Αρνήθηκε να πληρώσει για την επέμβαση της συζύγου του, της διάλεξε ταφικό χώρο — και έφυγε για θάλασσα με την ερωμένη του.

Λοιπόν, φίλε, άκου τι συνέβη. Σε ένα πολυτελές ιδιωτικό νοσοκομείο στην Αθήνα η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου κρεμόταν ακατανόητα στο κρεβάτι της. Οι γιατροί κινούσαν γύρω της αργά, σαν να φοβούνταν να ξυπνήσουν ακόμη και το θάνατο. Περιστασιακά ρίχνανε ματιές στα μόνιτορ όπου έλαμπαν αχνά οι ζωτικοί δείκτες. Ήξεραν και αυτοί ότι ούτε τα πιο χρυσά ευρώ μπορούν πάντα να φέρουν πίσω κάποιον από τον άλλο κόσμο.

Στο γραφείο του αρχισύγγελου, ο Δρ. Σταυρούλα Μανωλίδου, είχε ξεσπάσει μια έντονη συγκέντρωση. Στο ημιδιαχόμενο φως καθόντουσαν οι γιατροί με τα άψογα λευκά ρούχα, και δίπλα τους ο σύζυγός της Αλεξάνδρας, ο πλούσιος επιχειρηματίας Δημήτρης Καραμανλής, ντυμένος με κοστούμι από κασμίρ και χρυσά ρολόγια. Ο νέος χειρουργός, ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος: έπρεπε να γίνει η επέμβαση.

«Αυτή η κρέμα κοστίζει μόνο λίγα ευρώ, αλλά μέσα σε μια εβδομάδα θα γυρίσει τα πόδια!» τσουμπήθηκε κάποιος.
«Μα ακόμα δεν όλα έχουν χαθεί! Μπορούμε να τη σώσει!» φώναξε σχεδόν, πατώντας το στυλό του στο τραπέζι.

Τότε πήρε τη λέξη ο Δημήτρης: «Δεν είμαι γιατρός, αλλά είμαι ο πιο κοντινός άνθρωπος στην Αλεξάνδρα», άρχισε με δραματικό τόνο. «Γι αυτό είμαι αυστηρός εναντίον της επέμβασης. Γιατί να την υποβάλουμε σε πόνο; Θα παρατείνει μόνο την αγωνία της», είπε με τέτοιο συναίσθημα που έσπαγε δάκρυα και στους πιο ψυχρούς.

Ο αρχισύγγελος αντέδρασε αβέβαιος: «Μάλλον δεν έχετε δίκιο». Ο Κωνσταντίνος σήκωσε ξαφνικά το κάθισμά του, ο φωνή του τρεμόπαιζε από θυμό: «Καταλαβαίνετε ότι της αφαιρείτε την τελευταία ευκαιρία;»

Αλλά ο Δημήτρης παρέμεινε αμετάβλητος σαν βράχος. Είχε τους δικούς του τρόπους επιρροής και τους χρησιμοποίησε χωρίς δισταγμό. «Η επέμβαση δεν θα γίνει», διακόπτει με αυστηρό ύφος. «Θα υπογράψω οποιαδήποτε άρνηση». Και το έκανε. Ένα μόνο γραμμόκεφαλο και η μοίρα της Αλεξάνδρας είχε σφραγιστεί.

Ποιος ήξερε τον αβάσταχτο λόγο αυτής της απόφασης; Στην πραγματικότητα ήταν προφανές. Ο Δημήτρης είχε γίνει πλούσιος χάρη στις επαφές, τη νοημοσύνη και το χρήμα της Αλεξάνδρας. Τώρα, όταν η γυναίκα του κρέμεται μεταξύ ζωής και θανάτου, ήθελε να πάρει τον έλεγχο της «αυτοκρατορίας» της. Η θάνατη της ήταν ωφέλιμη για αυτόν και δεν έλεγε τίποτα στους που θα τον παρακολουθούσαν.

Τον αρχισύγγελο έδωσε μια «αμοιβή» που δεν μπορούσε να αρνηθεί ένα σοκ που του έδενε το χέρι να μην προωθήσει την επέμβαση. Ο Δημήτρης, όμως, είχε ήδη βρει μια θέση για την Αλεξάνδρα σε ένα νεκροταφείο στο Χολαργό.

«Τέλεια θέση», μούραζε καθώς περπατούσε ανάμεσα στις ταφές σαν ειδικός ακινήτων. «Ξηρηγμένη περιοχή, μικρή όψη. Από εδώ η ψυχή της Αλεξάνδρας θα βλέπει όλη την Αθήνα». Ο φύλακας του νεκροταφείου, ένας ηλικιωμένος άντρας με βαθειά σαγηνευμένα μάτια, τον άκουγε απορημένος: «Πότε θα φέρουμε το σώμα;»

«Δεν ξέρω ακόμα», απάντησε άπληστος ο Δημήτρης. «Εξακολουθεί να είναι στο νοσοκομείο. Τρώει τα τελευταία της λεπτά». Ο φύλακας έσπαγε το λαιμό του από γέλιο: «Δηλαδή θέλετε θέση ζωντανή;»

«Δεν σκοπεύω να την θάψω ενώ είναι ζωντανή», έσφιξα το χείλι του. «Απλώς είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα πεθάνει». Ήταν αδύνατο να του αντιταχθεί κανείς. Ο Δημήτρης έτρεχε προς το εξωτερικό με τη μεγάλη του ερωμένη, η οποία τον περίμενε στη Μύκονο, ονειρευόμενη το μέλλον χωρίς τη σύζυγό του.

«Τέλεια κίνηση», σκεφτόταν, τσιμπολογάζοντας στο Mercedes του. «Θα ταξιδέψω, θα είναι όλα έτοιμα, θα είναι το γάλα στο γυαλί». Όλα τα χαρτιά είχαν τακτοποιηθεί, τα χρήματα πληρώθηκαν καμία ερώτηση, καμία διαμαρτυρία.

Εν τω μεταξύ, η Αλεξάνδρα παλεύε στον θάνατό της. Ένιωθε ότι τα φρένα της ζωής της είχαν φθάσει, αλλά δεν ήθελε να τα παραδώσει. Ήταν νέα, όμορφη, γεμάτη όρεξη για ζωή πώς να φύγει έτσι; Οι γιατροί όμως έβλεπαν το πρόσωπό της σαν φύλλο πεσμένο.

Ο μόνος που έμεινε στο πλευρό της ήταν ο Κωνσταντίνος. Παρά τις συνεχείς τριβές με τον αρχισύγγελο, συνέχισε να πιέζει για επέμβαση. Όμως, ξαφνικά, εμφανίστηκε και ο φύλακας του νεκροταφείου, ο Ιωάννης Καραϊσκάκης. Μια παλαιότερη σχέση με την Αλεξάνδρα τον έκανε να τονυρίσει: ήταν ο πρώην της δάσκαλός της στο λύκειο. Η μικρή της οικογένεια είχε πεθάνει χρόνια νωρίτερα και εκείνη είχε γίνει επιτυχημένη επιχειρηματίας. Τα έγγραφα για την ταφή την έπιασαν ξαφνικά.

«Τώρα αυτή η πανούργα του Δημήτρη θέλει να τη θάψει ενώ είναι ζωντανή», σκέφτηκε, θυμώνοντας. Πήγε στο νοσοκομείο, αλλά η κουρασμένη νοσηλεύτρια του είπε: «Είναι σε φαρμακευτική κώμα, δεν πονά». Ο Ιωάννης διέσχισε το γραφείο του αρχισύγγελου και άκουσε μόνο «απώλεστος» και «τα πάντα γίνονται».

Τελικά, ο Κωνσταντίνος, που είχε προσπαθήσει να περάσει αυτή τη νύχτα, άκουσε από τον Ιωάννη: «Πρέπει να την σώσουμε, ο Δημήτρης θέλει το θάνατό της». Ο γιατρός έσφυσε: «Συμφωνώ απόλυτα! Μπορούμε να τη σώσουμε, αλλά χρειάζεται δράση». Ο Ιωάννης, θυμωμένος, άρχισε να θυμάται παλιούς μαθητές ένας εκ των οποίων είχε ανέλθει σε υψηλό αξίωμα στον τομέα της υγείας. Τηλέφωνα, επαφές, και ξαφνικά το λόγο του αρχισύγγελου άλλαξε.

Η επέμβαση εγκρίθηκε, η Αλεξάνδρα βγήκε από το σκοτάδι. Εν τω μεταξύ, ο Δημήτρης απολάμβανε την ήλιο στην Κρήτη, σκεπτόμενος πόσο καλό είχε παίξει η «τριπλή παγίδα». «Δεν θα ξαναπαντρευτώ έξυπνη», έλεγε φλερτώντας την εραστική του. «Καλύτερη μια γλυκιά ηλίθια, που μπορείς να παίρνεις με το χέρι».

Μα ξαφνικά έφτασε μια κλήση. Η νοσηλεύτρια του νοσοκομείου του είπε: «Η επέμβαση έγινε, η Αλεξάνδρα είναι εκτός κινδύνου». Ο Δημήτρης ξαφνιάστηκε: «Τι; Πώς; Εκτός κινδύνου;!»

Έτρεξε πίσω στην Αθήνα, η ερωμένη του άναψε τα φώτα της άποψης: «Δήμη, που πάμε;». «Το ξεκούρασμα τελείωσε», φώναξε, και βγήκε στο δρόμο να ζητήσει εξηγήσεις.

Στο γραφείο του αρχισύγγελου έπαιξε ο Κωνσταντίνος την καρδιά του Δημήτρη, κατηγορώντας τον για την απόφαση. Ο αρχισύγγελος, σε γρήγορη κίνηση, πέταξε την ευθύνη στον ίδιο τον Κωνσταντίνο. Ο τελευταίος απολύθηκε, η φήμη του κατέπεσε. Ο Ιωάννης τον πήρε, «χρησιμοποιώντας το νεκροταφείο ως νέο εργαστήριο», του έδωσε δουλειά που τον άφησε να νιώθει χρήσιμος.

Η Αλεξάνδρα, σταδιακά, ανέκτησε δύναμη. Οι εχθροί της εντός της εταιρείας άρχισαν να φανερώνουν τα πρόσωπά τους. Η οικονομική σύμβαση με τον Δημήτρη είχε σπάσει. Μια μέρα, η λογιστής της, ξεσπάζοντας δάκρυα, αποκάλυψε: «Η κατάσταση είναι άσχημη! Ο Δήμητρης έχει πάρει το έλεγχο, όλα τα όπλα είναι πάνω του. Εξαρτώμεθα από τη στήριξή σου, Αλεξάνδρα».

Η Αλεξάνδρα έπρεπε να είναι σταθερή, να κρύβει το άγχος της. Τα μόνοι που έμειναν στο πλευρό της ήταν ο Ιωάννης και ο Κωνσταντίνος. Περιμέναν να τη στηρίξουν. Όμως, όταν αποφάσισαν να την επισκεφτούν, ο Δημήτρης τους απέκλεισε με νέα δωρολήπτη χρηματική προσφορά στα γιατρούς για να μην επιτρέπουν την είσοδο.

Ο Ιωάννης, μετά από μια μικρή νύχτα σκέψης, θυμήθηκε ξανά τον υψηλό αξιωματούχο. Αλλά αποφάσισε να μην το χρησιμοποιήσει. «Τι θα κερδίσω ξανά;», σκέφτηκε, και άφησε τα πράγματα να κυλήσουν.

Η Αλεξάνδρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ήξερε ότι ο σύζυγός της σχεδίαζε κάτι για την ανικανότητά της. Ήθελε να την δήλωσει ανίκανη και να πάρει όλη τη μοίρα της. Τα φάρμακα που της έδιναν ήταν όλο και πιο ισχυρά. Η κατάσταση ήταν απελπιστική, μέχρι που ο Κωνσταντίνος, ο «φρουρός» του νεκροταφείου, ήρθε ξανά, αυτή τη φορά με ένα νέο σχέδιο.

Σε ένα εκκρεμές κηδεία σε μία πολυτελή εκκλησία, ένας ηλικιωμένος επιχειρηματίας δεν άναψε το βήμα του ο Κωνσταντίνος τον έπιασε, έβλεψε τον παλμό του, έδειξε πως ζούσε. Έτρεξε στη σωστή άμεση βοήθεια. Η γυναίκα του τον είχε δολοφονήσει για κληρονομιά. Έσωσαν τη ζωή του.

Ο άνδρας ήταν μεγάλος μέτοχος στην εταιρεία της Αλεξάνδρας. Μετά το περιστατικό, ήρθε για να τη συναντήσει. «Αλεξάνδρα!», φώναξε όταν άκουσε το όνομά της. «Είμαι ο καλύτερός της εταίρος». Πήρε τον έλεγχο της εταιρείας και έστριψε το παιχνίδι. Ο Δημήτρης και η ερωμένη του εξαφανίστηκαν σαν να μην είχαν υπάρξει.

Ο αρχισύγγελος και ο υπεύθυνος του τμήματος παρήχθησαν, χάθηκαν τα δικαιώματά τους. Ο Κωνσταντίνος επανήλθε στην ιατρική, πρώτα στο νοσοκομείο, μετά στην ιδιωτική κλινική που ίδρυσε η Αλεξάνδρα, και τον διορίσανε διευθυντή. Μετά από έξι μήνες, οι δυο τους ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, και στο γάμο τους ήρθε ως τιμητής ο Ιωάννης, ο παλιός δάσκαλος που έγινε φύλακας νεκροταφείου.

Λίγες εβδομάδες μετά, η Αλεξάνδρα ανακοίνωσε ότι περιμένουν παιδί. «Ελπίζω ο παππούς να μην μας ενοχλήσει», είπε γελώντας ο Ιωάννης, κοροϊδεύοντας το ζευγάρι.

Κι έτσι, φίλε, η ιστορία έχει τέλειο τέλος: η Αλεξάνδρα σώθηκε, ο κακός άντρας χάθηκε, και οι καλές καρδιές έζησαν ευτυχισμένα.

Oceń artykuł
Αρνήθηκε να πληρώσει για την επέμβαση της συζύγου του, της διάλεξε ταφικό χώρο — και έφυγε για θάλασσα με την ερωμένη του.