Συχνά προσπερνάμε ανθρώπους που ζουν στον δρόμο, αποφεύγοντας να τους κοιτάξουμε στα μάτια. Ίσως πετάξουμε μερικά κέρματα, μόνο και μόνο για να ησυχάσουμε τη συνείδησή μας, και στη στιγμή ξεχνάμε την ύπαρξή τους. Μα αν τελικά εκείνοι που εμείς θεωρούμε αόρατους είναι οι μόνοι που βλέπουν τον κίνδυνο που πλησιάζει;
Αυτή είναι η ιστορία της Κατερίνας, μιας συνηθισμένης υπαλλήλου γραφείου στην Αθήνα, της οποίας η ζωή άλλαξε μέσα σε ένα μόλις βράδυ.
Σκηνή 1: Ένα απλό καλό
Η μέρα είχε περάσει με τρέξιμο και άγχος. Η Κατερίνα, όπως κάθε απόγευμα, πήγαινε βιαστικά προς τον σταθμό του μετρό. Σε ένα παγκάκι στην πλατεία Συντάγματος καθόταν ο Θανάσης ένας άστεγος γέροντας με μακριά λευκή γενειάδα, γνώριμο πρόσωπο του κέντρου. Παρακινημένη από μια παρόρμηση, η Κατερίνα του άφησε ένα φρεσκοψημένο κουλούρι Θεσσαλονίκης και λίγα ευρώ στα χέρια. Ο Θανάσης απάντησε μόνο με ένα σιωπηλό, βαθύ νεύμα, και το βλέμμα του ήταν γεμάτο σοφία αλλά και θλίψη.
Σκηνή 2: Μια αναπάντεχη προειδοποίηση
Το ίδιο βράδυ, όταν οι δρόμοι είχαν βυθιστεί στο μισοσκόταδο. Η Κατερίνα περπατούσε βιαστικά προς το σπίτι της, χαμένη στο κινητό και στις ειδήσεις της ημέρας. Όταν έφτασε μπροστά στο παγκάκι, ο Θανάσης πετάχτηκε ξαφνικά όρθιος. Φάνταζε τρομαγμένος τα μάτια του ορθάνοιχτα, τα χέρια του έτρεμαν. Της έφραξε τον δρόμο.
Σκηνή 3: Μια παρεξήγηση
Η Κατερίνα ταράχτηκε και έκανε πίσω, σφίγγοντας τη τσάντα της. Υπέθεσε ότι ήθελε ακόμα λίγα χρήματα.
**ΚΑΤΕΡΙΝΑ:** «Συγγνώμη, σήμερα δεν έχω άλλα μετρητά μαζί μου».
Σκηνή 4: Η κρίσιμη προειδοποίηση
Ο Θανάσης κούνησε βιαστικά το κεφάλι του. Την έπιασε απαλά από το μανίκι, πλησιάζοντάς τη για να της ψιθυρίσει βιαστικά:
**ΘΑΝΑΣΗΣ:** «Δεν πρόκειται για λεφτά. Μην πας επάνω σήμερα».
Σκηνή 5: Φόβος και αμηχανία
Η Κατερίνα προσπάθησε να απομακρυνθεί, η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Τον νόμισε τρελό.
**ΚΑΤΕΡΙΝΑ:** «Άσε με, με τρομάζεις!»
Σκηνή 6: Πικρή αλήθεια
Ο Θανάσης δεν την άφηνε. Το χέρι του έδειχνε τα παράθυρα του διαμερίσματός της, απέναντι στην οδό Πατησίων.
**ΘΑΝΑΣΗΣ:** «Εκείνος που σε ακολουθεί κάθε πρωί… Τον είδα πριν πέντε λεπτά με αντικλείδι να μπαίνει σπίτι σου».
Σκηνή 7: Παγωμένη φρίκη
Η Κατερίνα πάγωσε. Κρύος ιδρώτας την πλημμύρισε. Σήκωσε αργά τα μάτια στα παράθυρα του τρίτου. Την ίδια στιγμή τα φώτα του σαλονιού της, που είχε ξεχάσει αναμμένα από το πρωί, έσβησαν. Μια σκιά φάνηκε στο τζάμι. Έπνιξε μια κραυγή και έβαλε τα χέρια της στο στόμα.
Τελική σκηνή
Η Κατερίνα ήταν παράλυτη από τον φόβο, όμως ο Θανάσης αντέδρασε αμέσως.
**ΘΑΝΑΣΗΣ:** «Ήσυχα. Φύγε από εδώ. Πάρε αμέσως την αστυνομία!», μουρμούρισε, τραβώντας τη διακριτικά πίσω από τη γωνία της πολυκατοικίας, μακριά από τα βλέμματα.
Με τρεμάμενα χέρια, η Κατερίνα κάλεσε την Άμεση Δράση. Όση ώρα ενημέρωνε τον αστυνομικό στο τηλέφωνο, ο Θανάσης στεκόταν δίπλα της σαν φύλακας, παρακολουθώντας την είσοδο του κτιρίου.
Επτά λεπτά, που φάνταξαν αιώνες, πέρασαν πριν εμφανιστούν δύο περιπολικά με σειρήνες. Οι αστυνομικοί έτρεξαν στο κτίριο. Δέκα λεπτά αργότερα, έβγαλαν από την είσοδο έναν άντρα με χειροπέδες. Η Κατερίνα λιποθύμησε σχεδόν όταν κατάλαβε πως επρόκειτο για τον διανομέα που της έφερνε φαγητό τις τελευταίες εβδομάδες. Στην τσέπη του βρήκαν ένα αντίγραφο του κλειδιού της και ένα πτυσσόμενο μαχαίρι.
Αφού πέρασε η αναστάτωση, η Κατερίνα γύρισε να ευχαριστήσει τον άνθρωπο που της έσωσε τη ζωή. Ο Θανάσης είχε επιστρέψει διακριτικά στο παγκάκι του, ξαναγινόμενος αόρατος για τους πολλούς.
**ΚΑΤΕΡΙΝΑ:** «Πώς το κατάλαβες;», ψέλλισε δακρυσμένη.
**ΘΑΝΑΣΗΣ:** «Όταν κάθεσαι στον ίδιο δρόμο κάθε μέρα, βλέπεις τα πάντα. Τρεις βδομάδες τον παρατηρούσα. Σήμερα στα μάτια του είχε μόνο σκοτάδι».
Η Κατερίνα δεν αρκέστηκε σε ευχαριστίες. Τον βοήθησε να βρει στέγη σε ξενώνα και κάλυψε τα έξοδά του για γιατρό. Εκείνη τη νύχτα έμαθε κάτι που αξίζει να θυμόμαστε όλοι: Ποτέ μην κρίνεις τον άλλον από τα ρούχα ή την τύχη του. Καμιά φορά, ο πιο ταπεινός είναι εκείνος που αποδεικνύεται φύλακας-άγγελός μας.




