Αυτό είναι το παιδί του Νίκου…
Η ιστορία διαδραματίστηκε πρόσφατα, σε ένα σύγχρονο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Καλλιθέα. Εκεί ζούσε μια εργαζόμενη συνταξιούχος, μόνη γυναίκα, με το όνομα Αργυρώ.
Η ζωή της κυλούσε ήρεμα σύνταξη, δουλειά σε ιδιωτικό ιατρείο, περατζάδες με φίλες, ταξίδια στα εγγόνια της στη Θεσσαλονίκη και βοήθεια στην ηλικιωμένη μητέρα της, που έμενε δύο τετράγωνα παραδίπλα. Τίποτα δραματικό, καθημερινότητα, σταθερότητα ακόμα και τα μανό των νυχιών, το ίδιο χρώμα χρόνια.
Εκείνο το πρωί, τυπικά: τηλέφωνο στη μαμά, να ακούσει τι πονάει σήμερα. Κυριακή, ρεπό από το ιατρείο όπου η Αργυρώ απαντούσε τηλεφωνήματα, κρατούσε ραντεβού. Στο πρόγραμμα ήταν να μαγειρέψει και να ανεβεί στον πέμπτο χωρίς ασανσέρ μία δοκιμασία που τη βαρυγκομούσε κάθε φορά.
Στον καθρέφτη της εισόδου, στρώνοντας ελαφρώς το κραγιόν, απαριθμούσε τα ψώνια „Να πάρω ψωμί ολικής και φρέσκο βούτυρο για τη μαμά,” σκεφτόταν, όταν χτύπησε το κουδούνι. Πολυκατοικία με θυροτηλέφωνο ποιος να ήταν τέτοια ώρα; Ίσως η κυρία Σούλα από δίπλα, με την οποία τα λέγανε συχνά.
Αλλά όχι. Ανοίγοντας με το κραγιόν ακόμα στο χέρι, βρέθηκε απέναντι σε μια ξανθιά νεαρή, ντυμένη με ριγέ μπλούζα, μαύρη ζακέτα, τζιν, σακίδιο στην πλάτη. Αυτό έμεινε χαραγμένο στη μνήμη της Αργυρώς, μαζί με το μωρό που κρατούσε η κοπέλα στα χέρια της. Μάτια στενεμένα, γνάθο σφιγμένη, και χωρίς ανάσα, της παρέδωσε χωρίς να κοιτάξει πίσω το παιδί.
Σας παρακαλώ, πάρτε το!
Αυτό ήταν όλο. Η Αργυρώ από αντίδραση πήρε το μωρό το κραγιόν πάντα στα δάχτυλα. Κοίταξε το δέμα στα χέρια της… Θεέ μου, μωρό! Ξανασήκωσε το βλέμμα. Η κοπέλα ήδη κατέβαινε τρέχοντας τα σκαλιά.
Είναι το παιδί του Νίκου, εγώ πρέπει να διαβάσω…, ακούστηκε βιαστικά.
Η πόρτα χτύπησε δυνατά κάτω. Σιωπή.
Η Αργυρώ έμεινε ασάλευτη στο πλατύσκαλο, με την ελπίδα ότι σε λίγο θα επέστρεφε η νεαρή να πάρει το παιδί, να της ζητήσει συγγνώμη. Γύρισε στο σπίτι. Κοίταξε το σακουλάκι με τα σκουπίδια που είχε ετοιμάσει. „Να μην ξεχάσω όταν πάω στη μαμά…” έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται, μηχανικά.
Εκεί υπήρχε κι άλλο ξένο σακουλάκι. Δεν είχε προσέξει καν πότε το είχε αφήσει η κοπέλα.
Θεέ μου! Αυτό είναι ζωντανό μωρό! Και τι της είπε; Παιδί του Νίκου;
Η Αργυρώ κάθισε με το μωρό στον καναπέ. Η ματιά της κοπέλας, η φωνή… ξεκάθαρα είπε „Νίκου”.
Μα ποιος Νίκος; Μονάκριβος γιος είχε, τον Δημήτρη. Παντρεμένος, με δύο παιδιά, ζούσαν στη Θεσσαλονίκη η ίδια εδώ, στην Αθήνα. Ο άντρας της, ο Παναγιώτης, πέθανε πριν πέντε χρόνια. Μόνο Δημήτρη είχε.
Το βρέφος στην αγκαλιά της άρχισε να κινείται, να ξυπνά. Γρήγορα το ακούμπησε στο καναπέ, άνοιξε το καφέ κουβερτάκι του. Φορούσε μπεζ βαμβακερή φορμίτσα, το στοματάκι του έψαχνε τη πιπίλα σε σχήμα βατράχου δεν ήταν ούτε ενός μήνα.
Έλα, μικρούλι μου του χάιδεψε τα μαλλιά. Το μωρό χαλάρωσε και ξανακοιμήθηκε.
Στο σακούλι της κοπέλας βρήκε δύο μπιμπερό, γάλα σκόνη, πάνες, μερικά ρουχαλάκια. Η λογική της Αργυρώς ακόμα ήλπιζε: „Σε λίγο θα ξανάρθει να το πάρει, είναι λάθος.” Τελείωσε βιαστικά το μακιγιάζ, κοίταξε από το παράθυρο. Πουθενά η κοπέλα.
Όταν το μωρό άρχισε να κλαίει, η Αργυρώ αναρωτήθηκε αν επιτρεπόταν, ηθικά, να το αλλάξει, να το ταΐσει. Δεν ήταν δικό της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά οι κινήσεις της μνήμης από τα χρόνια στον χώρο της υγείας, έπιασαν δουλειά. Άλλαγμα, πιπίλα, λίγη αγκαλιά.
Μην κλαις, καρδούλα μου, να σε αλλάξω…
Θεέ μου, πόσο απελπισμένη να ήταν η μητέρα της μικρής για να την εγκαταλείψει; Στο μυαλό της, όλο επέστρεφε η μορφή του γιου της. Παλιά, πριν παντρευτεί, είχε φέρει κοπέλες στο σπίτι, είχε μια τρέλα για ερωτικά μπερδέματα. Ήταν όμως χρόνια αυτά, πριν τη δική του οικογένεια.
Μπορούσε να ανήκει το μωρό στον Δημήτρη; Κοίταξε προσεκτικά το προσωπάκι της μικρής, της φάνηκε πως της θύμιζε τη μικρή Έφη, την εγγονή της.
Αν όμως ναι; Σκάνδαλο! Η νύφη της, η Κωνσταντίνα, δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Και τα παιδιά; Σκεφτόταν με φόβο, αλλά, με το σάστισμα μιας γιαγιάς που ξέχασε πόσο ζυγίζει το νεογέννητο σώμα.
Έπρεπε να καλέσει στο 100; Αν ήταν παιδί του Δημήτρη; Μόνο να μην έρθει η νύφη της, θα γλίτωνε το δράμα…
Η Αργυρώ τάισε το μωρό προσεκτικά, με τρυφερότητα που είχε χρόνια να νιώσει. Το μωρό χόρτασε και αποκοιμήθηκε.
Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Δημήτρη, αλλά το κινητό του ήταν εκτός δικτύου.
Απελπισία… Ξανασκέφτηκε να μην το πει στη μητέρα της θα έπρεπε να ακούει ώρες ταραγμένες συμβουλές, ανησυχίες, και προφητείες καταστροφής.
Τηλεφώνησε τελικά στην εγγονή της, την Έλενα, κι έμαθε πως ο γιος της ήταν σε αποστολή σε κάποιο απομακρυσμένο νησί για δουλειά. Σύντομα θα επικοινωνούσε το βράδυ.
Σπάραξε η καρδιά της ήθελε απλώς να τον ακούσει, να συμβουλευτεί. Η αβεβαιότητα την έκανε να χάνει την ψυχραιμία της.
Τηλεφώνησε στη νύφη της για να της πει να ζητήσει στον Δημήτρη να την καλέσει. „Μόνο να του πεις να με πάρει το βράδυ, τίποτα άλλο, σε παρακαλώ, Κωνσταντίνα,” το πρόσωπό της γεμάτο αγωνία.
Κι ύστερα, για τη μαμά της:” Μαμά, έστριψα λίγο το πόδι, δύσκολα θα ανέβω σήμερα… αλλά έχεις ακόμα φαγητό από χθες, θα σε δω αύριο,” ψιθυρίζοντας, ενώ η μαμά έλεγε πως θα κατέβει εκείνη („Πέντε όροφοι, μα η ανάγκη!”) και ξανατηλεφωνούσε πέντε φορές να σιγουρευτεί.
Γδύθηκε, φόρεσε σπιτικό φόρεμα, κάθισε δίπλα στη μικρή, προσπαθώντας να σκεφτεί ήρεμα. Μάταια. Ο φόβος είχε χαραχθεί στο βλέμμα της.
Γιατί δεν ειδοποιούσε την αστυνομία; Επειδή φοβόταν για τον γιο της, αν και δεν ήταν ο Νίκος. Ίσως ο Δημήτρης να είχε πει ψέματα σ αυτήν την κοπέλα Ή μήπως η νεαρή μπέρδεψε τις πόρτες;
Έπρεπε να μιλήσει με τη φίλη της. Τηλεφώνησε στην Βικτώρια:
Βίκυ, θα πάθεις σοκ, μου άφησαν μωρό στην πόρτα!
Η Βικτώρια ήρεμη, σχεδόν ντετέκτιβ, της υποσχέθηκε να περάσει μετά τη δουλειά.
Όλη μέρα η Αργυρώ φρόντιζε τη μικρή, ξαναδιάβασε τρόπους φροντίδας, έκανε μασάζ, την έπλυνε, της έβαλε κρέμες, της τραγούδησε.
Όταν η Βικτώρια έφτασε, της πρότεινε να ψάξουν όλους τους Νίκους της πολυκατοικίας. Βρήκαν πως στον έκτο όροφο ζούσε κάποιος Νίκος. Πήγαν μαζί να χτυπήσουν την πόρτα.
Μια γιαγιά άνοιξε με γκρίνια. Φώναξε τον εγγονό της. Ένας νέος, λίγο ατημέλητος, με γένια, φανερά μπερδεμένος. Τους ρώτησε:
Ψάχνετε για τάμπλετ;
Όχι, για μωρό.
Ο Νίκος όχι μόνο δεν ήξερε τίποτα, αλλά φάνηκε ειλικρινής. „Ούτε κοπέλα, ούτε παιδί, είστε σίγουρες;” τους διαβεβαίωσε. Πρότεινε όμως να βάλει αγγελία online. Η Αργυρώ αρνήθηκε.
Χωρίς ακόμα απαντήσεις, μίλησε ξανά με τον Δημήτρη το βράδυ, μόλις βρήκε σήμα. („Ρε μάνα, είσαι με τα καλά σου;! Μόνο εγώ είμαι. Πάρε το 100 αμέσως!”)
Η Αργυρώ δεν πήρε. Έπρεπε πρώτα να ταΐσει το μωρό, να το αλλάξει, να περάσει κι εκείνη η μέρα.
Το βράδυ, στο κρεβάτι της, αγκαλιά με το μωρό, συσκεπτόταν. Το σπίτι της φάνταζε απρόσμενα γεμάτο μια παρουσία μωρού είναι άλλο πράγμα. Ένιωσε ότι είχε νόημα ξανά.
Κάπου στα χαράματα, ακούστηκε χτύπος στην πόρτα. Η Αργυρώ, με μάτια βαριά, άνοιξε.
Μπροστά της η νεαρή κοπέλα, σε ταραχή, δακρυσμένη, ανάστατη. Έτρεμε σαν να είχε αφήσει όλη της την ελπίδα σ εκείνη την πόρτα.
Πού είναι το παιδί; Γιατί δεν μου είπατε πριν;
Η Αργυρώ την κοίταξε καλά.
Είναι μέσα. Κοιμάται…
Η κοπέλα μπήκε τρέμοντας στη σάλα, έπεσε στα γόνατα στο χαλί και ξέσπασε σε κλάμα που ράγιζε καρδιές. Η Αργυρώ της έδωσε σοκολάτα, νερό. „Φάε λίγο, κορίτσι μου, να μην πέσεις κάτω.”
Λίγο αργότερα, αφού συγκεντρώθηκε, μίλησε: την έλεγαν Δανάη, το μωρό Ελεάννα. Ερωτεύτηκε ένα φοιτητή ονόματι Νίκο, δευτεροετής στη Νομική, της είχε υποσχεθεί γάμο και ότι η μαμά του θα τη βοηθούσε. Έμεινε έγκυος το περασμένο καλοκαίρι. Μετά τα Χριστούγεννα ο Νίκος εξαφανίστηκε το τηλέφωνο μπλοκαρισμένο.
Ο πατέρας της την αποκήρυξε όταν τα έμαθε. Η θεία της μόνο λίγα ευρώ πότε-πότε. Η Δανάη ήθελε να τελειώσει τη σχολή, να γίνει νοσηλεύτρια. Κλείστηκε στον εαυτό της, τα βράδια ολόκληρα ξυπνούσε από το άγχος.
Αποφάσισε να αφήσει προσωρινά, νόμιζε τη μικρή στη μητέρα του Νίκου, πιστεύοντας ότι εκείνη θα τη φροντίσει. Από την απελπισία, μπέρδεψε όχι μόνο το διαμέρισμα, αλλά και την πολυκατοικία. Μόλις συνειδητοποίησε το λάθος της, έτρεξε, ντροπιασμένη και εξαντλημένη, μες τη νύχτα.
Λοιπόν, τι θα κάνεις τώρα; Θα δώσεις πάλι το μωρό στη μητέρα του Νίκου;
Όχι… δεν αντέχω πια. Θα πάω στην εστία, να τελειώσω τα μαθήματα. Μετά θα δω…
Η Αργυρώ την κοίταξε ζεστά.
Κάτσε εδώ. Μείνε. Έχω χώρο, κι ο Δημήτρης όλο μου λέει να βάλω νοικάρισσες. Θα σε βοηθήσω όσο μπορώ. Κάτσε, τουλάχιστον, μέχρι την εξεταστική.
Η Δανάη δέχτηκε, εξουθενωμένη, κοιμήθηκε στην πολυθρόνα. Η μικρή Ελεάννα ανάσαινε ήσυχα πλάι της.
Την άλλη μέρα έμειναν σπίτι. Η Αργυρώ πήρε τηλέφωνο τη Βικτώρια:
Βίκυ, δεν είναι του Δημήτρη, ούτε του Νίκου από τον έκτο. Τέλειωσε. Εδώ είναι η Δανάη, η μητέρα. Δεν το δίνω πουθενά το μωρό…
Τα πράγματα στρώθηκαν. Το γάλα δεν χάθηκε, η εξεταστική πέρασε με «λίαν καλώς». Η μητέρα της Αργυρώς αγάπησε τη Δανάη „Αυτή τουλάχιστον ξέρει τι κάνει, είναι μορφωμένη!” έλεγε περήφανα.
Μετά τις εξετάσεις, η Δανάη ξεκίνησε πρακτική σε ασθενοφόρο, η Αργυρώ με τις παλιές της γνωριμίες φρόντισε να τη βοηθήσει. Ο Νίκος του έκτου ορόφου ζήτησε να του κάνει ενέσεις στη γιαγιά του. Και το φθινόπωρο, η Δανάη μετακόμισε δυο ορόφους πάνω, να φροντίζει τη γιαγιά του Νίκου και να γράφει από την αρχή, με δικό της στιβαρό χέρι, το σενάριο της ζωής της.





