Ψάχνω μια γυναίκα, ονόματι Αλεξάνδρα.
Πέρασε κάτω από μια χαμηλή καμάρα, μπήκε σε μια ακίνητη αθηναϊκή πολυκατοικία γεμάτη λιωμένο χιόνι ήταν ο τέταρτος τέτοιος εσωτερικός ακάλυπτος που έβλεπε. Στην αυλή υπήρχε παιδική χαρά, κούνιες, αγόρια που έπαιζαν ποδόσφαιρο σε ένα υγρό δάπεδο. Η μπάλα πετούσε νερό, αλλά στα παιδιά δεν φαινόταν να νοιάζεται κανείς.
Στάθηκε για λίγο κάτω από την καμάρα, παρατηρώντας την αυλή με προσμονή, με την ελπίδα η μνήμη να κολλήσει κάπου, ν ανασύρει κομμάτια του παρελθόντος. Τίποτα όμως δεν ήταν όπως το θυμόταν: παλιά υπήρχαν μόνο σχοινιά για απλωμένα ρούχα, μικρές αποθήκες, μοσχοβολιστοί θάμνοι και παγκάκια.
Τώρα…
Όλα θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει τόσα χρόνια μετά καλύτερα, ήταν σίγουρο πως θα είχαν αλλάξει.
Κανείς δεν πρόσεχε τον άγνωστο καλοβαλμένο, πλέον ηλικιωμένο κύριο με το μάλλινο καπέλο. Πολλοί εδώ είχαν ενοικιαστές, στην Αθήνα έτσι πάει…
Έπρεπε να μπει στην πολυκατοικία δεξιά από την καμάρα. Αυτό δεν θα είχε αλλάξει: θυμόταν καλά πως ήταν ο δεύτερος όροφος, σε πολυκατοικία τριών ορόφων. Το διαμέρισμα μπροστά, δεύτερο δεξιά, στη γωνία. Διάσπαρτα κουδούνια με διαφορετικά ονόματα στις θύρες.
Θυμόταν τα πάντα μέσα κάθε λεπτομέρεια, κάθε σκιά στη κουρτίνα, ο θόρυβος στο παράθυρο, το πράσινο βραστήρι, το τρίξιμο στο πάτωμα, μέχρι και τον κατσαρίδα που κυνηγούσαν δύο μέρες τότε. Αυτά έμεναν αναλλοίωτα στη μνήμη του.
Όμως δεν θυμόταν ούτε αριθμό, ούτε ακριβές όνομα δρόμου. Πολλές ίδιες εσωτερικές αυλές σε σειρές, δύσκολο να ξεχωρίσεις τη σωστή.
Κι έτσι, περιπλανιόταν…
Δεξιά πολυκατοικία, δεύτερος όροφος, είσοδος στη γωνία… 43; Ή μήπως…;
Αν υπήρχαν θυροτηλέφωνα, πάταγε το 43.
Συγγνώμη για την ενόχληση, ψάχνω την Αλεξάνδρα. Μήπως γνωρίζετε…;
Συχνά τον έκοβαν, απαντούσαν „Δεν μένει εδώ καμία Αλεξάνδρα”, ή του έκλειναν το τηλέφωνο. Ξαναδοκίμαζε.
Συγγνώμη, είναι πολύ σημαντικό. Το 1980, μήπως έμενε εδώ μια γυναίκα με το όνομα Αλεξάνδρα;
Όταν πέρασε τον τρίτο ακάλυπτο, έβγαλε σημειωματάριο:
„16 τίποτα, 24 όχι, 32α δεν ξέρουν, το αγόρασαν…”
Ήταν πολλοί οι αυλοί. Έπρεπε να πάει ξανά στα σπίτια που δεν πήρε απάντηση, όπου δεν μπόρεσε να χτυπήσει τις πόρτες, όπου υπήρχαν ακόμη ερωτηματικά.
Ανέβαινε ήπιες σκάλες στην παλιά, σιωπηλή είσοδο. Μεγάλα παράθυρα σκονισμένα, μυρωδιά από γάτες, γνώριμος ίσως, όπως τότε στη μνήμη του.
Καλησπέρα σας!
Αντίκρισε μια ηλικιωμένη κυρία με γκρι παλτό και τσάντα ψώνια.
Καλησπέρα, σε ποιον πάτε; ρώτησε.
Στον δεύτερο. Ψάχνω μια Αλεξάνδρα, γύρω στα εξήντα. Μήπως ξέρετε αν μένει κάποια τέτοια εδώ;
Σε ποιο διαμέρισμα;
Στην γωνία δεξιά, αλλά ήταν παλιά, εποχές παλιές με κοινόβια διαμερίσματα. Δεν θυμάμαι ακριβώς το νούμερο ούτε τον όροφο…
Όχι, όχι, εκεί τώρα μένουν οι Παναγιώτηδες, μια οικογένεια. Δεν άκουσα για καμία Αλεξάνδρα στο σπίτι όλες αυτές τις δεκαετίες.
Ευχαριστώ…, κατέβασε το κεφάλι και κατέβηκε τις παλιές σκάλες.
Η γυναίκα συνέχισε από πίσω.
Πες μου τουλάχιστον το επώνυμό της…
Αν το ήξερα, θα έβρισκα τον αριθμό… Δεν το θυμάμαι, δεν το ξέρω…
Και ποια ήταν για σένα αν επιτρέπεται;
Γύρισε με αμηχανία, δε ξέρει τι να πει…
Ήταν… τα πάντα. Ίσως ό,τι έχει απομείνει…
Η κουβέντα σταμάτησε εκεί, φανερό πως έψαχνε κάτι σημαντικό.
Συνέχισε στον επόμενο ακάλυπτο, παπούτσια βρεγμένα, χτύπαγε κουδούνια, άκουγε αγενείς φωνές, και συνέχιζε, συνέχιζε…
Το βράδυ πια στο ξενοδοχείο κατέρρευσε στο κρεβάτι με το μπουφάν. Τον πονούσαν πόδια και πλάτη, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, το κεφάλι του ντούπι. Το πρωί ξανά στο ψάξιμο.
***
Εκείνη τη χρονιά, το φθινόπωρο στην Αθήνα ήταν βροχερό, ο δρόμος έγινε χρυσός χαλί με νερό. Στους δρόμους παντού πλανόδιοι, περίπτερα και χαρτάκια, μικροπωλητές.
Είχε έρθει από Θεσσαλονίκη με τον τότε μέλλοντα πεθερό του, σε συνέδριο για νέα κοινωνικοπολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση.
Για τον Ιωάννη Παπαδόπουλο στέλεχος κόμματος το συνέδριο αυτό ήταν μετάβαση στην Αθήνα· για τον νεαρό Αλέξανδρο Βασιλείου τίποτα τέτοιο. Παρέα με τους ντόπιους, ξαφνικά έγινε το δεξί χέρι του Παπαδόπουλου στη Θεσσαλονίκη. Δεν έκανε όνειρα, απλώς δούλευε.
Εκείνη την εποχή έκτιζαν ένα εργοστάσιο, αυτό είχε αναλάβει. Μόνον που ήταν ακόμη νέος, ασυνείδητος όλης της ευθύνης.
Στην Αθήνα, το απόγευμα, στο μετρό στο Σύνταγμα, άκουσε απαλή μουσική. Μια μελαγχολική μελωδία τον τράβηξε προς τα εκεί χωρίς να το καταλάβει.
Ένα λεπτό κορίτσι με γαλάζιο μπερέ και διάφανο μαντήλι, παίζοντας βιολί μπροστά σε γκρίζο μουτζουρωμένο τοίχο. Το παλτό της σε καρό, κοντές μπότες, λεπτά πόδια χορεύτριας. Μπροστά ο ανοιχτός θήκη βιολιού, λίγα κέρματα ευρώ.
Πάγωσε. Αυτό το θέαμα, τόσο έντονο… Το σθένος στη μουσική, το μαντήλι, τα καστανά σγουρά μαλλιά, τα κόκκινα από το κρύο χέρια, ο βρώμικος τοίχος. Μάλλον το κρύο την βοηθούσε να παίζει με περισσότερο πάθος.
Γύρω της μικροπωλητές, διαβάτες, όλοι για λίγο εκεί. Μόνο ο Αλέξανδρος στεκόταν.
Όταν τελείωσε το κομμάτι, πήγε να τρίψει τα χέρια της, τυλίχτηκε καλύτερα. Μετά έβαλε ξανά το βιολί στον ώμο. Άρχισε νέο κομμάτι με αυταπάρνηση, έκλεισε τα μάτια· λες και ξεχείλιζε ό,τι είχε μέσα της, με όλο της το είναι. Το μετρό πλημμύρισε νότες πένθιμες.
Κάποια στιγμή ένα παλικάρι γύρω στα δεκαπέντε γονάτισε, έπιασε τη θήκη, το σκασε.
Κλέβει! Πιάστε τον! φώναξε μια πωλήτρια. Η κοπέλα, με μάτια κλειστά συνέχιζε να παίζει αλύγιστα, υπέροχα.
Ο Αλέξανδρος πρώτος κυνήγησε τον μικρό. Σκαρφάλωσε τα σκαλιά φωνάζοντας:
Σταματήστε τον!
Ένας γεροδεμένος άντρας φράκαρε τον μικρό, το παιδί πετώντας τη θήκη το σκασε στη λεωφόρο, αυτοκίνητα φρέναραν. Ο Αλέξανδρος δεν τον ακολούθησε. Μάζεψε βιαστικά τα χρωστούμενα ευρώ, τα ρέστα που σκορπίστηκαν στο πλατύσκαλο. Η θήκη διαλυμένη ήδη.
Ανέβαινε η κοπέλα με αναστάτωση.
Ορίστε, την πέταξε, αλλά ευτυχώς ό,τι βρήκα σας το δίνω, είπε· ξάφνου κεραυνοβολήθηκε απ τη σοβαρότητα στο ύφος της: δεν ήταν αυτό που τη βάραινε.
Πιο συχνά συμβαίνει; ρώτησε.
Συμβαίνει, απάντησε αδιάφορα, απομακρύνθηκε.
Ο Αλέξανδρος πήγαινε πίσω της, ώσπου σταμάτησε σε γέφυρα, κοιτώντας μακριά τα νερά και τον γαλάζιο της φουλάρι που στροβιλιζόταν.
Σηκώνει τη θήκη, πάει να τη ρίξει, αποδοκιμαστικά.
Όχι! Μην το κάνετε! παρακάλεσε και κράτησαν οι δυο το όργανο πάνω απ το νερό.
Γιατί;
Την ατίμασα, δεν έπρεπε να παίξω στο μετρό… με φωνή μεστή.
Είχατε υποσχεθεί κάτι… στη μητέρα σας;
Ναι…
Κρίμα! Γιατί ήταν τόσο αυστηρή η μητέρα σας; Την πρώτη φορά ακούω τέτοιο βιολί, αν δεν παίζατε δεν θα το ζούσα…
Δάκρυα στα μάτια της.
Η μητέρα μου πέθανε πριν δύο μήνες.
Συγγνώμη, πραγματικά, συλλυπητήρια…
Σιωπή. Ο άνεμος σκορπούσε τα φθινοπωρινά φύλλα. Περπατούσαν μαζί.
Για εκείνη έπαιζα πάντα μόνο… Τώρα τίποτα δεν έχει νόημα.
Ίσως η ψυχή σας να αναζητούσε μουσική. Γι αυτό ήρθατε εδώ να παίξετε… Τ αποζητάτε, δεν είναι έτσι;
Η ψυχή; Όχι. Η πείνα ήταν! Τέλειωσαν τα λεφτά, δεν έχω πια τίποτα να φάω.
Λύνεται! Έχω χρήματα, δείτε… έβγαλε μερικά ευρώ. Κι άλλα μπορώ να φέρω.
Σταμάτησε. Τον κοίταξε αυστηρά.
Νιώθετε ότι θα δεχτώ ελεημοσύνη; Μη με ακολουθείτε πια…
Έφυγε με βήμα βιαστικό.
Καταλαβαίνω, είμαι ανόητος, φώναξε και έμεινε μόνος ανάμεσα στα διαβάσματα του μετρό και την αναμονή.
Την επόμενη ημέρα, έτρεξε στον ίδιο σταθμό. Δεν ήταν εκεί. Ούτε το πρωί, όπως του είπαν μικροπωλητές.
Περίμενε ώρες και ώρες, ώσπου εμφανίστηκε πάλι. Εκείνη τον είδε αλλά προσποιήθηκε πως δεν κατάλαβε. Ξεδίπλωσε μουσική πάλι. Οι πωλητές του παραχώρησαν σκαμπό. Όλοι ήξεραν πόσο περίμενε.
Περισσότερο από δύο ώρες άκουγε μελωδίες. Ένα ξαφνικά της χαμόγελο τον έκανε ευτυχισμένο. Έβαλε στο τέλος μερικά μεγαλοκομμένα χαρτονομίσματα.
Είσαι τρελός! Τι έκανες; φώναξε εκείνη. Έβαλε βιαστικά τα λεφτά στο χέρι του. Πάμε να φύγουμε γρήγορα, μην τα δει κανείς…
Δυο άντρες ήδη πλησίαζαν. Εκείνα τα χρόνια, στη βραχυκυκλωμένη μεταβατική Ελλάδα, σε κάθε χώρο υπήρχαν δικοί τους „νονοί”. Τις προηγούμενες μέρες η κοπέλα είχε ενοχληθεί, τώρα κυνηγούσαν τον συνοδό.
Τσακίσου, να πληρώσει ο καλός σου!
Άγρια συμπλοκή ξεκίνησε. Ο Αλέξανδρος άντεχε, αλλά γρήγορα μαζεύτηκαν άλλοι δυο… Η κοπέλα όμως έτρεξε σε κοντινό μαγαζί, σε λίγο έφτασε περιπολικό. Τον μάζεψαν χτυπημένο στη γωνιά.
Στο νοσοκομείο; ρώτησε ανήσυχη η Αλεξάνδρα.
Όχι… Εδώ, λέει.
Πάμε σπίτι τότε!…
Με ταξί τον πήγαν σπίτι της, όλη του η ζωή θα προσπαθεί μετά να θυμηθεί αριθμό, αλλά δεν θα τον βρει ποτέ.
Παλιό διαμέρισμα, κουρτίνες, σε μια γωνιά πορτραίτο μιας νέας γυναικάς με λουλούδια, ένα παλιό πιάνο στολισμένο, πολλά βιβλία παντού.
Όλα γύρω του μύριζαν αναμνήσεις. Αυτά τα μικρά σκεπάζαν όλη του τη ζωή· όταν ήταν καλά, τον έφεραν πόνο, όταν καταρρακωμένος, του χάρισαν λίγη χαρά, πρόσφεραν βάλσαμο έστω κι αν ήταν „άσχημα”.
Έπλυνε τις πληγές του στο κοινό μπάνιο όπως τότε, στον ίδιο διάδρομο, με γειτόνους που φώναζαν. Έφαγαν μαζί λίγα παξιμάδια και τσάι (ούτε ζάχαρη δεν υπήρχε), του έραψε τα σκισμένα ρούχα, του άνοιξε την καρδιά της: Εγκατέλειψε το Ωδείο. Θα δουλέψει σε λαϊκή αγορά για τα προς το ζην.
Όμως εσείς είστε φοβερή βιολονίστρια!
Δεν χρειάζονται οι μουσικοί στις μέρες μας, είπε με θλίψη.
Χαιρετίστηκαν, όμως εκείνος ξαναγύρισε αμέσως, αγόρασε ψώνια και γύρισε. Εκείνη τα δέχτηκε, με μουρμούρα. Του υποσχέθηκε να τον δει ξανά.
Βγαίνοντας, κοίταξε τώρα καλά το παράθυρό της, το δεύτερο πάτωμα, η φτελιά φτερούγιζε κάτω από το παράθυρο θυμόταν πως ήταν φτελιά, πίσω τα παλιά δέντρα. Ο Παπαδόπουλος, τον είδε την άλλη μέρα με μαυρισμένο μάτι και τον απείλησε να μην ξαναφύγει μόνος του αλλά έπειτα τον άφηνε λίγο στην τύχη του. Ο Αλέξανδρος βρήκε ξανά τον ακάλυπτο, και το διαμέρισμα. Ήρθε με τούρτα και τρόφιμα.
Πάλι μουρμουράς; Εσύ φταις!
Βγήκαν μεγάλη βόλτα στη βροχερή Αθήνα, τρέχαν από στοά σε στοά γελώντας, εκείνη του απήγγειλε ποιήματα που θυμόταν απ έξω. Έπιναν μαζί έναν ζεστό ελληνικό καφέ, παίρνοντας γουλιές εναλλάξ. Ήταν ευτυχισμένοι.
Την ρώτησε να πάει μαζί στη Θεσσαλονίκη, να τη παντρευτεί. Εκείνη διάβασε δυνατά μελαγχολικούς στίχους.
Μα γιατί τα λες αυτά; Σε θέλω στ αλήθεια, της είπε.
Έλα πάμε σπίτι, του ψιθύρισε…
Το βράδυ, τύλιξε το σώμα της με τη φανέλα του, έπαιξε μαρς στο πιάνο, πιάσαν ξανά κατσαρίδες μαζί… Μετά, εκείνη διάβαζε πάλι στίχους ακουμπώντας στο τζάμι, βλέποντας τη βροχή:
„Τη στιγμή που σταμάτησαν οι ήχοι, σημαίνει ήρθε ο χωρισμός…”
Μα όχι, δεν θα φύγεις, της είπε γεμάτος σιγουριά, Επιστρέφω μόνο με νύφη!
Το επόμενο πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Παπαδόπουλος. Εμπλεκόταν σ ένα πειθαρχικό, κινδύνευε άσχημα η καριέρα του.
Ξέρεις γιατί γίνεται ε; Πρέπει να παντρευτείς τη Σοφία… Αν δεν το κάνεις, μόνος σου θ αντιμετωπίσεις τα πάντα, του είπε.
Ο Αλέξανδρος ταράχτηκε. Δέχτηκε πίεση: χειροπέδες, ερωτήσεις, ψεύτικα στοιχεία. Του έδωσε εισιτήριο για τη Θεσσαλονίκη, να φύγει επειγόντως.
Τη νύχτα, καθώς έφευγε απ το σταθμό, άκουγε το βιολί από το μεγάφωνο, πήγε πίσω από τα κτίρια, γρατζούνιζε τον τοίχο με γροθιά, για πρώτη φορά έκλαιγε τόσο πικρά σαν άνδρας.
***
Κατάλαβε πια πως στο ψάξιμο ηλικιωμένες κυρίες στα παγκάκια είναι μεγάλες βοηθοί.
Αλεξάνδρα; Ε, αυτή που πέθανε την άνοιξη; Θυμάσαι, ήρθε ο γιος της με το μεγάλο αυτοκίνητο.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε ένα σφίξιμο. Αυτό φοβόταν πιο πολύ.
Όχι, λες για την Αναστασία, όχι για την Αλεξάνδρα. Περισσότερο σε αυτά τα σπίτια…
Πάλι γύριζε στους ακάλυπτους, κουράγιο τέλος… Ξαφνικά, μέσα σ ένα μουσικό κατάστημα, δίπλα ακριβώς απ την παλιά του γειτονιά είδε τα βιολιά της βιτρίνας.
Μια νέα πωλήτρια με μοντέρνο ύφος:
Μήπως ψάχνετε κάτι συγκεκριμένο;
Μπορώ να δω αυτό το βιολί στη βιτρίνα;
Του το δίνει ευγενικά.
Σκέφτεστε να δοκιμάσετε;
Μα, όχι. Δεν ξέρω, αλλά γνώρισα κάποτε μια συγκλονιστική βιολονίστρια. Αλεξάνδρα…
Πιθανόν τη γνωρίζετε! Η Αλεξάνδρα Παπαϊωάννου, μένει εδώ κοντά.
Έχετε διεύθυνση;
Όχι, αλλά μένει στα παλιά σπίτια, παντρεμένη με ένα αγοράκι οχτώ ετών.
Σωριάστηκε στο κάθισμα, ούτε νερό δεν ήθελε.
Πάλι δεν βρήκα… ψιθύρισε.
Όταν βγήκε στον δρόμο, διέκρινε τους παλιούς φτελιούς πάνω από έναν μόνο ακάλυπτο. „Ας πάω”, σκέφτηκε, „δεν έχω δυνάμεις για όλη τη γειτονιά”.
Εκεί, ένα ζευγάρι συνταξιούχων:
Ψάχνω μια Αλεξάνδρα, γύρω στα εξήντα, έμενε εδώ στις δεκαετίες του ’70-’80. Παλιότερα έπαιζε βιολί.
Η κόρη της ζει ακόμα εδώ, η Σούλα, είπε η κυρία στον άντρα της.
Στον πρώτο όροφο, γωνιακό διαμέρισμα. Μεγάλη μουσικός.
Χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Του απάντησε ανδρική φωνή:
Σε ποιον;
Στους Παπαϊωάννου. Ψάχνω τη μαμά, την Αλεξάνδρα.
Τον βοήθησαν να ανέβει γιατρός ο γαμπρός, του μέτρησε πίεση, τον ξάπλωσε. Στην πόρτα μπήκε η κόρη, ίδια η μητέρα της τότε.
Εσείς είστε ο πατέρας μου; ρώτησε η Σούλα, χαμηλόφωνα.
Ταράχτηκε.
Δεν ήξερα ποτέ για σένα, Σούλα. Δεν μου είχαν πει.
Μετακινήθηκαν στην κουζίνα, ήπιαν τσάι. Ρωτούσε για τη ζωή τους.
Η μαμά δούλευε σε τρεις δουλειές για να μεγαλώσω. Ήμασταν εγώ κι εκείνη, κάποια στιγμή πήραμε και φοιτήτριες για παρέα. Το βιολί της την κράτησε ζωντανή.
Εγώ φταίω για όλα…
Εκείνη τηλεφώνησε στη μητέρα της. Του βρήκαν διεύθυνση. Ο γιατρός ζήτησε να τον πάει κατευθείαν στο νοσοκομείο μετά.
Συμφωνώ είπε. „Δεν θα προφτάσω αλλιώς να τη δω…”
Λίγο αργότερα, καινούριες πολυκατοικίες, ανέβηκε με το ζόρι τα σκαλιά, όροφο όροφο. Εκεί, στην πόρτα με το 118, χτύπησε το κουδούνι. Καμιά ερώτηση, ανοίγει.
Αντικρίζει τη γυναίκα της ζωής του, τη γυναίκα που είχε κλείσει στη μνήμη του για πάντα. Τα μαλλιά λίγο διαφορετικά, το πρόσωπο πιο ώριμο, αλλά εκείνη.
Αλεξάνδρα… Εγώ… συγγνώμη, ψέλλισε και, χωρίς να το καταλάβει, γονάτισε μπροστά της.
Άρχισε να τον τραβάει πάνω, την κρατούσε από τους ώμους. Δάκρυα και των δύο.
Σε βρήκα, σε βρήκα επιτέλους! Γιατί άργησα τόσο;
Δεν πειράζει, είπε. Ήξερα πως θα γυρίσεις μια μέρα.
Θυμάσαι τους στίχους που είπε;
Πάντα: „Προαισθάνομαι τη δεύτερη συνάντησή μας, αναπόφευκτη συνάντηση μαζί σου…”
Ο γαμπρός τους πήγε στο νοσοκομείο, κι εκεί καθόντουσαν πιασμένοι χέρι με χέρι.
Έτρεχαν δάκρυα καυτά, δάκρυα ικανοποίησης και πίκρας για το χαμένο χρόνο. Γιατί άργησε τόσο;
Μη στενοχωριέσαι πια. Τώρα θα είμαστε μαζί, του ψιθύρισε με σιγουριά.
Ναι! Μαζί…
Και πάλι, της διάβαζε στίχους ως καταφύγιο:
«…προαισθάνομαι τη δεύτερη συνάντησή μας, αναπόφευκτη συνάντηση μαζί σου.»
Το ταξί τους μετέφερε στη ζωή που πάντα ονειρεύονταν. Δεν άργησε στο ραντεβού με την ευτυχία. Τα κατάφερε…




