικό σκύλο (δηλαδή έναν τεράστιο λόφο) με τζιν και Tshirt, τρώγοντας ένα σάντουιτς με λουκάνικο.
Έχεις τη Αγγέλα σπίτι; ρωτάει ο Πάβλος, νιώθοντας ότι κάτι δεν πάει καλά.
Εν τάξει, είναι στο μπάνιο, απαντάει ο Στέφανος αμέσως.
Συγγνώμη, αλλά ποιος είστε εσείς; αμφιβάλλει ο Πάβλος.
Είμαι ο Στέφανος, η κοινή «συμ-ζητήτρια» της. Όχι, δεν είμαι κάποιος άλλος, είμαι ο «συμβιβαστής». Κοίτα, δεν είναι αυτός ο τυχερός που ψάχνεις; λέει ο Στέφανος, σπρώχνοντας το χέρι του Πάβλου προς το πρόσωπο του.
Το βλέμμα του Πάβλου, που έπιασε μια ζαχαροπλαστική μαγιά, έσπασε στο πλάι. Έτρεξε να φύγει, ενώ η Αγγέλα επέστρεψε από το μπάνιο, κόκκινη και δακρυσμένη.
Τι έγινε; Ποιος σε ζήτησε; ρυγίζει η Αγγέλα, στέκεται στο σοφό του καναπέ, σπάζει το κεφάλι της.
Δεν θα ξαναδούμε ποτέ τον Πάβλο, και κάτι τέτοιο είναι καλό. Σταμάτα να λυπάσαι, έχουμε ένα «καλό» αγόρι στο μυαλό μας. Στο χωριό μας, ο Αλέξανδρος, ένας χήρος, είναι μόνος του, γιατί οι γυναίκες του δεν του λύνουν. Θα τον γνωρίσεις όταν ξαναπάω στην Αθήνα.
Η Αγγέλα δεν πίστευε αυτά που άκουσε. Έστω ένα άγνωστο; Τι λες; Δεν μπορώ να το κάνω. φωνάζει, ντροπιασμένη. Ο Στέφανος την καθησυχάζει, λέγοντας ότι δεν είναι συμβιβασμός με έναν ελεύθερο άντρα, αλλά συμβιβασμός με έναν χρήσιμο άντρα. Η μέρα περνά, και η Αγγέλα και ο Στέφανος φτάνουν στο χωριό με το αυτοκίνητο. Συναντούν τη σύζυγο του Στέφανου, τη Λουζά, που ετοιμάζει τραπέζι στο κήπο κοντά στην κολαπλαστική, και όλους τους γείτονες, συμπεριλαμβανομένου του χήρου Αλεξάνδρου, που δεν είχε ξαναδεί.
Η Αγγέλα νιώθει λίγο ντροπαλή, αλλά η αγάπη για το φρέσκο αέρα της θάλασσας και τα τρυφερά λόγια του Αλεξάνδρου την κάνουν να νιώθει ζεστασιά. Ένα σαββατοκύριακο, η πόρτα του σπιτιού της Αγγέλα ακούει χτύπημα. Έχει φτάσει ο Αλέξανδρος με μια σακούλα γεμάτη πράσινα λαχανικά από το παζάρι. Χαμογελάει.
Καλησπέρα, Αγγέλα. Ήρθα να σου φέρω κάτι. Μπορώ να περάσω; λέει ντροπαλά, σταματώντας το πακέτο.
Η Αγγέλα, λίγο έκπληξη, τον καλεί μέσα και προσκαλεί το τσάι. Ο Αλέξανδρος βγάζει από το σακουλάκι ένα μικρό μπουκέτο από τριαντάφυλλα και τα δίνει στην Αγγέλα. Τα μάτια της λάμπουν. Καθόμαστε στη κουζίνα, μιλάμε για τον καιρό και τις τιμές της αγοράς.
Μετά το τσάι, ο Αλέξανδρος ετοιμάζεται να φύγει. Περπατώντας προς την πόρτα, σταματά και γυρίζει πίσω προς την Αγγέλα.
Αν φύγω τώρα χωρίς να σου το πω, δεν θα μπορώ να το συγχωρέσω. Αγγέλα, όλη τη εβδομάδα που σε σκέφτηκα, το λέω ειλικρινά. Η μέρα των διακοπών ήρθε και ήρθα με τη διεύθυνση του Στέφανου. λέει, με τα χέρια του να τρέμουν ελαφρά.
Η Αγγέλα κοκκινίζει και κοιτάζει κάτω.
Μάλλον δεν ξέρουμε πολλά το ένα για το άλλο απαντάει διστακτικά.
Δεν πειράζει. Ακόμα και αν είμαι «μη ιδανικός», το πιο σημαντικό είναι να μη σε ένοχοι. Έχω μικρή κόρη, οκτώ χρονών. Την βάζω στη γιαγιά. λέει, χαμογελώντας.
Η Αγγέλα, να υπερπηδίζει με τα λόγια, λέει:
Ένας γιος είναι ευλογία. Πάντα ήθελα μια μικρή κορούλα.
Ο Αλέξανδρος, συγκινημένος, την αγγίζει στα χέρια και την φιλάει. Μετά το φιλί, τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα.
Δεν σε βλέπω εχθρό. Είμαι ευγνώμων που σε βρήκα. λέει.
Από τότε, συναντιούνται κάθε Σαββατοκύριακο. Δυο μήνες αργότερα, παντρεύονται σε μια μικρή εκκλησία στο χωριό. Η Αγγέλα δουλεύει στο νηπιαγωγείο, και μέσα σε ένα χρόνο γέννησαν μια μικρή κόρη, τη Μαρία. Οι δυο τους μεγαλώνουν ευτυχισμένες, χαμογελώντας, γεμάτες αγάπη και φροντίδα.
Ο Στέφανος, στα γεύματα, κλείνει το μάτι του στην Αγγέλα και της λέει:
Έλα, Αγγέλα μου, ποιος είναι ο «άντρας» που σου βρήκαμε; Όλα γίνονται όμορφα. Καλύτερα να παίρνεις μόνο καλές συμβουλές. γελώντας, του κουνάει το κασπό.





