Στο όνειρο που έζησε, όλα ήταν θολά σαν τοπίο με ομίχλη πάνω από την Αθήνα. Η Ειρήνη άκουσε την ειδοποίηση στο κινητό της. «Ένα νέο μήνυμα». Ο συζυγός της, Νίκος, μουρμούριζε από την κουζίνα, Αυτή η συσκευή πάλι χτυπάει, τρίτη φορά μέσα σε μισή ώρα! Για να αποφύγει την δυσφορία του, πήρε το κινητό με δάχτυλα βυθισμένα στη γεύση της ρουτίνας.
Η ηχογράφηση ξεκίνησε χωρίς εισαγωγές. Γυναικεία φωνή, βραχνή, λες και είχε μόλις κλάψει ή ήταν κρυωμένη, μιλούσε γρήγορα, ακανόνιστα:
Έλα… Δεν ξέρω αν πήρες σωστά τον αριθμό. Σε παρακαλώ, πρέπει να έρθεις. Σήμερα. Πάλι εκείνος… Δεν μπορώ μόνη μου. Αν δεν έρθεις, δεν ξέρω τί θα γίνει. Σε παρακαλώ. Πάρε με όταν το ακούσεις.
Το μήνυμα τελείωσε απότομα. Ο τηλεφωνητής τυλίχτηκε στη σιωπή. Κανένα όνομα, κανένα σημάδι. Ένα ξένο νούμερο.
Στην κουζίνα, το κουτάλι χτύπησε το κατσαρολάκι.
Θα μείνουμε νηστικοί; φώναξε ο Νίκος. Θα φας ή πάλι «δυο λεπτά ακόμα»;
Άφησε το κινητό δίπλα από μια σακούλα ρύζι Καρολίνα, και πήγε προς τη φωτιά. Το νερό βράζει, το καπάκι τρέμει σαν μικρό σεισμός. Έστριψε το μάτι, έριξε το ρύζι, ανακάτεψε μηχανικά. Τα χέρια της ξέραν καλύτερα από τη σκέψη.
Μέσα της όμως, έμεινε εκείνη η φωνή: Σήμερα. Πάλι εκείνος. Και το δεν μπορώ μόνη μου, όπως κάποιος που κρατάει μόνο την άκρη ενός τραπεζιού.
Γύρισε στο κινητό, πάτησε το μήνυμα ξανά. Το άκουσε κρατώντας το κοντά στο αφτί, να μην ακούσει ο Νίκος. Οι λέξεις απλές, χωρίς στοιχεία, όμως στηριγμένες πάνω στην ανάγκη τι οικείος τρόπος να ζητάς σωτηρία, που την πνίγει το λαιμό.
Πάτησε διαγραφή. Η οθόνη ρώτησε: Διαγραφή μηνύματος; Ναι/Όχι. Επέλεξε Ναι. Το ειδοποίηση έσβησε.
Σε ένα λεπτό, έλεγξε ξανά. Το μήνυμα ήταν εκεί.
Σούφρωσε τα φρύδια. Ίσως δεν έγινε διαγραφή. Πάτησε Ναι πάλι. Η οθόνη αναβόσβησε, το μήνυμα εξαφανίστηκε. Αναστέναξε.
Τι κάνεις συνέχεια με το κινητό; Ο Νίκος μπήκε σκουπίζοντας τα χέρια σε πετσέτα. Πάλι μηνύματα. Όλο κάτι θέλει κάποιος.
Άνοιξε το καπάκι, άφησε τον αχνό να την κυλήσει, να απασχολήσει το σώμα της.
Λάθος κλήση, είπε. Τίποτα.
Ε, καλά. Κάθισε στο τραπέζι, έσπρωξε τη καρέκλα. Τα παιδιά θα περάσουν σήμερα;
Ο Στέλιος είπε θα έρθει. Η Μαρίνα αν προλάβει μετά τη δουλειά.
Ο Νίκος έγνεψε, σαν να το αποφάσισε ο ίδιος. Πέρασε σαλάτα, έκοψε ψωμί. Το κινητό σκοτεινό, κι εκείνη προσπαθούσε να μην κοιτάει.
Καθώς έτρωγαν, το κινητό ξαναχτύπησε. «Ένα νέο μήνυμα».
Κόλλησε με το πιρούνι στον αέρα. Ο Νίκος το άκουσε επίσης.
Πάλι τα ίδια. Σβήσ το.
Η οθόνη έδειχνε το ίδιο μήνυμα, το ίδιο νούμερο, σα να μην το είχε σβήσει ποτέ. Ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. Μιας κι η τεχνολογία που δεν υπακούει προκαλεί βιαστικά θυμό και ανημπόρια.
Ίσως το δίκτυο μπλοκάρει, είπε και έφυγε στο δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα.
Στην κρεβατοκάμαρα ήταν ήσυχα. Ένα ντουλαπάκι με γυαλιά, κρέμα χεριών, στοίβα λογαριασμών. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, άνοιξε τη φωνή του μηνύματος. Τα λόγια πέρασαν μέσα στο στήθος της.
Πρέπει να έρθεις. Σήμερα. Πάλι εκείνος…
Φαντάστηκε την γυναίκα που μιλούσε όχι κορίτσι, αλλά μια κουρασμένη γυναίκα, ίσως με παιδί, ίσως όχι. Αυτό που μετράει: ζητάει γιατί δεν υπάρχει άλλος να ζητήσει.
Ξανά, πάτησε διαγραφή. Επιβεβαίωσε. Εξαφανίστηκε.
Την έπιασε τρέμουλο, όχι φόβος, αλλά συνειδητοποίηση ότι δεν άκουγε τυχαία το μήνυμα. Το άκουγε γιατί ήθελε να της πουν κι εμένα: Έλα. Δεν μπορώ μόνη μου. Ή να μπορεί να το πει, αλλά ποτέ δεν το είπε. Πάντα έλεγε κάτι άλλο.
Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Ο Νίκος άνοιξε την τηλεόραση, έβαλε τις ειδήσεις να σκούζουν. Μάτια μισοσβησμένα.
Τι έχεις; είπε.
Καλά, απάντησε.
Το καλά ήταν το κάλυφμά της. Κάλυπτε κόπωση, στενοχώρια, φόβο, θυμό, σαν καπάκι στο κατσαρολάκι.
Στη διάρκεια της νύχτας, ξύπνησε από το γύρισμα του Νίκου που την χτύπησε με τον αγκώνα. Άκουγε το αναπνοή του και σκεφτόταν τη φωνή του ξένου μηνύματος. Το κινητό ήταν στο ντουλαπάκι, στη φόρτιση. Το πήρε προσεκτικά, να μην κάνει ήχο, έλεγξε το φωνητικό ταχυδρομείο.
Το μήνυμα ήταν ακόμα εκεί.
Κάθισε, τα πόδια στο πάτωμα. Τα δάχτυλα κρύα. Έβαλε το μήνυμα στο χαμηλότερο ήχο. Σαν ψίθυρος στη νύχτα.
Αν δεν έρθεις, δεν ξέρω τι θα γίνει.
Το έκλεισε και έμεινε να κοιτάζει την σκοτεινή οθόνη. Χωρίς φως, πήρε το νούμερο. Έριξε τη γραμμή αμέσως. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά, λες και έκανε κάτι παράνομο.
Πήγε ξανά στο κρεβάτι, το ύπνο δεν ερχόταν.
Το πρωί σηκώθηκε νωρίτερα. Έβαλε νερό για τσάι, πήρε φέτα, καθάρισε ένα μήλο. Στο τραπέζι, η λίστα αγορών: γάλα, ψωμί, κοτόπουλο, υγρό πλυντηρίου. Την κοίταξε με εκνευρισμό, όπως να της υπενθύμιζε ότι η ζωή της είναι σπασμένη σε σημεία, όλα εκτελούνται για άλλους.
Η μάνα της, η κυρία Κατερίνα, τηλεφώνησε στις εννιά.
Χθες δεν με πήρες, είπε αντί για καλημέρα. Περίμενα.
Το κινητό στο ώμο, σκουπίζοντας το τραπέζι.
Είχα δουλειά.
Δουλειά δηλαδή. Εγώ δεν έχω; Πρέπει να πάω στο ΙΚΑ για το ραντεβού, έλα μαζί, δεν μπορούσα στη σειρά μόνη μου.
Άνοιξε το στόμα, έτοιμη να πει φυσικά, αλλά άκουσε στη σκέψη της το ξένο: Πρέπει να έρθεις. Σήμερα. Και πώς ακούγεται το πρέπει όταν δεν μπορείς.
Η μάνα συνέχισε:
Επίσης ο νεροχύτης στάζει. Πες στον Νίκο να περάσει. Αφού δεν δουλεύει.
Ο Νίκος δούλευε αλλά τελευταία επέστρεφε πιο νωρίς, μουρμουρίζοντας ότι δεν τον εκτιμούν. Δεν ήθελε να του ζητάνε. Ήθελε να τον εκτιμούν περισσότερο. Η Κατερίνα ζητούσε πάντα σαν να ήταν διαταγή.
Έκλεισε τα μάτια.
Μαμά, σήμερα δεν μπορώ, είπε.
Στην άλλη άκρη σιωπή.
Τι σημαίνει δεν μπορείς; η φωνή λεπτή. Πας στη δουλειά; Έχεις ρεπό.
Ένιωσε γνωστή ενοχή. Της είχαν μάθει: αν μπορείς να βοηθήσεις, πρέπει. Αν δεν βοηθάς, είσαι κακός.
Έχω δουλειές στο σπίτι, είπε, και ένιωσε ότι ούτε η ίδια το πιστεύει.
Τι δουλειές; είπε η μάνα, φωνητική αποφασιστικότητα. Έχασες το μυαλό σου; Όλη μου τη ζωή σε βοηθούσα, κι εσύ…
Θα μπορούσε να απολογηθεί, να πει ότι θα περάσει μετά το μεσημέρι, να ζητήσει από τον Νίκο. Να κάνει τα πάντα άνετα για όλους.
Ξαφνικά κουράστηκε να χτίζει τη ζωή της γύρω από ξένα πρέπει.
Μαμά, θα σε πάρω αργότερα, είπε και έκλεισε.
Τα χέρια έτρεμαν. Άφησε το κινητό στο τραπέζι, το κοίταξε σαν να ήταν αντικείμενο που δαγκώνει.
Σε μισή ώρα μήνυμα από τη Μαρίνα: Μαμά, μπορώ να μην έρθω σήμερα; Χαμός στη δουλειά. Ένιωσε μια ανακούφιση, και μετά ντροπή για τη χαρά.
Ο Στέλιος έγραψε: Θα περάσω το βράδυ, πρέπει να συζητήσουμε κάτι. Τέντωσε το στομάχι της. Να συζητήσουμε σημαίνει χρήματα ή βοήθεια.
Βγήκε στο σούπερ μάρκετ. Η Αθήνα γκριζή, οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα, μέσα στη σκέψη τους. Με τη σακούλα στο χέρι, γάλα και κοτόπουλο, σκεφτόταν τη γυναίκα που ζήτησε να έρθει. Αναρωτήθηκε: σε ποιον θα πήγαινε αν μπορούσε να το ζητήσει;
Στο σπίτι, ο Νίκος μπροστά στον υπολογιστή. Σήκωσε το κεφάλι.
Γιατί γύρισες τόσο νωρίς; είπε. Η μάνα σου πήρε τηλέφωνο, μου είπε ότι της μιλάς άσχημα.
Άφησε τις σακούλες κάτω, έβγαλε το παλτό.
Της είπα πως δεν μπορώ σήμερα.
Πραγματικά δεν μπορείς; σαρκασμός. Εδώ είσαι. Θα μπορούσες να πας.
Άρχισε να τακτοποιεί τις αγορές. Γάλα στο ψυγείο, κοτόπουλο στην κατάψυξη, ψωμί στην ψωμιέρα. Κινήσεις ακριβείς, σαν να κρατιέται από την τάξη τους.
Μου κοστίζει, είπε χαμηλόφωνα.
Τι κοστίζει; δεν κατάλαβε.
Έκλεισε το ψυγείο. Κλικ.
Μου κοστίζει να είμαι συνέχεια βολική για όλους.
Ο Νίκος έγειρε πίσω.
Πάλι ξεκίνησες. Εσύ τα παίρνεις όλα πάνω σου, μετά παραπονιέσαι.
Η οργή ανέβαινε μέσα της, κουρασμένη.
Τα παίρνω γιατί αλλιώς ποιος; Εσύ; Τα παιδιά; Η μάνα;
Να σου πω, σήκωσε το χέρι. Πάντα παράπονα.
Ήθελε να συνεχίσει, αλλά συγκρατήθηκε. Ήξερε ότι αν μιλούσε τώρα, θα φώναζε. Κι ο θυμός ήταν βαριάς γεύσης. Πήγε στο δωμάτιο, κάθισε στο καναπέ.
Το κινητό στην τσάντα. Το άνοιξε, βρήκε το μήνυμα. Η φωνή μιας ξένης γυναίκας της έδινε σαν δικαιολογία το δικαίωμα να θυμώνει. Λες όσο υπάρχει, έχει το δικαίωμα.
Το έκλεισε, άφησε το κινητό. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, έκοψε λαχανικά, άναψε φούρνο, πήρε κρέας. Η καθημερινότητα ήταν ασφάλεια.
Το βράδυ ήρθε ο Στέλιος. Έβγαλε παπούτσια, πήγε κουζίνα, φιλί στο μάγουλο.
Γεια σου. Μυρίζει ωραία.
Εκείνη χαμογέλασε μηχανικά.
Κάθισε.
Ο Νίκος ήρθε, κάθισε στο τραπέζι. Ο Στέλιος έβαλε το κινητό του δίπλα.
Μαμά, άκου, είπε αφού έφαγαν. Χρειάζομαι λίγη βοήθεια. Βλέπω για σπίτι, προκαταβολή, το ξέρω ότι σας είναι δύσκολο, αλλά…
Τον κοίταξε και είδε: ενήλικας, σίγουρος, είχε μάθει να υπολογίζει στους γονείς. Δεν ήταν κακός. Απλά μεγάλωσε με μαμά που πάντα έλεγε εντάξει.
Πόσα; ρωτάει ο Νίκος.
Ο Στέλιος λέει το ποσό. Κάτι μέσα της συρρικνώνεται. Δεν είναι απλώς αριθμός. Είναι οι αποταμιεύσεις που μάζευαν για ανακαίνιση, για δόντια, για ένα ταξίδι. Η μικρή εγγύηση ότι κάτι ανήκει και σ αυτούς.
Θα το σκεφτούμε, είπε ο Νίκος.
Ο Στέλιος την κοιτάζει.
Μαμά, καταλαβαίνεις, είναι ευκαιρία. Οι τιμές ανεβαίνουν.
Καταλαβαίνει. Και κάτι άλλο: αν τα δώσουν, πάλι δεν θα έχουν απόθεμα. Θα σωπάσει όταν ο Νίκος γκρινιάζει. Θα μαζεύει εκ νέου για ό,τι χρειάζεται.
Ο κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό της.
Δεν θέλω να δώσω όλα τα χρήματα, είπε.
Ο Στέλιος ξαφνιάζεται.
Τι εννοείς; γυρνάει στον Νίκο. Μπαμπά;
Ο Νίκος σουφρώνει τα φρύδια.
Τι συμβαίνει; Όλο βοηθάγαμε.
Βοηθάγαμε, λέει συγκρατημένα. Κουράστηκα να ζούμε χωρίς δικά μας σχέδια. Θέλω να μαθαίνω τι αποφασίζεται για μένα.
Ο Στέλιος σκύβει στο κάθισμα.
Μαμά, τώρα το εννοείς; Δεν ζητάω για διασκέδαση, σπίτι θέλω.
Το ξέρω. Και χαίρομαι. Αλλά θέλω να έχουμε χρήματα για θεραπεία, για ανακαίνιση, για ζωή. Θέλω να με ρωτάνε, όχι να με φέρνουν προ τετελεσμένων.
Ο Νίκος σηκώνεται απότομα.
Τι σου συμβαίνει; φωνάζει. Σκηνή θα κάνεις μπροστά στο παιδί;
Ένιωσε το πρόσωπο να φλογίζεται. Ο Στέλιος την κοιτούσε σαν να είχε σπάσει τον μυστικό κανόνα.
Δεν είναι σκηνή, είπε. Είναι κουβέντα.
Τώρα το θυμήθηκες, είπε ο Νίκος. Παλιά να μίλαγες.
Η φράση διαπερνά σαν μαχαίρι. Αλήθεια και ειρωνεία μαζί. Χρόνια σιωπούσε. Τώρα που μιλάει, την χτυπάνε γι αυτό.
Ο Στέλιος σηκώνεται.
Εντάξει, λέει κρατώντας το παλτό. Κατάλαβα. Δεν πειράζει.
Έφυγε, η πόρτα έκλεισε απαλά. Ο Νίκος στην κουζίνα, βαριά ανάσα.
Χαρούμενη τώρα; είπε.
Δεν απάντησε. Πήγε στο δωμάτιο, έκλεισε την πόρτα, κάθισε στο κρεβάτι. Η σιωπή πυκνή αλλά θάρρους.
Το κινητό στο ντουλαπάκι. Άκουσε το μήνυμα. Σαν υπενθύμιση:
Αν δεν έρθεις
Το έκλεισε. Κατάλαβε ότι χρησιμοποιούσε το ξένο αίτημα σαν δικαιολογία για να τολμήσει να πει όχι.
Βγήκε στην κουζίνα. Ο Νίκος μπροστά στο τραπέζι, κούπα με κρύο τσάι.
Δεν θέλω να πολεμήσω μαζί σου, είπε.
Σήκωσε τα μάτια.
Γιατί το κάνεις τότε;
Κάθισε απέναντι. Τα χέρια πάνω στο τραπέζι.
Δεν μπορώ πλέον να σωπαίνω. Κουράστηκα να μαλακώνω τα πάντα. Να μου μιλάς σαν να είμαι υποχρεωμένη. Να πιστεύουμε ότι οι πόροι μας ανήκουν σε όλους εκτός από εμάς.
Σιωπή. Έβλεπε τη γνάθο του να τρέμει.
Νομίζεις εύκολο για μένα; είπε τελικά. Κι εγώ κουράστηκα. Κι εγώ…
Το ξέρω, είπε γλυκά. Απλά συνήθισες να αντέχω. Δεν είμαι από σίδερο.
Γύρισε αλλού.
Τι θέλεις να κάνουμε; πιο ήπιος.
Δεν ήξερε την τέλεια λύση. Ήξερε μονάχα ότι δεν θέλει να γυρίσει πίσω.
Να αποφασίζουμε μαζί. Να ακούς το όχι μου σαν όριο, όχι ως ιδιοτροπία.
Τελικά έγνεψε, χωρίς βλέμμα.
Εντάξει. Ας το δοκιμάσουμε.
Το εντάξει δεν ήταν υπόσχεση. Μα έλειπε η περιφρόνηση. Ένιωσε ανακούφιση.
Τη νύχτα πάλι δεν κοιμήθηκε. Πρόσωπα γύριζαν στο μυαλό: ο Στέλιος, ο Νίκος, η Κατερίνα. Και το ξένο μήνυμα.
Το πρωί πήρε το νούμερο. Αυτή τη φορά δεν το έκλεισε.
Τα σήματα κρατούσαν. Απάντησε άνδρας.
Παρακαλώ;
Πάγωσε. Η καρδιά της έπεσε στο πάτωμα.
Με συγχωρείτε, είπε. Μου ήρθε ένα φωνητικό μήνυμα από το νούμερο, μια γυναίκα ζητούσε βοήθεια.
Σιωπή στην άλλη άκρη.
Δεν είναι για σας, είπε ξερά. Μην ανακατεύεστε.
Έκλεισε τη γραμμή.
Έμεινε με το κινητό στο χέρι, τρέμοντας όχι από φόβο, αλλά από ανημπόρια. Δεν μπορούσε να βοηθήσει αυτή τη γυναίκα. Δεν ήξερε καν ποιά ήταν.
Άνοιξε το φωνητικό ταχυδρομείο. Το μήνυμα παρόν. Άκουσε για τελευταία φορά, χωρίς να κρύβει εαυτό της. «Διαγραφή». Επιβεβαίωσε. Έλειπε πια.
Πήρε το κινητό, πήγε στο μπάνιο, έπλυνε το πρόσωπο με κρύο νερό, κοίταξε τον εαυτό της. Κουρασμένη, μα τα μάτια καθαρά.
Πήρε την Κατερίνα.
Μαμά, είπε όταν απάντησε. Δεν θα έρθω σήμερα στο ΙΚΑ. Ούτε αύριο. Πάρε τη γειτόνισσα ή κλείσε ραντεβού online. Μπορώ να σου δείξω πώς.
Άκου τι να σου πω ξεκίνησε η μάνα.
Μπορώ να βοηθήσω αλλιώς, είπε ήρεμα. Αλλά δεν θα παρατάω τα πάντα κάθε φορά.
Η Κατερίνα σιώπησε. Μετά, στενοχωρημένη:
Ε, ζήσε όπως θες.
Έτσι θα κάνω, είπε και έκλεισε.
Σε μια ώρα έγραψε στον Στέλιο: Συζήτηση ήρεμη. Μπορούμε να βοηθήσουμε λίγο, όχι τα πάντα. Θέλω να το καταλάβεις. Διάβασε και έστειλε.
Ο Νίκος βγήκε από το δωμάτιο.
Πού πας; ρώτησε.
Στην τράπεζα, είπε. Θέλω να ανοίξω ξεχωριστό λογαριασμό για τα έξοδά μας και τις αποταμιεύσεις. Να ξέρουμε ακριβώς τι έχουμε. Να μην αποφασίζουμε με συναισθήματα.
Συνοφρυώθηκε, δεν είπε βλακείες. Μόνο αναστέναξε.
Εντάξει. Πες τι χρειάζεται.
Έβαλε το παλτό, πήρε χαρτιά, έλεγξε τη φωτιά της κουζίνας. Σταμάτησε στο διάδρομο, άκουσε τον εαυτό της. Τρόμος μέσα, μα όχι κενό.
Ο ξένος φωνή δεν υπήρχε πλέον. Μόνο η δική της, που επιτέλους άκουγε και δεν έθαβε.




