Αλέξανδρε Παπαδόπουλε, σε παρακαλώ! Σε ικετεύω! Βοήθησέ μας! φώναξε με δάκρυα στα μάτια και έπεσε στα γόνατα μπροστά στον ψηλό άντρα με την άσπρη μπλούζα.
Πίσω από τις παλιές πόρτες, μες στο διάδρομο της μικρής αγροτικής κλινικής με την έντονη μυρωδιά απολυμαντικού, το παιδί της χαροπάλευε.
Σας παρακαλώ, πρέπει να καταλάβετε… Δεν μπορώ! Γι αυτό έφυγα από την Αθήνα, γι αυτό ήρθα εδώ! Έχω δύο χρόνια να χειρουργήσω δεν μου το επιτρέπει το χέρι μου, ούτε οι συνθήκες…
Σε παίρνω όρκο! Σε παρακαλώ! συνέχισε η γυναίκα, αρπάζοντάς τον για να τον πάρει μαζί της μες στους διαδρόμους.
Ήταν υποχρεωμένος να δοκιμάσει, να προσπαθήσει ποιος άλλος μπορούσε;
Λίγα βήματα ακόμη. Η ξεθωριασμένη άσπρη πόρτα με το παράξενο τρεμούλιασμα στο χερούλι. Εκεί ήταν ο μικρός της, ο Μιχάλης. Ο μονακριβος. Γεμάτος καλώδια, με μάσκα οξυγόνου που κάλυπτε τις χλωμές του φακίδες. Ανέπνεε ακόμη, μα το αίμα γέμιζε συνεχώς τη γάζα στο κεφάλι του και έμοιαζε παχύ και σκοτεινό, σαν παλιό γλυκό βύσσινο. Το πράσινο φως στην οθόνη έτρεμε με κάθε του τράνταγμα αναπνοής.
Δεν θα προλάβαιναν να τον φτάσουν στην πόλη. Εκατό χιλιόμετρα ως τη Θεσσαλονίκη. Ελικόπτερο δεν ερχόταν· ένας δυνατός σιρόκος είχε κλείσει τον ουρανό. Η πίεση έπεφτε, η καρδιά του παιδιού ακούγονταν να ατονεί. Οι διασώστες απέστρεφαν βουβά το βλέμμα.
Παπαδόπουλε! του έπιασε το μανίκι η γριά νοσηλεύτρια που στεκόταν δίπλα στο φορείο, Αλέξανδρε!
Έβγαλε από την τσέπη της μια παλιά εφημερίδα με φωτογραφία τον ίδιο, τότε που τον περικύκλωναν χαμογελαστά παιδιά. Και οι γραμμές θολές απ τα δάκρυα μιλούσαν για το παλιό του ατύχημα, το τραυματισμένο του χέρι, το χειρουργείο που δεν πήγε καλά. Μα ήταν φως της νευροχειρουργικής! Ήταν δώρο Θεού που βρέθηκε εκεί. Μακάρι να δεχόταν
Δεν μπορώ να αναλάβω τέτοια ευθύνη! Καταλάβετε! αντιστεκόταν σφιχτά, Η τελευταία μου επέμβαση ο καρπός μου απέτυχα! Δεν χειρουργώ πια! Δεν μπορώ!
Κι ο μικρός στο φορείο όλο και πιο χλωμός. Και το αίμα πάει να σταθεί. Γύρω η σιωπή των συναδέλφων, ξένοι ακόμη μετά από έναν χρόνο παρέας. Η μητέρα είχε λυγίσει. Και ο χρόνος, εχθρός όλων. Κι ο σκύλος
Σκύλος;
Πώς βρέθηκε εδώ σκύλος;
Μονάχα ουρλιαχτό για απάντηση. Ένας λαμπραντόρ τραβιέται προς το παιδί, τα νύχια του γδέρνουν το πάτωμα, κάποιος τον κρατάει μα εκείνος επίμονος. Δεν παίρνει τα μάτια του από τον Μιχάλη. Και τώρα βογγά μόνο. Δεν σταματά though
Αυτός είναι ο Πίστης. Το σκυλί του Μιχάλη, ψιθυρίζει η μάνα, πνίγοντας την ανάσα της, ενώ στην πνιγερή σιγή ανασηκώνονται οι λέξεις του Αλέξανδρου:
Ετοιμάστε το χειρουργείο.
Για μια στιγμή τα μάτια του κλείνουν. Θυμάται μια άλλη σκυλίτσα. Την Ελπίδα. Τον πατέρα του ζωντανό τότε, και τον εαυτό του απλά „Αλέξανδρο”, μαθητή πρώτη γυμνασίου. Δρόμος παγωμένος, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ένα αμάξι χτυπημένο, η μητέρα να θρηνεί, ο γιατρός να αποφεύγει τα βλέμματα. Η εγχείρηση δύσκολη. Μες στο χιόνι ταξίδευε η αγωνία Και η Ελπίδα πλάι στον τάφο ψυχορραγούσε, δεν είχε πια όρεξη να φάει, κοίταζε, και μετά έσβησε μαζί με το αφεντικό της.
Γιατρός θα γίνω, μάνα. Καλύτερος απ όλους. Είχα υποσχεθεί στην Ελπίδα, έλεγε το μικρό παιδί στο χώμα.
Πώς το ξέχασε; Γιατί;
*****
Το φως στο χειρουργείο σαν ελληνικός ήλιος. Τα εργαλεία αστράφτουν. Ο καρπός τον πονά ξανά. Υπομένει. «Λες να πάρω σκύλο;» γελάει μέσα του με τους παραλογισμούς. Τα δάχτυλα ξύλινα, μα αντέχει. Η κάκωση βαριά, η επέμβαση λεπτή, η πίεση πέφτει, πρήξιμο να αποφύγει μαλακοί ιστοί, το κόκκαλο χρειάζεται να συναρμολογηθεί. Τα αγγεία
Στο ελικόπτερο πάλι δε θα προλάβαιναν ποτέ. Οι βοηθοί στα μάτια τους γυαλίζουνε θαύμα για εκείνους τέτοια εγχείρηση. Για κείνον όμως; Πόσες τέτοιες έκανε; Γιατί άφησε μια αποτυχία να τον κυνηγά; Γιατί απομονώθηκε εδώ; Ο πόνος στο χέρι, η μορφή της Ελπίδας στη γωνία να τον κοιτάζει. Ή ίσως ο Πίστης, ο λαμπραντόρ, να θέλει να ακολουθήσει τον μικρό του φίλο
Το νυστέρι βαρύ. Τα δάχτυλα σχεδόν δε συνεργάζονται. Όμως τελειώνει. Μιχάλη, κράτα γερά, μην παραδίνεσαι. Εδώ είμαστε όλοι για σένα.
Ο χρόνος τώρα έγινε σύμμαχος του Μιχάλη. Κι ο ήχος ελικοπτέρου μοιάζει να ηχεί Τα κατάφεραν, άραγε;
*****
Κύριε Παπαδόπουλε, σας ζητούν, πρόβαλε στο γραφείο η βραδινή νοσηλεύτρια και δεν κράτησε το χαμόγελό της.
Όλοι χαμογελούσαν. Είχε επιστρέψει ο Παπαδόπουλος. Σε κάθε πτέρυγα μιλούσαν γι αυτόν. Ήξεραν πως τώρα έφερναν δύσκολα περιστατικά απ όλη τη Μακεδονία. Δεν φοβούνταν πια. Λέγανε για τα «χρυσά του χέρια». Ξαναγέμισαν οι διάδρομοι παιδικές φωνές. Και πόσοι γονείς τον ακολουθούν ευγνώμονες, όπου κι αν πάει
Πέντε λεπτά μόνο. Να ρίξω μια ματιά στον Νικόλα.
Το δωμάτιο του εξάχρονου Νικόλα ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω. Ζωηρός, κοκκινομάλλης, τον φώναζε θείο Αλέξανδρο. Πριν μια βδομάδα είχε πέσει απ το μπαλκόνι, σκέτη αταξία αλλά ο Παπαδόπουλος του μάζεψε ξανά το κρανίο, κομμάτι-κομμάτι. Οχτώ ώρες διήρκησε το χειρουργείο. Τα κατάφερε. Και το χέρι σχεδόν δεν τον πονά πια. Ή μήπως βοηθά και το παιδικό γέλιο;
Καλά έκανε και γύρισε πίσω. Σωστά τα έφερε η ζωή. Κάπου είχε ξεχάσει την παλιά του υπόσχεση, μέχρι που η ζωή φρόντισε να του τη θυμίσει. Μόνο που σκύλο δεν κατάφερε ακόμη να αποκτήσει, όλο έλεγε δεν προλαβαίνει. Αναρωτιέται συχνά τι να κάνει άραγε ο Πίστης με τον Μιχάλη. Τους θυμάται συνέχεια
Κύριε Παπαδόπουλε, αγαπημένε!
Να σου τους πριν βγει καν στην αυλή!
Καλή σας μέρα, Μιχάλη, Κατερίνα, χαμογελάει, και σε σένα, Πίστη.
Το χέρι του πάει ασυναίσθητα στο μαλακό τρίχωμα. Μια υγρή μουσούδα τρίβεται στην παλάμη του και καστανά μάτια τον κοιτούν γεμάτα εμπιστοσύνη.
Τι κάνετε εδώ; Ο Μιχάλης είναι καλά;
Μια χαρά ο Μιχάλης, βιάζεται να απαντήσει η Κατερίνα, ήρθαμε για άλλο λόγο!
Μόλις τώρα προσέχει πόσο φωτεινό είναι το χαμόγελό της. Το παλτό στέκεται παράξενα, τα μάτια της λάμπουν. Δεν τολμά να ρωτήσει. Ο Πίστης τρέχει γύρω του, τον αποσυντονίζει.
Ορίστε!
Ο λίγο μεγαλωμένος Μιχάλης δεν αντέχει άλλο τη σιωπή. Βουτά πίσω από τη μάνα του και του προσφέρει διστακτικά κάτι μικρό, μαύρο και τεράστιο αυτί, που σκούζει αδύναμα.
Εεε; Χάνει για λίγο τα λόγια του ο Παπαδόπουλος, αγγίζοντας το μικρό δωράκι που ακούμπησαν στα χέρια του.
Μην θυμώσετε, βιάζεται ο Μιχάλης, τον βρήκε ο Πίστης! Η μαμά μού επέτρεψε να τον κρατήσω. Χτες, άκουγε τη συνέντευξή σας στην τηλεόραση και τον τράβηξε ο Πίστης μπροστά στην οθόνη μόλις άκουσε τη φωνή σας. Σκεφτήκαμε λοιπόν με τη μαμά
Πολύ σωστά σκεφτήκατε. Έπρεπε να το έχω κάνει καιρό, του κλείνει πονηρά το μάτι ο Αλέξανδρος, Θα σε λέω Κίνητρο. Ναι, Κίνητρο, έτσι τρυφερά.
Γιατί η ζωή βρίσκει πάντα τρόπο να μας θυμίζει να μην τα παρατάμε ποτέ και μερικές φορές, το μεγαλύτερο κουράγιο έρχεται από ένα ζευγάρι ζεστά μάτια και μια αφοσιωμένη καρδιά.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓




