Βλάβη Συστήματος

Σφάλμα συστήματος

Ειρήνη, είσαι σπίτι;

Μιχάλη, κάθε Κυριακή πρωί είμαι σπίτι. Το ξέρεις αυτό.

Τότε άνοιξε την πόρτα.

Τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα κοίταζε από το μάτι της πόρτας. Ο αδερφός της, με το μπουφάν ανοιχτό, δυο τεράστιες τσάντες στα πόδια, και ύφος σαν να είχε χάσει διαγωνισμό στην τηλεόραση. Πίσω του δύο σιλουέτες, ένα πιο ψηλό, ένα πιο χαμηλό. Ειρήνη έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε. Οι σκιές εκεί. Ωραία.

Άνοιξε το κλείδωμα.

Καλημέρα, είπε ο Μιχάλης και της χάρισε εκείνο το παιδικό χαμόγελο που πάντα προδίδει ότι κάτι θέλει.

Όχι, απάντησε η Ειρήνη.

Δεν είπα ακόμη τίποτα

Χαμογελάς έτσι. Οπότε, όχι.

Ο Γιώργος τρύπωσε μπροστά από τον μπαμπά και την κοίταξε με έξι χρόνια φούρια, αγουροξυπνημένη φράντζα στα μαλλιά, και κορδόνι από το παπούτσι του να σερβίρει πάνω στο καινούργιο δάπεδο. Δίπλα, η Κωνσταντίνα, τέσσερα χρονών, με λαγουδάκι του κουτιού που είχε δει περισσότερα δράματα κι από τις ελληνικές σαπουνόπερες. Ένα αυτί λείπει, μάτια αστέρια κοιτάει την Ειρήνη λες και εξετάζει τη γκαρνταρόμπα γνωστής τραγουδίστριας. Χωρίς κανένα ίχνος φόβου.

Τα μάτια της Ειρήνης πέφτουν στο πάτωμα: φρέσκος δρυς, παρκέ απ την «Αίγινα Δάπεδα», τοποθετημένο μόλις τρεις μήνες πριν από μάστορα που έκλεισε ραντεβού ενάμισι μήνα μπροστά. Το κορδόνι του Γιώργου κάτι είχε μαζέψει, κάτι καφετί. Δεν ρώτησε τι. Δεν ήθελε να μάθει.

Περάστε, αλλά βγάλτε τα παπούτσια με το που μπείτε.

Το διαμέρισμα, στον όγδοο του καινούριου συγκροτήματος «Βόρειο Αστέρι», ήταν το καμάρι της Ειρήνης. Όχι η θέση της ως Senior Account Manager στην «Ελληνικό Design», όχι το αυτοκίνητο, όχι ο λογαριασμός στην Alpha Bank. Το σπίτι. 104 τετραγωνικά, ταβάνι τρία μέτρα, παράθυρα από το δάπεδο στην οροφή, θέα το πάρκο Νιάρχου. Δύο χρόνια το επίπλωνε, άλλαζε φωτιστικά, διάλεγε τις κουρτίνες να έχουν το σωστό «μπλε της μπελούγκα», που τις έβλεπε το βράδυ σκούρες γκρι. Καναπές από την «Αίγινα Δάπεδα»: ανοιχτό γκρι, φαρδύς, με πλάτη για λόρδους. Το τραπεζάκι σαλονιού είχε μια ρωγμή που ο πωλητής ονόμασε «χαρακτήρα», στην αρχή ήθελε να το γυρίσει πίσω, μετά το αγάπησε. Ούτε τυχαία αντικείμενα, ούτε σαβούρα στα παράθυρα. Κοσμητικά «Belle Vue» ευθεία στο μπάνιο, πετσέτες όλες ίδιες, ξύλινες κρεμάστρες ασορτί.

Αυτή ήταν η ζωή της, με κάθε λεπτομέρεια στη θέση της. Μια σιγή η πραγματική ησυχία της πόλης στον όγδοο: ακούς μόνο το βουητό της «Livington» στην κουζίνα και λίγο το νερό στη βροχή.

Ο Μιχάλης άφησε τις τσάντες στην είσοδο. Τα παιδιά πέταξαν παπούτσια. Ο Γιώργος πήγε να ακουμπήσει τον τοίχο.

Γιώργο, είπε η Ειρήνη.

Ναί…;

Τα χέρια.

Ο μικρός κοίταξε το χέρι του, τον τοίχο, μετά πάλι τη θεία.

Τι έχουν τα χέρια μου;

Η Ειρήνη έκανε μια βαθιά ανάσα. Τρία μέσα, τρία έξω, όπως την είχαν μάθει στο σεμινάριο διαχείρισης άγχους.

Μιχάλη, πες το γρήγορα.

Ο Μιχάλης πήγε στην κουζίνα, έκατσε σε σκαμπό στη μπάρα και σταύρωσε τα χέρια: προφανής παράδοση.

Εγώ με την Κατερίνα πάμε διακοπές σε ξενώνα. Οκτώ μέρες. Πρέπει να μιλήσουμε. Καταλαβαίνεις; Χωρίς παιδιά, δεν γίνεται.

Δεν έχετε άλλη λύση;

Η μαμά σε spa μέχρι Παρασκευή το ξέρεις. Οι γονείς της Κατερίνας στο χωριό, κι έχουν και γρίπη. Ειρήνη… Σε παρακαλώ. Μόνο οκτώ μέρες.

Οκτώ…

Ίσως και εννιά. Γυρνάμε την Κυριακή την επόμενη.

Κάτι έπεσε στο σαλόνι. Όχι πολύ δυνατά, αλλά σαφώς αναγνωρίσιμο. Κάτι στο πάτωμα.

Κωνσταντίνα, ΜΗΝ ΑΚΟΥΜΠΑΣ ΤΙΠΟΤΑ, φώναξε ο Μιχάλης χωρίς να κοιτάξει, με ύφος έμπειρου «μπαμπά τουλάχιστον δέκα φωνών την ημέρα».

Μιχάλη, είπε ήρεμα η Ειρήνη, γιατί στην εκπαίδευση της είπαν, ο ήρεμος τόνος πιάνει. Εγώ δουλεύω από το σπίτι. Έχω διαδικτυακή παρουσίαση την Τετάρτη, με πελάτες τριών πόλεων. Δεν ξέρω από παιδιά. Τι τρώνε, τι να τους λέω, πώς να τα βάζω για ύπνο.

Τρώνε τα πάντα εκτός από κρεμμύδι. Ε, ο Γιώργος δεν τρώει ντομάτα. Να τους μιλάς ό,τι θες. Η Κωνσταντίνα κοιμάται με το λαγουδάκι, ο Γιώργος θέλει παραμύθι, το έχει στην τσάντα.

Μιχάλη…

Ειρήνη, την κοίταξε με τέτοιο βλέμμα που τσάκιζε και δεύτερο γιαούρτι. Όχι λύπη. Κούραση η κούραση που δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση. Αν δεν φύγουμε τώρα, θα χαλάσουμε. Δεν ξέρω τι θα γίνει με μας.

Σιωπή. Ένα σύννεφο έξω περνά πάνω από το πάρκο, πολύ λευκό, από αυτά που σε κάνουν να κοντοστέκεσαι.

Οκτώ μέρες, είπε.

Ευχαριστώ.

Μην λες ευχαριστώ. Δεν υπόσχομαι να μην σε καλέσω σε τρεις ώρες.

Θα απαντάω, κι εγώ και η Κατερίνα.

Ο Μιχάλης εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα ο ρυθμός φυγής ανθρώπου που ανησυχεί μην αλλάξεις γνώμη. Φιλιά στα κεφάλια των παιδιών, «θεία Ειρήνη είναι κορυφή», ένα χαρτί με σημειώσεις στη μπάρα, γραφικό που θυμίζει συνταγή για χταπόδι, και δεκαπέντε λεπτά μετά, πόρτα κλειστή.

Η Ειρήνη στεκόταν στην είσοδο.
Ο Γιώργος και η Κωνσταντίνα την κοιτούσαν.

Ε, λοιπόν… είπε.

Ε, λοιπόν, συμφώνησε ο Γιώργος.

Πεινάτε;

Θέλω χυμό, δήλωσε η Κωνσταντίνα.

Ποιον;

Πορτοκαλί.

Πορτοκαλί πορτοκάλι;

Όχι. Πορτοκαλί! Το πορτοκαλί.

Η Ειρήνη άνοιξε το ψυγείο. Δυο είδη μεταλλικού νερού, τάπερ με λαχανικά, γιαούρτι «Belle Vue» και λευκό κρασί. Ούτε ίχνος χυμού. Δεν ήταν ποτέ στα οικογενειακά της ψώνια ο παιδικός χυμός και τώρα πρώτη φορά το παρατηρεί.

Πάμε σούπερ μάρκετ.

ΩΡΑΙΑ, φώναξε ο Γιώργος, και η ηχώ ανέβηκε μέχρι τα σύννεφα των τριών μέτρων.

Η Ειρήνη μόρφασε.

Το σούπερ μάρκετ ήταν δίπλα, πέντε λεπτά με τα πόδια. Σε πέντε αυτά λεπτά η Κωνσταντίνα έριξε λαγουδάκι τέσσερις φορές, ο Γιώργος πίεσε όλα τα κουμπιά στο ασανσέρ ώσπου χτύπησε συναγερμός, και της εξιστόρησε μια επικών διαστάσεων ιστορία για τον Κωστή από το σχολείο του, που «φτύνει δυο μέτρα μακριά». Η Ειρήνη πλέον ξέρει για τον Κωστή περισσότερα και από τη μάνα του.

Ήπιε έναν ελληνικό κι αγόρασε τέσσερα είδη χυμού, γάλα, ψωμί, γιαούρτια φράουλα, μακαρόνια, έτοιμες κοτομπιφτέκια, μήλα, μπανάνες, και μπισκότα με καρτούν στην ετικέτα που ο Γιώργος έβαλε μόνος του στο καλάθι όσο εκείνη κοιτούσε τα τυριά. Δεν τα ξαναέβαλε πίσω. Υποχώρηση μικρή, που πριν μια εβδομάδα δεν θα επέτρεπε.

Η πρώτη μέρα πήγε σχεδόν ήρεμα. Με εξαίρεση που η Κωνσταντίνα έριξε πορτοκαλί χυμό στο τραπεζάκι σαλονιού, και ο Γιώργος προσέκρουσε μανιωδώς στον τοίχο και έκλαψε πέντε λεπτά λες και του πήραν το τάμπλετ. Η Ειρήνη δεν ήξερε πώς παρηγορούνται παιδιά, του έδωσε νερό και του είπε «θα περάσει» – το συμβούλιο της σε ενήλικες και, για άγνωστο λόγο, έπιασε. Ήπιε, αναστέναξε και πήγε να δει καρτούν που ο Μιχάλης είχε προνοήσει να βάλει στην τσάντα.

Ύπνος δεν έπεσε ούτε στις εννιά, ούτε στις δέκα, ούτε στις έντεκα. Γύρω στις έντεκα, διάβασε στον Γιώργο για δεύτερη φορά το παραμύθι με την αρκούδα που έψαχνε βατόμουρα. Η Κωνσταντίνα είχε ήδη κρεμασμένο το λαγουδάκι στο λαιμό, κοιμήθηκε στον καναπέ. Η Ειρήνη κοιτούσε για είκοσι δευτερόλεπτα το μικρό εκείνο σώμα που θύμιζε ηλιαχτίδα, την πήρε αγκαλιά, την μετέφερε στον καναπέ-κρεβάτι στο δωμάτιο ξένων. Δεν ξύπνησε.

Στην κουζίνα, η Ειρήνη ήπιε τσάι βοτάνων από την κούπα της «Livington» κι άνοιξε τον υπολογιστή. Τρεις μέρες ως την παρουσίαση. Λείπουν δύο σλάιντς και η πρόβα.

Κάποιος θα έπρεπε να την ηρεμήσει. Αντ αυτού, απλά κοιτούσε τον καναπέ και έπινε το τσάι.

Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε 6.37 ακριβώς, η ώρα που η Ειρήνη θυμάται καλύτερα κι από τη διεύθυνση του ΕΦΚΑ. Ο Γιώργος, ξύπνιος, είχε αποφασίσει να φτιάξει φρούριο με μαξιλάρια. Όλα στο πάτωμα, κι ο μικρός μέσα, να τρώει μπισκότα που είχε βρει καταπληκτικά στο ντουλάπι. Μισά μπισκότα στο πάτωμα.

Καλημέρα, της είπε ζωηρά.

Καλημέρα.

Ξέρεις να κάνεις pancakes;

Τηγανίτες;

Ναι, στρογγυλές, με σιρόπι από εκείνο το καναδέζικο.

Δεν έχω maple syrup.

Κρίμα.

Του έβρασε φα εε, όχι φάβα, αλλά τραχανά. Ο Γιώργος το έφαγε. Η Κωνσταντίνα ξύπνησε στις οκτώ, αγκαζέ το λαγουδάκι, ανέβηκε στο σκαμπό.

Θέλω κι εγώ αυτό που τρώει ο Γιώργος.

Όλα καλά, σκέφτηκε η Ειρήνη.

Η «πλημμύρα» έγινε Τρίτη, δύο το μεσημέρι.
Εκείνη διορθώνει σλάιντς, τα παιδιά παίζουν μπάνιο. Τους άφησε να φτιάχνουν καραβάκια με λογαριασμούς ναι, ένας μικρός στόλος από εκείνο το ντουλάπι που ποτέ δε μαθαίνεις τι έχει. Δέκα λεπτά σιγή Ύποπτο.

Ξαφνικά παρατήρησε πως κάτι γυάλιζε στο διάδρομο. Τι όμορφα, αλήθεια.

Όχι, είπε, αλλά ήδη αργά.

Βρύση ανοιχτή, καραβάκια είχαν σφηνώσει την αποχέτευση, το νερό χύθηκε έξω για δέκα, άντε δώδεκα λεπτά μόνο ο Ποσειδώνας πιο χαλαρός θα το είχε πάρει.

Επιχείρηση «μαζέψτε το νερό» με κουρέλια. Οι παντόφλες της «Belle Vue», σίγουρα φευγάτες.

Χτύπησε κουδούνι.

Ποιος;

Ο γείτονας από κάτω, έβδομος.

Άντρας σαράντα τόσο, λίγο ανακατεμένος, φοράει φόρμα και μπλε πουλόβερ, φυσιογνωμία «έχω φάει από αυτά πολλά». Στο κινητό, φωτογραφία ταβάνι με βούλα νέος μοντερνισμός.

Ανδρέας, διαμέρισμα εβδομήντα δύο.

Ειρήνη, ογδόντα τέσσερα. Ξέρω τι έγινε. Παιδιά.

Το φαντάστηκα. Μαζεύει το κινητό. Να βοηθήσω;

Η Ειρήνη έκανε παύση. Συνήθως μετά αρχίζει διάλεξη «θα φωνάξω διαχείριση, θα πληρώσεις». Ήξερε το παρασκήνιο. Ήταν και η δουλειά της άλλωστε.

Είπατε «βοηθήσω»; Ειλικρινά;

Έχω εργαλείο, και καλή σφουγγαρίστρα. Της γιαγιάς, μία και μοναδική.

Πετάγεται ο Γιώργος.

Είσαι από κάτω; Δηλαδή από εμάς έγινε ζημιά πάνω σου;

Από εσάς, λέει ο Ανδρέας, απλά κι ήσυχα. Έκαναν ωραία ταξίδια τα καραβάκια σας;

Σούπερ! κραυγή ενθουσιασμού. Είχα και αεροπλανοφόρο.

Σοβαρότητα.

Ελάτε, λέει η Ειρήνη. Δεν έχει άλλο νόημα.

Τις επόμενες δύο ώρες, λίγα θυμάται καθαρά. Ο Ανδρέας σφουγγάρισε σίγουρα περισσότερο απ όλους τους προηγούμενους ενοίκους μαζί. Σοβαρός, χωρίς σχόλια, με τον Γιώργο βοηθό, η μικρή επιβλέπουσα. «Να εδώ, ακόμα νερό», υπεδείκνυε και η Κωνσταντίνα με ακρίβεια GPS.

Χάλασε το ταβάνι; ρώτησε η Ειρήνη.

Λίγο. Κρατούσε από το 2004 το βάψιμο, δεν πειράζει. Μη σκοτίζεσαι.

Θα σε αποζημιώσω.

Θα δούμε. Δεν ήταν απειλή, πραγματικότητα ήταν. Πρώτη φορά με παιδιά;

Ναι. Πλην ανιψιών, τίποτα δικό μου.

Κούνησε το κεφάλι. Ο Γιώργος είχε ξεχάσει ήδη το θέμα «πλημμύρα» και αναζητούσε επόμενη περιπέτεια στο τηλεχειριστήριο.

Μια συμβουλή: βάλε πώμα στην αποχέτευση. Κι έκλεινε όσο μπορείς τη βρύση.

Θα το θυμάμαι.

Καλή συνέχεια. Είμαι από κάτω. Αν χρειαστείς κάτι…

Γιατί είσαι τόσο ήρεμος; ξεστόμισε η Ειρήνη.

Ο Ανδρέας σκέφτηκε λίγο.

Και να φωνάξω, πιο γρήγορα θα στεγνώσει το ταβάνι;

Έφυγε. Η Ειρήνη κάθισε στην πόρτα, αφουγκραζόταν ένα αργό ηλιοβασίλεμα. Στο βάθος, η Κωνσταντίνα διαπραγματεύεται τα μπισκότα με τον Γιώργο.

Η Ειρήνη μοίρασε ακριβώς δύο μπισκότα στον καθένα. Εκείνη η στιγμή υπόκλιση.

Την επόμενη μέρα, παρουσίαση. Παιδικά καρτούν στο σαλόνι, τάμπλετ φορτισμένο, μήλα και κρακεράκια στο τραπέζι. Όλα έλεγχο.

Η παρουσίαση στις έντεκα. Ξεχωριστά στελέχη σε βίντεο Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα. Τσάι, σακάκι πάνω από μπλούζα, επτά άνθρωποι με χαμόγελα και βαρεμάρα.

Πρώτα 15 λεπτά άψογα, «Ελληνικό Design», νέα συλλογή, πολιτική τιμών (ναι, τιμές), δυο ερωτήσεις. Στο 16 σκάει μύτη η μικρή ομάδα:

Θεία Ρένα, ο Γιώργος μου πήρε το λαγουδάκι!

Κωνσταντίνα, δουλεύω.

Είπε ότι είναι άσχημο!

Είναι, είναι! φωνή από το σαλόνι.

Συγγνώμη, ένα λεπτό, είπε με το επαγγελματικό χαμόγελο της γυναίκας που έχει τον έλεγχο.

Παρατάει το λάπτοπ, πάει στο σαλόνι, να το ζωντανό σκοινί: ο ένας από το αυτάκι, η άλλη από το σώμα.

Αφήστε το κουνέλι κάτω, τώρα.

Το άφησαν. Το πήρε αγκαλιά η Κωνσταντίνα.

Γιώργο, μπορείς να δεις καρτούν χωρίς να ουρλιάζεις;

Τέλειωσε το καρτούν.

Βάλε άλλο.

Ποιο;

Ό,τι παίζει.

Έχει διαφημίσεις.

Του πήρε το τηλεκοντρόλ, βρήκε ένα κανάλι με ζωάκια που μιλάνε πιο πολύ και από τους πολιτικούς, επέστρεψε.

Επόμενα οχτώ λεπτά: άπταιστη σιγή. Μετά, ο Γιώργος εμφανίζεται στο κατώφλι, αγέρωχος.

Θέλω τουαλέτα, ξεκαθάρισε στο zoom.

Το αθηναϊκό υποκατάστημα γέλασε. Μαζί κι άλλοι. Η Ειρήνη πήρε χρώμα μπρουσκέτας πράγμα απίθανο γι αυτήν.

Ξέρεις πού είναι, έτσι;

Ναι, απλά στο λέω.

Πήγαινε.

Τέλος επαγγελματισμού, αρχή ανθρώπινης ζεστασιάς. Συζητήσεις για παιδιά, όλοι κατανοούν. Συνάντηση επιτυχώς ολοκληρωμένη.

Δεν ήταν θυμωμένη, κι αυτό της φάνηκε περίεργο.

Στις τέσσερις, κουδούνι.

Έφερα πώμα για το μπάνιο, είπε ο Ανδρέας, διαφανές σακουλάκι με ένα λάστιχο μέσα.

Πήγες ειδικά;

Έπαιρνα ψωμί, το βρήκα στον δρόμο.

Πέρασε.

Μπήκε, έβγαλε τα παπούτσια ο Γιώργος πετάγεται:

Αυτός είναι, που βοήθησε;

Αυτός, είπε ο Ανδρέας.

Έγινε καλά το ταβάνι;

Σχεδόν.

Εντάξει. Παίζεις «Jenga»;

Παίζω.

Έτσι, ο Ανδρέας έπαιξε «Jenga» με ομάδα ανηλίκων και έναν λαγό-μασκότ. Έπαιζε σοβαρά, με σεβασμό, και μάλλον αυτό άρεσε στα παιδιά. Η Ειρήνη προσποιούνταν ότι μαγείρευε, παρακολουθώντας.

Προσοχή, αυτή η άκρη θέλει μαεστρία, έλεγε στον Γιώργο. Οι πύργοι πάντα έχουν μια αδύναμη βέργα. Σημασία να τη βρεις.

Και στη ζωή έτσι; ρώτησε ο μικρός με φιλοσοφικό ύφος.

Παρόμοια, είπε ο Ανδρέας.

Φάγανε όλοι μαζί, ο Ανδρέας έκοψε το ψωμί ίσια (γιατί εκείνη έκανε ζιγκ-ζαγκ), κι η Ειρήνη το εκτίμησε.

Πόσα χρόνια εδώ;

Τρία. Εσύ πέρυσι. Σε είδα όταν κουβάλαγαν τα έπιπλα.

Παρατηρητικός.

Έτυχε. Έβγαινα για δουλειά.

Πού δουλεύεις;

Τεχνικό γραφείο. Είμαι πολιτικός μηχανικός.

Τίμιο.

Κανείς δεν ρωτάει αν όμορφα το κτήριο. Μόνο αν στέκεται.

Μα αυτό μετράει.

Το κοίταξε σαν να άκουγε κάτι ασυνήθιστο.

Στις εννέα, τα παιδιά κοιμήθηκαν. Ο Ανδρέας ήπιε το τσάι, ευχαρίστησε για το δείπνο κι έφυγε.

Καληνύχτα, Ειρήνη.

Καληνύχτα. Και ευχαριστώ. Για το πώμα.

Μικρό πράμα.

Εννοώ για την παρουσία σου την Τρίτη.

Ήταν μια παύση, λίγο πιο μεγάλη, λίγο πιο ζεστή.

Τα πας καλά, είπε. Για αρχάριο.

Πώς το κατάλαβες;

Γιατί αν δεν ήσουν αρχάρια, δεν θα κρατούσες φανερά μεγάλη αγωνία.

Γέλασε, ειλικρινά.

Έμεινε μόνη, κοίταξε το μικρό παλτό της Κωνσταντίνας στη ντουλάπα. Το δικό της παλτό, λίγο πιο πέρα πλέον.

Πέμπτη και Παρασκευή πέρασαν πιο ήρεμα. Κάτι μετακινήθηκε, κάτι άλλαξε. Ο Γιώργος δοκίμασε να μετρήσει τις βρύσες και τις μπανάνες και δεν ήταν πια φόβος ήταν συνήθεια. Η μικρή ήθελε μπλοκάκι και ζωγράφιζε λαγουδάκια με ιστορία.

Αυτή μαμά λαγός, αυτός μπαμπάς. Αυτή η μικρή κι είναι Κουμπίτσα.

Γιατί Κουμπίτσα;

Είναι στρουμπουλή και στρογγυλή.

Μάλλον ναι.

Ο Ανδρέας ερχόταν κάθε βράδυ, άλλες φορές με κάτι για τα παιδιά, άλλες μόνο με τον εαυτό του. Συζητήσεις για δουλειά, βιβλία («ελληνικά διαβάζεις καμία φορά;», ρωτούσε). Της πρότεινε ένα μυθιστόρημα για μια Γιαπωνέζα που έψαχνε τα αντικείμενα της μητέρας της. Τα μισή ώρα πριν κοιμηθούν τα παιδιά ήταν ό,τι αγαπούσε τελευταία.

Την δεύτερη Πέμπτη, ο Γιώργος ζήτησε να του δείξει «τη δουλειά της».

Μα εδώ δουλεύω.
Το γραφείο.
Εδώ.

Στάθηκε στην είσοδο, κοίταζε λάπτοπ, καταλόγους, κάκτους, γραφείο, όλα.

Σε κάνει ευτυχισμένη η δουλειά σου;

Ε, μάλλον…

Ο μπαμπάς λέει, να κάνεις δουλειά που σε κάνει ευτυχισμένο.

Έξυπνος μπαμπάς.

Εσύ γιατί μόνη;

Έτσι έτυχε.

Δεν ήθελες παρέα;

Είχα συνηθίσει.

Είχες;

Είχα.

Η τελευταία Κυριακή ήρθε γρήγορα. Ο Μιχάλης έφερε τη γυναίκα και το παιδί, άλλοι άνθρωποι πιο ανάλαφροι. Η Κατερίνα αγκάλιασε τα παιδιά ασφυκτικά, η Κωνσταντίνα κολλημένη πάνω της.

Ειρήνη, δεν ξέρω πώς να σ ευχαριστήσω.

Δεν χρειάζεται.

Ήταν καλά;

Ύψιστη κανονικότητα: ήταν παιδιά. Έτσι πρέπει.

Η Κατερίνα την κοιτούσε λες και περίμενε κάτι άλλο.

Ετοιμάστηκαν γεμάτη ώρα. Η μικρή λίγο έκλαψε, φιλί μεγάλο στην Ειρήνη, υπόσχεση να ξαναέρθουν. Ο Γιώργος με ιστορική χειραψία αστείο κι όμορφο μαζί.

Η Ειρήνη στην είσοδο.
Το παλτό της μικρής λείπει πια. Το δικό της κρέμεται μόνο.

Στο σαλόνι: μαξιλάρι στουμπωμένο, σκίτσο ξεχασμένο στο πάτωμα: λαγουδίσια οικογένεια. Μια φιγούρα με κίτρινα μαλλιά παραδίπλα: υπογραφή, «Θεία Ειρήνη».

Έπιασε το χαρτί ύστερα άναψε το τσάι, ήπιε στην κουζίνα. Όλα είναι στη θέση τους, τα πάντα όπως πριν.

Ένιωθε ότι έπρεπε να ανακουφιστεί. Δεν ήρθε τίποτα. Μόνοι ο λαγός και μια σιωπή διαφορετική, σαν παύση στη μουσική.

Σκεφτόταν τον Γιώργο, την Κωνσταντίνα που κοιμήθηκε πάνω της, τον Ανδρέα το ψωμί, την ηρεμία, τις επισκέψεις του. Τον εαυτό της, κι ότι δεν την ξύπνησε καμία αγωνία για τη δουλειά.

Στις έξι, σηκώθηκε, πλύθηκε, έβαλε το αγαπημένο της σκούρο μπλε πουλόβερ, πήρε το κινητό. Το άφησε. Το ξαναπήρε.

Δεν κάλεσε απλώς κατέβηκε στον έβδομο, χτύπησε το κουδούνι του Ανδρέα.

Άνοιξε. Βλέμμα προσοχής, όχι έκπληξης.

Έφυγαν… είπε η Ειρήνη.

Άκουσα την πόρτα.

Τώρα έχει ησυχία.

Έχει.

Θέλεις τσάι; Έβαλα πριν λίγη ώρα. Θα το ξαναζεστάνω.

Σύντομη παύση.

Θέλω, απάντησε.

Ανεβαίνουν. Ο Ανδρέας κάθεται εκεί που κάθισε ο Μιχάλης στην αρχή άλλος άνθρωπος, άλλο κεφάλαιο.

Ξέρεις… πρώτη φορά μετά από εννιά μέρες δεν έχω υποχρεώσεις. Και δεν ξέρω τι να κάνω.

Καλό ή κακό;

Δεν ξέρω. Είναι καινούριο.

Θα συνηθίσεις καινούρια πράγματα.

Εσύ το πέρασες;

Παντρεμένος έξι χρόνια. Μετά μόνος τρία. Το πιο δύσκολο ήταν η σιωπή μετά.

Πίστευα ότι σιωπή σημαίνει ελευθερία.

Ίσως και να 'ναι. Ώσπου αλλάζει.

Εσύ άλλαξες;

Ακόμα αλλάζω. Με βοηθούν παιδιά γειτόνων με σκανταλιές…

Η Ειρήνη γέλασε κάτι αληθινό.

Ανδρέα

Ναι.

Μου αρέσεις. Να το ξέρεις.

Αυτό ήθελα να ακούσω. Χαμόγελο ζεστό. Κι εμένα μου αρέσεις. Το σκέφτομαι από τότε που με ρώτησες γιατί είμαι ήρεμος. Κανείς δεν το 'χε ξαναρωτήσει.

Περίεργο κίνητρο.

Εγώ ποτέ συνηθισμένος.

Έμειναν να πίνουν τσάι, μιλώντας ως τις έντεκα: για τη θέα του όγδοου, τα παιδιά, το πώς η μοναξιά αλλάζει γεύση. Κρατούσε το χέρι της όταν έφυγε.

Καληνύχτα, Ειρήνη.

Καληνύχτα.

Πέρασε χρόνος, το σπίτι άλλαξε λίγο. Στο ράφι παιδικά βιβλία, επιπλέον κάκτοι και γλαστράκια παρατεταγμένα, ένα λίγο λοξό από το πότισμα της Κωνσταντίνας. Κρεμάστρα με δυο παλτά. Το δικό της, σκούρο μπλε. Ένα αντρικό, γκρι.

Στο τραπεζάκι της «Αίγινας» με τη ρωγμή, κατάλογος του Ανδρέα, γεμάτος σχέδια, δίπλα άδεια κούπα από καφέ.

Η Ειρήνη στο παράθυρο, κοιτάει πάρκο φθινοπωρινό. Η κοιλίτσα κιόλας εμφανής, πέντε μηνών. Συνήθεια νέα, αλλά όχι βαριά.

Άνοιξε πόρτα.

Έρχονται, δήλωσε ο Ανδρέας στην κουζίνα. Ο Μιχάλης έγραψε.

Σε μισή ώρα εδώ.

Ο Γιώργος σε πήρε;

Τρείς φορές.

Και;

Μπορεί να δει λίγο τάμπλετ ΚΑΙ να πάμε βόλτα.

Ό,τι θέλει.

Έβρασαν νερό. Της έδειξε καναπέ, να κάτσει. Εκείνη αρνιόταν, στο τέλος υπέκυψε.

Ξέρεις, πέρυσι την ίδια μέρα ήπιες τσάι εδώ και περίμενες τη σιγή.

Και πώς σου φάνηκε;

Δεν ήρθε ποτέ το ανακούφιση.

Θυμάμαι. Ήρθες.

Περίμενες;

Περισσότερο ελπίζα.

Κουδούνι, βροντερό όπως μόνο παιδιά καταφέρνουν.

Σίγουρα ο Γιώργος, χαμογέλασε.

Άνοιξε, εμένα θα μου πάρει ώρα.

Ο Ανδρέας άνοιξε.

Θεία Ειρήνη! Ήρθαμε! Θα πάμε πάρκο; Φουσκώνει η κοιλιά;

Γέλια, φασαρία στην είσοδο. Η Κωνσταντίνα αθόρυβα, ψάχνει το λαγουδάκι.

Στο ράφι του ξενώνα, της λέει η Ειρήνη.

Το ήξερα.

Το σπίτι γεμίζει φασαρία, γέλια, φωνές. Βιβλίο για αρκούδες, ερωτήσεις, «θα το διαβάσεις και στο μωρό;» «Θα το διαβάσω.». Απλότητα.

Θεία Ειρήνη, είσαι τώρα ευτυχισμένη;

Σπίτι γιομάτο ήχους, αέρα, παιδιά που σε μεταμορφώνουν χωρίς να σε ρωτούν. Η Ειρήνη κοίταξε τον Γιώργο,

Ναι, απάντησε.

Oceń artykuł
Βλάβη Συστήματος