Από το μίσος στην αγάπη
Από παιδί, πάντα έλεγα πως απεχθάνομαι τα σκυλιά. Όλα ξεκίνησαν εκείνη τη μέρα, μικρός μαθητής της Α’ Δημοτικού, κοκκινομάλλης και στρουμπουλός, με τα γυαλιά μου να γλιστρούν στη μύτη απ το βάρος των βιβλίων στην τσάντα, στο χωράφι πίσω απ τις πολυκατοικίες μας στου Παπάγου. Μια αγέλη αδέσποτων με περικύκλωσε. Ο αρχηγός, ένας κατάμαυρος με καστανά σημάδια στο ρύγχος, με κοίταξε στα μάτια. Δάκρυζα, τους ικέτευα να με αφήσουν, τους πετούσα τα τοστ με σαλάμι που δεν έφαγα στο σχολείο, μα τίποτα. Όποτε τολμούσα να κινηθώ, ο αρχηγός σήκωνε το πάνω χείλος, λύγιζε τα δόντια κι έβγαζε έναν βαθύ γρύλισμα. Περισσότερες από δύο ώρες έμεινα ακίνητος στον φόβο. Ξαφνικά ο σκύλος τίναξε το αυτί προς τα πίσω, αφουγκράστηκε κι έτρεξε αθόρυβα προς το δασάκι. Όλη η αγέλη ακολούθησε· χάθηκαν πίσω απ τα πεύκα.
Σκούπισα τα μάτια και έτρεξα προς τα σπίτι, που όμως δεν έφτασα ποτέ Το ξύλινο παλιό διαμέρισμα στο Χαλάνδρι, όπου ζούσα με την οικογένειά μου, σχεδόν είχε καεί είχε σκάσει το θερμοσίφωνα αερίου. Στην πυρκαγιά χάθηκε ο παππούς μου. Ο παππούς του πατέρα μου, ο Γιάννης, που τον φώναζα παππούλη. Ήταν παλιός ναυτικός, μου έλεγε ιστορίες τυλιγμένες αλμύρα και μποφόρια. Είχε λευκά μουστάκια και γένια, που τα ξύριζε κάθε Πρωτοχρονιά κι ύστερα τα μεγάλωνε, τα έστριβε κοτσίδα, τα έδενε με χρωματιστά λαστιχάκια ή τα πετούσε πίσω απ το αφτί.
Μετά την απώλεια του παππούλη και το σκηνικό με τα σκυλιά, τραύλισα για καιρό. Δεύτερη φορά «κόλλησε» μαζί μου σκύλος όταν, ως αδύναμος, ψηλόλιγνος μαθητής Γυμνασίου, πια με φακούς αντί για γυαλιά, είχα το θάρρος να συνοδεύσω ως το σπίτι της την όμορφη Αγγελική Λιανού. Την Αγγελική πολιορκούσε ο Σπύρος, ο φόβος και τρόμος του σχολείου στο Γαλάτσι, και διπλο-επαναλαμβανόμενος στην τάξη. Εγώ όμως περπατούσα δίπλα της. Ξαφνικά, ένα μεγαλόσωμο λυκόσκυλο εμφανίστηκε και άρχισε με γρυλίσματα να με απομακρύνει απ το κορίτσι. Υποχώρησα βήμα βήμα, ώσπου η Αγγελική μπήκε στην πολυκατοικία της και ο σκύλος χάθηκε στη διπλανή αυλή.
Την άλλη μέρα, την ώρα των μαθηματικών μου έστειλε σημείωμα: «Μη με ξανασυνοδεύσεις. Ο Σπύρος ήθελε να σε δείρει. Συγγνώμη.» Έτσι και η φιλία μας έσβησε και η πίκρα μου για τα σκυλιά μεγάλωσε.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε σπούδασε με υποτροφίες, έστησε μια δική του δουλειά σε κεντρικό σημείο στην Αθήνα, ευδοκίμησε. Οι γνωριμίες ήρθαν, το εισόδημα σταθερό, όλα πήγαν καλά και στα προσωπικά. Η πανέμορφη Αγγελική, παλιά Λιανού, έγινε η γυναίκα του· απέκτησαν έναν γιοτον Γιαννάκη, τ όνομα του αγαπημένου παππούλη. Το οχτάμηνο μωρό, ακόμα κι αν δεν έλεγε λόγια, πάντα χαμογελούσε στις μαμάδες με τα σκυλιά και φώναζε Γαβ, γαβ! από το καρότσι του.
Κυριακή πρωί, βολτάριζα τον μικρό στο Άλσος Συγγρού. Έσπρωχνα το καρότσι και του έλεγα για τα πουλάκια που ταΐζαμε με ηλιόσπορους κι έναν σκίουρο που μας πλησίασε για φουντούκια.
Ήταν ώρα να φύγουμε. Φτάνοντας στη διάβαση στη λεωφόρο Κηφισίας, περίμενα το πράσινο και ξεκίνησα με το καρότσι. Από το πουθενά εμφανίστηκε ένα μανιασμένο κανίς! Έγλειφε, φώναζε, και δεν με άφηνε να περάσω. Την ίδια στιγμή, ένα ΙΧ προσπέρασε με ταχύτητα ακριβώς μπροστά από το καρότσι, βγήκε στη νησίδα και χτύπησε σε κολώνα φωτισμού. Τρεις έφηβοι ξεπρόβαλαν και το 'βαλαν στα πόδια.
Στάθηκα, λαχανιασμένος, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Γύρισα να βρω το κανίς πουθενά. Ο κόσμος έτρεξε στο αυτοκίνητο, ένας με ρώτησε με ανησυχία αν είμαστε καλά. Μόνο νεύμα έκανα το παιδί κι εγώ ήμασταν σώοι.
Στο σπίτι δεν το ανέφερα στην Αγγελική είχαμε περάσει καλά, γιατί να την ανησυχήσω; Όμως μέσα μου κάτι άλλαξε. Ήμουν ευγνώμων για το σκυλάκι. Όσο περνούσε η μέρα, αναλογιζόμουν πώς πάντα τα σκυλιά έμπαιναν στη ζωή μου στις πιο κομβικές στιγμές. Όχι σαν απειλή, αλλά σαν φύλακες. Η Αγγελική παρατηρούσε σιωπηλά τη σκεπτικότητα μου.
Το βράδυ, όλοι μαζί βγήκαμε μια βόλτα στη μικρή πλατεία. Κοντά στο παγκάκι είχαν μαζευτεί γείτονες. Πλησίασα και είδα μια χάρτινη κούτα. Μέσα της ένα μικρό κουτάβι, με σοκολατί τρίχωμα, γενετικά άτυχοςχωρίς μάτια και στραβά πίσω ποδαράκια.
Οι γείτονες χαμηλόφωνα αναρωτιούνταν ποιός θα το κρατήσει τώρα; Ποιός θα φροντίσει ένα τέτοιο πλάσμα; Κανείς δεν προσφέρθηκε. Η Αγγελική με το καρότσι στεκόταν μακριά και με κοίταγε.
Έμεινα για δευτερόλεπτα αμίλητος. Ύστερα άπλωσα το κασκόλ μου, πήρα το σκυλάκι στα χέρια απαλά κι έντυσα το κορμάκι του. Μια φωνή γυναίκας αναστέναξε και μάλλον έκλαψε.
Το κράτησα σαν βρέφος, γύρισα προς την Αγγελική και είπα:
Ε, μικρέ, ήρθε και η δική μου σειρά. Πάμε να γνωρίσεις τη μαμά μας είναι ζεστή, καλόκαρδη, έχει και γάλα στο ψυγείο.
Κίνησα προς τη γυναίκα μου, που με περίμενε με τον Γιαννάκη και μ αγκάλιαζε με το πιο τρυφερό βλέμμα του κόσμουΗ Αγγελική πλησίασε, χαμογέλασε διακριτικά και χάιδεψε το κεφάλι του κουταβιού. Ο Γιαννάκης ξεκαρδίστηκε στα γέλια από το καρότσι, φωνάζοντας πάλι το «Γαβ, γαβ!» του. Γύρω μας οι γείτονες σκόρπιζαν ένας ένας, ωστόσο τα βλέμματά τους ακολούθησαν το ζευγάρι με το μικρό παιδί και το κουτάβι που χωρούσε ίσα στη χούφτα μου.
Το βράδυ, το σπίτι γέμισε με ήχους: πατημασιές ντροπαλές, ρουθουνίσματα, ελαφρύ κλάμα και ψιχάλα γέλιου. Άπλωσα το παλιό κουβερτάκι του Γιαννάκη δίπλα στη βρεφική κούνια, κι ο μικρός όσο και ο σκύλος αποκοιμήθηκαν ο ένας πλάι στον άλλον. Η Αγγελική με κοιτούσεστα μάτια της διάβαζα κάτι βαθύτερο από συμφιλίωση· ανακούφιση, σχεδόν περηφάνια.
Εκείνη τη νύχτα, άκουσα το τρεμάμενο γαύγισμα του κουταβιού και χαμογέλασα. Σκέφτηκα τον παππούλη, εκείνον τον άγνωστο μαύρο σκύλο, το λυκόσκυλο, το κανίς: πλάσματα-σωτήρες, σύντροφοι στις ήττες και στα θαύματα της ζωής. Τα μίση τελικά δεν είναι ποτέ για πάντα, και η αγάπη είναι πάντα κάπου εκεί, σε μια άδεια κούτα που κάποιος πρέπει να γεμίσει.
Και κάπως έτσι, το σπίτι μας αγκάλιασε έναν καινούριο φύλακα. Δεν είχα πια καμία αμφιβολία οι σκύλοι, όπως και οι άνθρωποι, είναι φτιαγμένοι κυρίως για να συγχωρούν και να σώζουν, πότε τους άλλους, πότε εμάς τους ίδιους.





