Αστείες οικογενειακές ιστορίες για να σου φτιάξουν τη διάθεση

Μια οικογένεια δυνατή και δεμένη χαρακτηρίζεται από το ότι τα μέλη της μοιράζονται τα δύσκολα και τα ευτυχισμένα της ζωής σαν ένα μαγικό όνειρο. Όλοι στηρίζουν ο ένας τον άλλον, σαν να συνεννοούνται με νοήματα κάτω από το φως του φεγγαριού στη Θεσσαλονίκη. Καθένας ξέρει πως μπορεί πάντα να ξανοιχτεί στα βάθη της ψυχής του, όπως τα κύματα αγκαλιάζουν την ακτή στη Χαλκιδική.

Κάποιες στιγμές, χρειάζεται μονάχα μια σταγόνα χαράς για να γεμίσει το σπίτι με αγάπη. Τέτοιες εικόνες, βγαλμένες από τον ύπνο ενός μεσημεριού του Αυγούστου, περιγράφονται στα παρακάτω περιστατικά.

Εγώ κι ο άντρας μου, ο Σωτήρης, είμαστε μικρόσωμοι κανείς μας δεν φτάνει το 1,60 ύψος. Ο πατέρας μου, όμως, ο Μανώλης, είναι ψηλός σαν κυπαρίσσι στους πρόποδες του Ολύμπου, κοντά στο 1,70, μ’ ένα μούσι πυκνό σαν θάμνο. Όποτε ερχόταν σπίτι, εμφανιζόταν μεγαλόπρεπα και φώναζε: «Καλησπέρα, χόμπιτ μου!», κι εμείς απαντούσαμε γελώντας: «Καλησπέρα, Γκάνταλφ!».

Η οικογένεια μου αποτελείται από εμένα, τη γυναίκα μου, την Καλλιόπη, και τις δύο κόρες μας, Σμαράγδα και Θεωνά. Μια μέρα, αναρωτιόμασταν ποιος θα βγει βόλτα τον σκύλο μας, τον Πλούτωνα. Για να το κάνουμε πιο ενδιαφέρον σαν παιχνίδι νυχτερινό σε νησί του Αιγαίου αποφασίσαμε να παίξουμε ένα σιωπηλό παιχνίδι. Όποιος χάσει, βγαίνει με τον Πλούτωνα. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, η Σμαράγδα άρχισε να ντύνεται αθόρυβα. Μόλις ετοιμάστηκε, άνοιξε την πόρτα και πήρε τον σκύλο λουρί. Οι υπόλοιποι την κοιτάξαμε αποσβολωμένοι και είπαμε σχεδόν με μια φωνή: «Σμαράγδα, τι ήσυχο παιδί!». Τότε η Σμαράγδα γέλασε: «Σας την έσκασα!». Και, ευχαριστημένη, έβγαλε τα παπούτσια της και γύρισε μέσα.

Κάποτε, όταν ο φίλος μου, ο Νικόλας, ήρθε να ζητήσει το χέρι της αδελφής μου, ο πατέρας μας σωριάστηκε στο πάτωμα γελώντας και φώναξε: «Επιτέλους ήρθες, Λυτρωτή μου!». Όταν ήταν νέος, είχε ακούσει μια τέτοια φάρσα και πάντα ήθελε να το δοκιμάσει ο ίδιος σαν να το ονειρεύτηκε πολλαπλές φορές στα διαλείμματα της καθημερινότητάς του.

Τα πρωινά συνηθίζω να ετοιμάζω πρωινό για την ανιψιά μου, την Ελπίδα, που είναι 8 χρονών. Μα τα Σαββατοκύριακα ξυπνώ μισή ώρα αργότερα, βαρύς και νυσταγμένος. Ένα πρωινό, σηκώθηκα να της φτιάξω τοστ, κι όμως βρήκα στο τραπέζι τσάι, φρέσκο ανθότυρο και δυο φέτες ψωμί με μέλι από τα βουνά της Κρήτης όλα από την ίδια, για να με φροντίσει στη μέρα της ξεκούρασης. Τα παιδιά, τελικά, ξέρουν να ευχαριστούν με τον δικό τους ονειρικό τρόπο.

Μια φορά, ξεκινήσαμε όλη η οικογένεια, εγώ, ο άντρας μου και ο γιος μας ο Αντώνης (11 χρονών), μαζί με τον αδελφό μου, τον Περικλή, τη γυναίκα του και τη μικρή τους κόρη, τη Σοφία (7 χρονών), για το χωριό της γιαγιάς στη Μεσσηνία. Στον δρόμο αποφασίσαμε πως τα παιδιά θα ξετρελαίνονταν με νεροπίστολα. Βρήκαμε κάτι απίθανα νεροπίστολα σχεδόν μαγικά σαν να ήρθαν από το βυθό του Ιονίου. Τα παιδιά έπαιζαν με ενθουσιασμό, οι μεγάλοι όμως μπλέχτηκαν κι αυτοί σε μια μάχη τόσο αστεία, που έμοιαζε σαν σατιρικό όνειρο.

Σαν ήμουν έξι χρονών, η μητέρα και ο πατέρας μου, η Κλειώ και ο Μανώλης, με έπαιρναν τα καλοκαιρινά βράδια στα χωράφια έξω από τη Λάρισα. Ο πατέρας μου έπαιρνε μια ψαράδικη πετονιά με ένα μικροσκοπικό ξυλάκι στη μύτη κι ένα φτερό. Πηγαίναμε σε ένα μεγάλο λιβάδι, όπου εκείνος έπαιζε με την πετονιά, σφυρίζοντας όπως ποντίκι. Ξαφνικά, μια μεγάλη κουκουβάγια πετούσε από τα ελαιόδεντρα και προσπαθούσε να τσιμπήσει το ξύλο με το ράμφος της. Καθόμουν και παρακολουθούσα μαγεμένος όπως σε παράξενο θερινό όνειρο. Έτσι, ο πατέρας μου μού δίδαξε την αγάπη για τη φύση. Αξέχαστες και μαγικές στιγμές.

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως με τον Σωτήρη ποτέ δεν καβγαδίζουμε απόλυτη γαλήνη σαν μέσα σε λευκό, ομιχλώδες σύννεφο. Θυμήθηκα φίλους μου να μου λένε για τις καθημερινές τους εντάσεις. Κοίταξα γύρω στο διαμέρισμά μας στην Αθήνα: ρούχα σκορπισμένα, χαρτιά παρέα με αμέτρητα φλιτζάνια Ελληνικού καφέ αλλά εμείς τίποτα. Απλά ξαπλώνουμε αγκαλιά στον καναπέ, βλέποντας παλιές ταινίες του Χατζιδάκι. Αυτό είναι δυο ευτυχισμένες ψυχές που ονειρεύονται μαζί.

Κάποτε βρισκόμουν με τη Θεωνά σε ουρά στο περίπτερο στη Γλυφάδα. Καθώς ξεφύλλιζε περιοδικά, είπε χαμηλόφωνα: «Μπαμπά, κοίτα, έχει περιοδικό για νεράιδες με τη Δάφνη στο εξώφυλλο!». Κι εγώ της απάντησα με στόμφο: «Κόρη μου, δεν είναι η Δάφνη, είναι η Χλόη!». Οι δυο κοπέλες μπροστά μας γύρισαν ξαφνιασμένες, μην πιστεύοντας πως ο μπαμπάς ήξερε αυτά τα παραμυθένια σύμπαντα των παιδιών του.

Ο άντρας μου έχασε τη μητέρα του μικρός, κι η μάνα μου, η Κλειώ, έγινε για εκείνον δεύτερη μάνα. Σε ένα ταβερνάκι στη Νέα Μάκρη, καθίσαμε όλοι μαζί εγώ, οι δυο γιοι μας, ο άντρας μου και η μάνα μου. Τον είδα να ευχαριστεί τη μητέρα μου με πολλή ζεστασιά, σαν να μεγάλωσε πλάι στην αγκαλιά της από πάντα.

Η οχτάχρονη Θεωνά γύρισε μια μέρα σπίτι λαχανιασμένη, σηκώνοντας τους ώμους: «Μπαμπά, είδα έξω μια πεταλούδα με χρώματα πιο τρελά κι από τα πετράδια της Σαντορίνης! Ξέρεις, όλοι φοβήθηκαν να πλησιάσουν. Μόνο τα αγόρια προσπάθησαν να τη χτυπήσουν με ξυλάκια, αλλά δίστασαν!» Ετοιμαζόμουν να της μιλήσω για την ειρήνη και την ομορφιά της φύσης, μα εκείνη συνέχισε με φλόγα στα μάτια: «Εγώ όμως δεν φοβήθηκα! Ήμουν μόνη! Βρήκα ένα ξυλάκι και κατάφερα να διώξω τα αγόρια! Για να μην πειράξουν την πεταλούδα! Και μετά, την άφησα να πετάξει ελεύθερη…».

Έτσι κυλούν τα όνειρα της οικογένειάς μας: παράξενα, γλυκά, αλλόκοτα κι όμως τόσο αληθινά σαν ένα ελληνικό καλοκαίρι που δε θέλεις ποτέ να τελειώσει.

Oceń artykuł
Αστείες οικογενειακές ιστορίες για να σου φτιάξουν τη διάθεση