Συναντιώ Μόνο ένα Σημείωμα Όταν Πήγα να Παραλάβω τη Σύζυγό Μου και τα Δίδυμα
Όταν ο Νίκος έφτασε στη μαιευτική κλινική εκείνη τη μέρα, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα από συγκίνηση. Κρατούσε σφιχτά ένα μπουκέτο μπαλόνια με τη φράση «Καλώς ήρθατε σπίτι», και στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ήταν μια μαλακή κουβέρτα, στην οποία θα τύλιγε τα μωρά για να τα μεταφέρει με ασφάλεια. Η σύζυγός του, η Ελένη, είχε αντιμετωπίσει την εγκυμοσύνη με θάρρος, και μετά από μήνες αναμονής και αγωνίας, έφτανε επιτέλους η στιγμή που θα ξεκινούσε η ζωή τους ως οικογένεια τεσσάρων.
Αλλά όλα κατέρρευσαν σε μια στιγμή.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο, βρήκε τα δίδυμα νεογέννητα να τα κουνάει μια νοσοκόμα, αλλά η Ελένη δεν ήταν εκεί. Κανένα ίχνος της. Ούτε η βαλίτσα της, ούτε το τηλέφωνό της. Μόνο ένα σημείωμα αφήμέρο πάνω στο ντιβανακί:
*«Συγχώρεσέ με. Φρόντισέ τα. Ρώτησε τη μητέρα σου τι μου έκανε.»*
Ο κόσμος του Νίκου διαλύθηκε εκείνη τη στιγμή. Ενστικτωδώς, πήρε τις κόρες του μικρές, ευάλωτες, μυρίζοντας γάλα και κάτι βαθιά οικείο. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν βρισκόταν λόγια. Στάθηκε εκεί, ενώ μέσα του ουρλιάζε.
Η Ελένη είχε φύγει.
Έτρεξε στους νοσηλευτές, ζητώντας εξηγήσεις. Αυτοί σήκωσαν τους ώμους είπαν πως είχε φύγει με τη θέλησή της, το πρωί, ισχυριζόμενη πως όλα ήταν κανονισμένα με τον σύζυγό της. Κανείς δεν είχε υποψιαστεί τίποτα.
Ο Νίκος πήγε τα κοριτσάκια σπίτι, στο καινούργιο τους δωμάτιο, μυρίζοντας πλυσμένα ρούχα και μια μικρή πνιγή βανίλια, αλλά η καρδιά του έμενε σφιγμένη.
Στην πόρτα περίμενε η μητέρα του, η Κυρία Μαρία, με ένα χαμόγελο και ένα πιάτο μπακαλιάρο στο φούρνο στα χέρια της.
*«Επιτέλους ήρθαν τα εγγονάκια μου!»* αναφώνησε χαρούμενη. *«Πώς είναι η Ελένη;»*
Ο Νίκος της έδωσε το σημείωμα. Το χρώμα εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της.
*«Τι της έκανες;»* ρώτησε, με βραχνή φωνή.
Αυτή προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Είπε πως ήθελε απλά να μιλήσει με την Ελένη, να την προειδοποιήσει να είναι καλή σύζυγος, «να προστατεύσει το γιο της από προβλήματα». Άδεια λόγια.
Εκείνο το βράδυ, ο Νίκος έκλεισε την πόρτα στη μητέρα του. Δεν φώναξε. Απλά κοίταξε τις κόρες του και παλέψε να μην τρελαθεί.
Τις νύχτες που τα κούνιαγε, θυμόταν πως η Ελένη ονειρευόταν να γίνει μητέρα, πως είχε διαλέξει τα ονόματα Μαρία και Αικατερίνη και πως χαϊδεύετη κοιλιά της, νομίζοντας ότι αυτός κοιμόταν, και τα δάκρυα ξανά γέμισαν τα μάτια του καθώς έπαιρνε αποφάσεις για το μέλλον τους τριών.





