Αυτό είναι το παιδί του Γιώργου…

Αυτό είναι το παιδί του Δημήτρη…

Η ιστορία εξελίχθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, σε ένα τακτοποιημένο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο μιας εννιαώροφης πολυκατοικίας. Εκεί ζούσε μια νέα, εργαζόμενη συνταξιούχος, μοναχική γυναίκα ονόματι Ευγενία.

Η ζωή της δεν επιφύλασσε τίποτα το εξαιρετικό ή το εκκεντρικό. Όλα ήταν σταθερά: σύνταξη, δουλειά, φίλες, εκδρομές στα εγγόνια και φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας της που έμενε μόνη της.

Κι αυτή η μέρα ξεκίνησε απλά.

Το πρωί, η Ευγενία τηλεφώνησε στη μάνα της να μάθει πώς είναι.

Ήταν απλώς ακόμη μια μέρα. Ήταν ρεπό, αφού, δουλεύοντας ακόμα σε ιδιωτική κλινική ως τηλεφωνήτρια επί συνταξιοδότηση, εργαζόταν μέρα παρά μέρα.

Σήμερα… τι είχε να κάνει; Μα φυσικά, να μαγειρέψει κάτι και να πάει στη μάνα ένα καθημερινό, αδιάκοπο τελετουργικό. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, την είχε κουράσει πια, συνοδευόταν από βαθύ αναστεναγμό και ελαφρία τσούξιμο στα μάτια.

Η απόσταση δύο στενά, τίποτα σημαντικό. Το μαγείρεμα ούτε αυτό δύσκολο, άλλωστε υπήρχε ακόμα φαγητό από χθες. Ο πέμπτος όροφος χωρίς ασανσέρ, όμως… ωχ!

Και οι γκρίνιες της μάνας… Κάθε φορά έπρεπε να ακούει για το πώς εξελίσσονταν οι πόνοι εδώ, εκεί, παραπέρα. Οι ιστορίες και οι διαγνώσεις της είχαν γίνει τέχνη ανακατεμένες με τις θεραπείες της γειτόνισσας και όσα άκουγε στη «Ζωή μας, Υγεία μας» της Ελένης Μωραΐτου.

Όλοι οι δικοί της συμβουλές ακυρώνονταν, παρότι η Ευγενία είχε δουλέψει σχεδόν 40 χρόνια ως νοσηλεύτρια σε μεγάλο νοσοκομείο.

Εσύ τι ξέρεις; Πού να ξέρεις εσύ;

Καλή η μέρα όπως και να 'χει.

Έπρεπε να πάει και στο σούπερ μάρκετ… Θα σταματούσε πηγαίνοντας στη μητέρα. Έβαλε τη σακούλα με τα σκουπίδια δίπλα στην πόρτα, πλησίασε στον καθρέφτη να βάλει λίγο κραγιόν. Για γυναίκα πάνω από τα εξήντα, έδειχνε νέα λίγες λεπτές γραμμές γύρω από τα μάτια, όμορφο πρόσωπο, κομψό κοντό κόψιμο στα μαλλιά, φωτεινά σκουλαρίκια κι ένα χαριτωμένο, ελαφρώς πεσμένο μάγουλο.

„Να πάρω και ένα ψωμί για τη μαμά, κι ένα βούτυρο,” σκεφτόταν, καθώς σχημάτιζε τα χείλη με το μολύβι, όταν χτύπησε το κουδούνι.

Το κτίριο είχε θυροτηλέφωνο. Ποιος να είναι τέτοια ώρα; Ίσως η κυρία Αθηνά, η γειτόνισσα έτσι κι αλλιώς, κάποιες φορές της πρόσφερε τσάι.

Με το κραγιόν στο χέρι πήγε στην πόρτα και την άνοιξε.

Απέναντί της βρισκόταν ένα κορίτσι, ανοιχτό καστανό, με αλογοουρά, ριγέ μπλούζα, μακριά ζακέτα και τζιν. Στην πλάτη είχε σακίδιο και στην αγκαλιά ένα μωρό τυλιγμένο σε καφέ κουβέρτα.

Τότε δεν κατάλαβε τίποτα, μόνο μετά σκέφτηκε. Εκείνη τη στιγμή είδε απλώς το πρόσωπο της κοπέλας και το βρέφος. Τα μάτια της ήταν σφιγμένα, τα ζυγωματικά τεντωμένα, αναστέναξε βαθιά, έκανε ένα βήμα, έσπρωξε το δέμα σχεδόν στα χέρια της Ευγενίας και είπε μόνο:

Για εσάς!

Η Ευγενία, από αμηχανία, πήρε το παιδί. Ένιωσε το βάρος στα χέρια της, κοίταξε κάτω… Θεέ μου, ένα μωρό!

Σήκωσε τα μάτια η κοπέλα είχε ήδη αρχίσει να κατεβαίνει γοργά τις σκάλες.

Είναι το παιδί του Δημήτρη, εγώ πρέπει να συνεχίσω τις σπουδές μου… είπε βιαστικά και τα βήματά της ακούστηκαν κατεβαίνοντας.

Η πόρτα της εξόδου έκλεισε. Κι όταν σταμάτησε να ακούγεται ο θόρυβος, όλα κόπασαν.

Η Ευγενία στεκόταν σαστισμένη στην εξώπορτα, περιμένοντας μάταια να επιστρέψει η αγνώριστη. Μετά μπήκε στο σπίτι, είδε τη δική της σακούλα με τα σκουπίδια, κι αναρωτήθηκε αμήχανα: „Μην ξεχάσω τα σκουπίδια όταν πάω στη μαμά”.

Δίπλα υπήρχε κι άλλη ξένη σακούλα, που δεν είχε καν συνειδητοποιήσει πότε την άφησε η κοπέλα.

Μετά έφυγε η πρώτη σαστιμάρα.

Ω Θεέ μου! Ένα αληθινό μωρό! Και τι είπε; Παιδί του Δημήτρη;

Ευγενία, με το μωρό στην αγκαλιά, πήγε στο σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Ναι, το είπε καθαρά του Δημήτρη.

Μα ποιος Δημήτρης;

Ο γιος της Ευγενίας ήταν μοναχογιός τον έλεγαν Γιώργο. Οικογενειάρχης, με δύο παιδιά, έμενε στη Θεσσαλονίκη με τη σύζυγό του, ενώ η Ευγενία εδώ, στην Αθήνα. Ο άνδρας της, ο Κώστας, είχε πεθάνει προ πενταετίας.

Τίποτα δεν ταίριαζε στην εξήγηση… Ξαφνικά το μωρό άρχισε να κινείται στα χέρια της. Το έβαλε προσεκτικά στον καναπέ, ξεδίπλωσε την κουβέρτα: φορώντας απαλό βελουτέ φορμάκι, ένα κουκλάκι, με πιπίλα βατραχάκι. Δεν ήταν πάνω από μήνα.

Έλα, μικρό μου, ψιθύρισε, χαϊδεύοντας το μωρό που άρχισε να ξανακοιμάται.

Η απάντηση ίσως ήταν μέσα στη ξένη σακούλα. Εκεί βρήκε δύο μπιμπερό, μια συσκευασία με γάλα σε σκόνη, πάνες και ρουχαλάκια.

Ακόμα είχε την ελπίδα πως κάποιος θα επιστρέψει. Έκανε τα ψώνια της, πλησίαζε στο παράθυρο, κοίταζε συχνά τον δρόμο.

Το μωρό άρχισε να ξαναγκρινιάζει. Ευγενία τα είχε χαμένα. Δεν ήταν δικό της το παιδί, είχε το δικαίωμα να το αγγίξει, να το ταΐσει; Της ερχόταν να ξαναπάει στο παράθυρο. Περίμενε…

Τελικά έβγαλε το φορμάκι και ανακάλυψε: ήταν κοριτσάκι.

Τώρα τη ζώντανε η αληθινή ευθύνη. Κατάλαβε πως της το άφησαν.

Δημήτρης… Δημήτρης…

Κι αν…;

Ο γιος της, Γιώργος, ως νέος έκανε τις ατασθαλίες του, πόσες φορές τον είχε μαλώσει, έφερνε κοπέλες τότε που ήταν νέος, πριν παντρευτεί, χρόνια πριν.

Το τελευταίο διάστημα παντρεμένος, με δουλειές, παιδιά στο δημοτικό, δυσκολεύονταν, τώρα όμως ήταν καλύτερα αποπλήρωσαν το δάνειο, αγόρασαν αυτοκίνητο, μεγάλωσαν τα παιδιά…

Έλα, μωράκι μου, μη στεναχωριέσαι, πήγαινε να αλλάξεις πάνες, έλεγε.

Θεέ μου, μήπως η μάνα τα παράτησε; Τα χέρια της όμως ήξεραν, με σιγουριά άλλαξε την πάνα, έντυσε ξανά το μωρό και, ακούγοντας το να διαμαρτύρεται ελαφρά, το πήρε αγκαλιά και πήγε να ετοιμάσει το γάλα.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο:

Μαμά, πού εξαφανίστηκες; η μάνα της.

Εδώ είμαι μαμά, τι θέλεις;

Πήγες στο σούπερ μάρκετ;

Ακόμα όχι.

Πάρε αχλάδια, αλλά όχι απ τα σκληρά, αυτά με τη λεπτή φλούδα και το κόκκινο στο πλάι, τα πιο νόστιμα…

Το μωρό γκρίνιαζε.

Εντάξει μαμά, κατάλαβα.

Τι γίνεται εκεί μέσα;

Η τηλεόραση.

Ωχ, εγώ περιμένω κι εσύ κάθεσαι. Πάρε και ψωμί πριν τελειώσει!

Έκλεισε με ανακούφιση το τηλέφωνο, ξανακοίταξε το κουτί του γάλακτος, είδε τις οδηγίες.

Βρε μήπως αυτό είναι του Γιώργου το παιδί; Τέλη Μαΐου Πέρσι τον Αύγουστο, ήταν σε ταξίδι υπηρεσιακό στη Λαμία, είπε πως ήταν ο Δημήτρης; Ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε! Αν η νύφη του το μάθαινε, καταστροφή.

Τάισε τη μικρή που με απόλαυση έπινε το γάλα και έκλεισε ήσυχα τα μάτια της. Ευγενία την χάζεψε, γέμισε τρυφερότητα πόση ανάγκη είχε μια αγκαλιά!

Όταν το μωρό αποκοιμήθηκε για τα καλά, πήγε να τηλεφωνήσει στον Γιώργο ανεπιτυχώς.

Κατάλαβε: για τώρα, καλύτερα να μην βιαστεί. Μπορεί η κοπέλα να άλλαξε γνώμη και να επέστρεφε. Δεν φαινόταν παρατημένη, απλά μια λεπτή φοιτήτρια.

Στη μάνα της δεν είπε τίποτα αρκετά τα δράματα και η φαντασία της.

Τηλεφώνησε στον εγγονό της, τον Πέτρο, που της είπε ότι ο πατέρας του λείπει σε τεχνική αποστολή σε απομονωμένη μεριά της Χαλκίδας, χωρίς σήμα, και το μόνο που ξέρει είναι ότι είναι καλά. Στην πεθερά της, τη Σοφία, είπε απλώς να πει στον Γιώργο να της τηλεφωνήσει.

Έγυρε πάλι το πόδι σου; ρώτησε ψέματα τη μάνα της στο τηλέφωνο, Φαγητό έχετε, όλα καλά.

Η μητέρα γκρίνιαζε, ανησυχούσε, απειλούσε να έρθει εκείνη αυτή στον τέταρτο. Αλλά Ευγενία ήξερε πως θα το χειριστεί.

Άλλαξε σε άνετα ρούχα, κάθισε δίπλα στη μικρή και σκέφτηκε: Ίσως ανήκει στη μοίρα μου αυτό

Ένα τηλεφώνημα στην παλιά καλή φίλη, την Καίτη:

Καίτη, δεν θα το πιστέψεις μου άφησαν ένα μωρό.

Η Καίτη δεν σοκαρίστηκε, αλλά άρχισε να αναλύει σαν ντετέκτιβ. Υποσχέθηκε να περάσει μετά τη δουλειά.

Όλη τη μέρα πήγε έτσι, φροντίζοντας το μωρό, ψάχνοντας στο ίντερνετ πόσο συχνά τρώνε τα βρέφη, τραγουδώντας νανουρίσματα, μπανιάροντάς το, φροντίζοντάς το σαν ν άνηκε πάντα στην ίδια.

Η Καίτη επέμεινε να ψάξουν τον Δημήτρη της πολυκατοικίας. Χτύπησαν στη σωστή πόρτα του έκτου, βγήκε ο Δημήτρης, ένας ήσυχος νεαρός που δούλευε ως blogger από το σπίτι του.

Μα εγώ παιδιά δεν έχω! είπε σαστισμένος.

Μήπως έχουμε κάνει λάθος; είπε η Ευγενία, ακόμα πιο μπερδεμένη.

Ε, να βάλουμε μια αγγελία στο διαδίκτυο; πρότεινε ο Δημήτρης.

Όχι, ευχαριστώ, είπε η Ευγενία. Στο τέλος έφυγαν, αφήνοντάς τον έκπληκτο για το μπέρδεμα.

Το βράδυ η γραμμή του γιου της παρέμεινε κλειστή. Η νύφη της, η Αλεξάνδρα, όλο και κάτι ξεχνούσε, όλο πίεση, μαθήματα, υποχρεώσεις. Αν ήξερε τι γινόταν

„Θα πάρω αύριο την αστυνομία”, σκέφτηκε. Μα κάθε φορά που σκέπαζε το μωρό, την έπιανε ένα γλυκό πάθος να το κρατήσει λίγο ακόμα.

Το βράδυ πέρασε ανήσυχο. Η Ευγενία με το παραμικρό ήχο πεταγόταν να ελέγξει το κοριτσάκι, την τάιζε, τη φρόντιζε, και όταν ξημέρωσε αποκοιμήθηκαν μαζί στον καναπέ.

Το πρωί, τη διέκοψε η κλήση της μάνας της.

Θα έρθεις;

Θα έρθω.

Πήρε το μωρό, έφτιαξε μια σάλατη-λουλάκι στη λαιμό της, το έντυσε καθαρά και, σχεδόν με περηφάνια, πήγε στο σούπερ μάρκετ, έπειτα στη μάνα.

Τι είναι αυτό; ρώτησε απορημένη η μάνα.

Η εγγονή της κυρίας Γιώτας. Με άφησε να τη φυλάξω για μια ώρα.

Και το πόδι;

Πέρασε.

Θαύμαζαν μαζί τη μικρή, ξέχασαν ιστορίες πόνων και αρρώστιας για μια μέρα.

Στο σπίτι, επιτέλους σήμα ο γιος. Με τη μικρή αγκαλιά έπιασε απεγνωσμένα τη γραμμή.

Μαμά, σοβαρά τώρα; Δεν είμαι Δημήτρης, είπες το όνομά μου Γιώργος! Κάποια παρεξήγηση είναι, πάρε αμέσως την αστυνομία!

Καλά, πρώτα να ταΐσω λίγο τη μικρή, τώρα είμαστε έξω…

Μαμά! Πάρε τώρα! Κινδυνεύεις κι εσύ…

Αλλά η Ευγενία δεν τον άκουσε αμέσως. Το ένιωθε, το κοριτσάκι τη χρειαζόταν.

Κάποια στιγμή, και αφού φρόντισε να είναι καλά το μωρό, αποφάσισε ότι το σωστό ήταν να ενημερώσει τις αρχές.

Δεν πρόλαβε, χτύπησε το κουδούνι έντονα.

Άνοιξε ξαφνιασμένη και να η κοπέλα, λαχανιασμένη, με πανικό στα μάτια, σε σορτς και μπλούζα μέσα στο ψύχρα.

Πού είναι; Πού δώσατε τη μικρή; Γιατί δεν ενημερώσατε;

Η Ευγενία την κοίταξε.

Μέσα είναι. Κοιμάται.

Η κοπέλα ξέσπασε σε κλάματα, έπεσε στο χαλί, λύγισε. Η Ευγενία τη βοήθησε, της έδωσε νερό, ζεστό τσάι, λίγη γλυκιά σοκολάτα.

Ευχαριστώ Ήμουν σίγουρη ότι θα την έχανα Τα έκανα θάλασσα… είπε η Μαρία, όπως συστήθηκε, ενώ το κοριτσάκι η μικρή Ελπίδα ξυπνούσε από τον ύπνο της.

Η ιστορία της απλή, αλλά κι οδυνηρή. Μαθήτρια στη νοσηλευτική σχολή η ίδια σχολή που είχε τελειώσει και η Ευγενία τόσα χρόνια πριν. Ερωτεύτηκε τον Δημήτρη, που σπούδαζε οικονομικά στο Πάντειο, εκείνο το καλοκαίρι. Υποσχέσεις, όνειρα, κι όταν γεννήθηκε η κόρη, εκείνος χάθηκε. Το κινητό του εξαφανίστηκε, οι φίλοι δεν ήξεραν. Εκδιώχτηκε κι από το σπίτι της στην Επανομή, ο πατέρας της την αποκάλεσε ντροπή, μόνο η θεία της τη βοήθησε λίγο.

Όταν έμεινε μόνη με το βρέφος σε παράνομο δωμάτιο εστίας κι έχασε κάθε ελπίδα, θυμήθηκε τα λόγια του Δημήτρη: «Η μάνα μου θα σε βοηθήσει». Βρήκε τη διεύθυνση, αλλά μπέρδεψε την πολυκατοικία.

Κι έτσι το άφησε στην Ευγενία, έφυγε απελπισμένη, κλαίγοντας, να διαβάσει για τις εξετάσεις. Το πρωί μίλησε με τον Δημήτρη στα σχόλια κοινωνικού δικτύου της είπε ότι δεν ξέρει τίποτα… και της έφυγε η γη κάτω απ τα πόδια. Έτρεξε πίσω.

Η Ευγενία την άκουγε προσεκτικά. Την κοίταξε ζεστά.

Μαρία, εγώ δεν θα σε διώξω. Μείνε εδώ, βοήθησέ με και με τη μάνα μου, έχεις και σπουδές, φρέσκες γνώσεις! Όσο μπορείς.

Η μικρή Ελπίδα κοιμόταν ήσυχα δίπλα τους.

Ο καιρός πέρασε. Η Μαρία έδωσε τα μαθήματα με άριστα. Η Νίκη, η μητέρα της Ευγενίας, ξετρελάθηκε μαζί της. Παρέδιδε φροντίδα, κουράγιο, χαμόγελο.

Ας ήταν η ζωή δύσκολη καμία φορά δεν ξέρεις πού το μονοπάτι οδηγεί. Κρύβε μέσα σου πάντα ελπίδα για το απροσδόκητο και βοήθα. Δίνεις πολλά, παίρνεις ακόμα περισσότερα.

Όπως λέει η ελληνική παροιμία: «Το μωρό του άλλου, γίνεται δικό σου αν απλώσεις το χέρι». Διότι οι καρδιές μεγαλώνουν όταν μοιράζονται το βάρος μιας πράξης καλοσύνης και πάντα, όταν κάνεις χώρο στη ζωή σου για τους άλλους, βρίσκεσαι κι εσύ, τελικά, πιο πλούσιος.

Oceń artykuł
Αυτό είναι το παιδί του Γιώργου…