Αντίπαλοι για πάντα
Ο Αχιλλέας μόλις είχε ξαπλώσει για να πάρει έναν υπνάκο, όταν από το ανοιχτό παράθυρο ακούστηκε ξαφνικά το έντονο γάβγισμα του σκύλου του. Ο Πέρσης, συνήθως ήσυχος μα σήμερα ξεσάλωνεγαβγίζει από το πρωί Και όχι απλά γαβγίζει, αλλά με μια πραγματική μανία.
Ο Αχιλλέας είχε βγει αρκετές φορές έξω, χωρίς να εντοπίσει τίποτα περίεργο.
Σκέφτηκε πως μάλλον περνούσαν οι σκύλοι των γειτόνων και γι’ αυτό ο Πέρσης τους γάβγιζε.
Ναι, έτσι είναι αυτόςδεν θέλει ξένους γύρω από το σπίτι. Δεν ήταν περίεργο λοιπόν που κάθε φορά που ο Αχιλλέας έβγαινε έξω, δεν υπήρχε κανείς.
Το δυνατό γάβγισμα του σκύλου του ήταν αρκετό να τρομάξει ακόμα και τους πιο γενναίους. Φαίνεται πως οι σκύλοι των γειτόνων το έβαζαν στα πόδια.
Και δεν ήξεραν πως ο Πέρσης, ο „αρκούδος” όπως τον αποκαλούσε ο Αχιλλέας, βρισκόταν μέσα στο κλουβί του. Πάντα τον κρατούσε εκεί τις μέρες, για να έχει το κεφάλι του ήσυχο.
Μα μόλις έπεφτε το σκοτάδι, τον άφηνε ελεύθερο. Τότε „όποιος τολμάει, δικό του πρόβλημα”.
Μια φορά τρεις επίδοξοι κλέφτες από το γειτονικό χωριό προσπάθησαν να μπουν στο οικόπεδο.
Ένας έχασε το παντελόνι του που πιάστηκε στα κάγκελα της πόρτας, άλλος άφησε το αθλητικό του παπούτσι κάτω από το φράχτη, και ο τρίτος ανέβηκε σε ένα δέντρο, μέχρι την κορυφή.
Ο αστυνόμος χρειάστηκε να φέρει και την πυροσβεστική για να τον κατεβάσουν, γιατί δεν μπορούσε να κατέβει μόνος του. Ο Πέρσης τους είχε κάνει τη ζωή πατίνι. Θα το θυμούνται για πάντα.
Και το σημαντικό; Ο σκύλος του Αχιλλέα ποτέ δεν γάβγιζε χωρίς λόγο. Μα σήμερα ήταν σαν να „ξέφυγε”.
Πέρση, αρκετά! φώναξε ο Αχιλλέας, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στο παράθυρο.
Ο σκύλος σταμάτησε, αλλά σε λίγα δευτερόλεπτα ξανάρχισε με μεγαλύτερη ένταση.
Ο Αχιλλέας βγήκε στην αυλή, μήπως δει τι τον έχει εκνευρίσει τόσο τον Πέρση, τον μεγάλο Ελληνικό Ποιμενικό.
Όπως περίμενε, τίποτα παράξενο στην αυλή. Ο Πέρσης μόλις τον είδε, σταμάτησε.
Τι τραγουδάς εδώ σαν αηδόνι; του είπε γελώντας, πλησιάζοντας το κλουβί.
Ο Πέρσης κούνησε χαρούμενα την ουρά και τον κοίταξε με ενοχλημένο βλέμμα.
Σίγουρα καταλάβαινε πως του χάλασε τον ύπνο, αλλά ο γάβγισμα είχε αίτιο.
Τότε ο Πέρσης έριξε μια κλεφτή ματιά προς την πόρτα και ξανάρχισε να γαβγίζει.
Ο Αχιλλέας γύρισε απότομα και πρόλαβε να δει κάτι γκρίζο και μικρό να τρέχει σαν κεραυνός προς τα έξω. Έτρεξε προς την πόρτα, βγήκε στον δρόμο και είδε
έναν απλό γάτο.
Ένας γάτος με βλέμμα θρασύ, αυτάρεσκο και αλαζονικό.
Τι γυρεύεις εδώ, φίλε; γέλασε ο Αχιλλέας Σου λέω σαν άνθρωπος σε γάτο: μην τριγυρνάς εδώ γύρω, ο Πέρσης δεν συμπαθεί τα αιλουροειδή. Αν σε πιάσει
Ο γάτος έκανε μια γκριμάτσα και ο Αχιλλέας θα μπορούσε να ορκιστεί ότι έσκασε κι ένα ειρωνικό χαμόγελο.
„Να με πιάσει; Χλωμό. Πριν καν βγει από το κλουβί, εγώ θα είμαι ήδη εκτός φράχτη. Τον ταΐζεις πολύ τον σκύλο σου”, έλεγαν τα μάτια του γάτου.
Ο Αχιλλέας ένιωσε λίγο προσβεβλημένος που ο γάτος απέφυγε τόσο κομψά τον σκύλο του.
Άντε, φύγε! είπε, κλείνοντας την αυλόπορτα και γυρίζοντας στην αυλή.
Κι έτσι νομίζετε πως τελειώνει η ιστορία;
Άκουσε ο γάτος τον άνθρωπο; Φυσικά όχι. Τώρα εμφανιζόταν κάθε μέρα στην αυλή.
Έμπαινε, καθόταν κοντά στο κλουβί, έδειχνε πως ήταν ο „κύριος του σπιτιού” και αδιαφορούσε για όλους. Ο Πέρσης μόνο γάβγιζε, τίποτε άλλο.
Ο Αχιλλέας αρχικά προσπαθούσε να τον διώξει, μα μόλις πήγαινε μέσα, ο γάτος επέστρεφε αμέσως.
Τίποτα δεν μπορούσε να κάνει.
Μετά τη μικρή του „νίκη”, ο γάτος ένιωθε πλέον βασιλιάς της αυλής.
Μια μέρα κατάφερε να κλέψει κομμάτι κρέας από το μπολ του Πέρση, το οποίο ήταν μέσα στο κλουβί! Ο Πέρσης ήταν εξαντλημένος από το γάβγισμα, κι ο γάτος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία.
Και μάλιστα το έφαγε μπροστά στον Πέρση, δείχνοντας του ποιος έχει το πάνω χέρι.
Ο Αχιλλέας είδε το περιστατικό και αγανάκτησε.
Έτσι λοιπόν μονολόγησε. Θα σου δείξω εγώ. Θα μετανιώσεις που πείραξες τον σκύλο μου.
Αποφάσισε λοιπόν να αφήνει ανοιχτή την πόρτα του κλουβιού, ώστε ο Πέρσης να μπορεί να βγει αν χρειαστεί.
„Ώρα να βάλει τάξη ο Πέρσης” σκέφτηκε ο Αχιλλέας.
Ο γάτος τους είχε κουράσεικαι τον σκύλο και τον Αχιλλέα.
Αλλά εκείνη τη μέρα, που περίμεναν τον ανεπιθύμητο επισκέπτη, ο γάτος δεν εμφανίστηκε.
Σαν να ένιωσε κάτι, ή κάτι του συνέβη Αδιευκρίνιστο. Ο Αχιλλέας ένιωσε απογοητευμένοςέφτιαξε σχέδιο και ο γάτος δεν ήρθε. Ούτε την επόμενη, ούτε την μεθεπόμενη ημέρα.
Ο Πέρσης κοιτούσε τον Αχιλλέα με απορία και εκείνος ανασήκωνε τους ώμους. Τι να του πει;
Ίσως είναι καλό που δεν ξανάρχεται ο γάτος; χαμογέλασε ο Αχιλλέας. Ησυχία πια.
Βέβαια, δεν ήταν τελείως ειλικρινής.
Ο Αχιλλέας έλειψε αυτός ο πεισματάρης γάτος. Ξέρω, ακούγεται παράξενο, αλλά είναι αλήθεια.
Και ο Πέρσης είχε συνηθίσει να γαβγίζει στον αντίπαλό του, να διαμαρτύρεται για τις τρέλες του γάτου.
Τώρα; Βαρεμάρα
Μετά από λίγες μέρες, ο Πέρσης ζητούσε από τον Αχιλλέα να ψάξουν για τον γάτο.
Με το βλέμμα του. Πλησίαζε, τον κοιτούσε κι ο Αχιλλέας καταλάβαινε.
Λες να συνέβη κάτι στον γκρίζο μας; αναρωτήθηκε. Δεν θα ήταν περίεργο. Με χαρακτήρα σαν τον δικό του, εύκολα μπλέκει. Έλα, Πέρση, πάμε να δούμε μήπως είναι κοντά μας.
Άνοιξε την πόρτα, βγήκε στον δρόμο και άρχισε να κοιτά γύρω.
Ο Πέρσης ακολούθησε, έκανε το ίδιοέψαχνε στον αέρα να εντοπίσει το άρωμα του γάτου.
Αλλά είχε δύσκολη δουλειά, γιατί οι μυρωδιές της γειτονικής φάρμας κάλυπταν τα πάντα.
Ο Αχιλλέας γύρισε πάνω κάτω τον δρόμο, επέστρεψε στην αυλή, έτοιμος να βάλει τον Πέρση μέσα.
Δεν θα μπορούσαν να στέκονται όλη μέρα περιμένοντας τον γάτο που δυο εβδομάδες τους είχε αναστατώσει.
Μόλις όμως έπιασε την πόρτα, γύρισε ξαφνικά αριστερά.
Κάτι περίεργο συνέβαινε δίπλα. Άκουσε κραυγή γάτου και έντονο γάβγισμα.
Μετά από ένα λεπτό, ένας γκρίζος γάτος έτρεξε στον δρόμοο ίδιος ο γάτος! Έτρεχε γρήγορα, κουτσαίνοντας. Πίσω του ένας σκύλος.
Όχι κάποιο „χωριάτης”, αλλά καθαρόαιμοςΝτόμπερμαν, από την πόλη.
Ο Αχιλλέας τον ήξερε. Κάθε καλοκαίρι οι ιδιοκτήτες του έρχονται από την Αθήνα με τον σκύλο τους. Προφανώς ο γκρίζος γάτος ήθελε να εκνευρίσει τον „αστικό” όπως έκανε με τον Πέρση, αλλά κάτι πήγε στραβά.
Ο Ντόμπερμαν φαίνεται πως τον δάγκωσετα γκρίζα μαλλιά είχαν καστανά σημάδια.
Ο Αχιλλέας είχε ξεχάσει τον Πέρση, ο οποίος χωρίς να περιμένει εντολή, έτρεξε προς τον γάτο.
Πέρση! Πού πας; φώναξε, φαντάζοντας τι θα γινόταν στον γάτο. Σταμάτα, Πέρση!
Ο σκύλος δεν άκουγε. Έτρεχε με βηματισμό αποφασιστικό, κατευθείαν προς τον γάτο.
Ο γάτος το αντιλήφθηκε, σταμάτησε τρομαγμένος στη μέση του δρόμου.
Αντιλήφθηκε πως η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή ή, καλύτερα, από μια τρίχα.
Και τότε; Όπως φαντάζεστε. Ο Πέρσης σταμάτησε δίπλα στον γάτο, τον μύρισε, κι ύστερα
με ένα δυνατό γάβγισμα, σαν λιοντάρι αλλά και σαν αρκούδος, όρμησε στον Ντόμπερμαν.
Τον κυνήγησε μέχρι το τέλος του δρόμου. Ευτυχώς ο Ντόμπερμαν είχε γρήγορα αντανακλαστικά και γύρισε αμέσωςαλλιώς θα είχε άσχημα.
Δεν υπήρχε σκύλος στο χωριό που να μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Πέρση.
Ο γάτος έφυγε εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία. Ο Αχιλλέας δεν τον είδε να φεύγει, γιατί είχε κολλήσει στο σκύλο του. Το βράδυ, βγαίνοντας να ταΐσει τον Πέρση, έπεσε το μπολ από τα χέρια του. Ο γάτος ήταν εκεί. Ζωντανός, υγιής, με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη. Έβαλε το κεφάλι του στο πόδι του Πέρση και μουρμούριζε. Ο Πέρσης τον κοίταξε κι ο Αχιλλέας ξέσπασε σε γέλιο.
„Συγγνώμη, αφεντικό, τον έσωσατώρα πρέπει να τον προστατεύω για πάντα” έλεγε το βλέμμα του Πέρση.
Και αυτό δεν ήταν αστείο.
Ο Πέρσης πλέον είχε γίνει ο προσωπικός φύλακας του γάτου.
Του επέτρεψε να τρώει από το σκυλίσιο μπολ τουανεπανάληπτη γενναιοδωρία για έναν σκύλο τόσο σοβαρό. Ο γάτος κατάφερε να λιώσει τον πάγο στην καρδιά του. Πλέον ήταν πιστοί φίλοι, όχι αντίπαλοι.
Κι αυτό δεν ήταν το τέλος της ιστορίας.
Ο Αχιλλέας πήρε τον γάτο και πήγαν στον κτηνίατρο στην Αθήνα, για τη φροντίδα της πληγής στο πόδι του. Η πληγή ήταν σοβαρήχρειάστηκε χειρουργείο. Μετά τον γάτο τον κράτησε σπίτι του.
Ο Αχιλλέας ένοιαζε τον γάτο, ο Πέρσης δεν τον άφηνε από τα μάτια του, ενώ μόλις πριν λίγο τον ήθελαν να ξεφορτωθούν. Τέτοια είναι η ζωή.
Μετά από λίγο καιρό, μια νέα όμορφη γυναίκα εμφανίστηκε στην αυλή.
Ο Πέρσης ήθελε να γαβγίσει στην άγνωστη, αλλά αποφάσισε να μην την τρομάξει και απλά γάβγισε διστακτικά. Ο Αχιλλέας βγήκε από το σπίτι.
Καλησπέρα εσείς με ζητάτε;
Η γυναίκα τον ρώτησε αν είχε δει έναν γκρίζο γάτο στη γειτονιά.
Ή μήπως μπήκε στην αυλή σας; Είναι πολύ ατίθασος. Προσπαθούσα να τον κρατήσω σπίτι στο διαμέρισμα, αλλά ο Θέμος μου ξεφεύγει και τριγυρίζει όλη μέρα. Ήρθα τώρα στο χωριό να βοηθήσω τη μητέρα μου που μόλις ανάρρωσε, και ο γάτος μου έχει γίνει αγρίμι. Πάντα γύριζε σπίτι, τον έπλενα, τον τάιζα, αλλά τώρα έχει εξαφανιστείδεν ξέρω τι να σκέφτομαι.
Ξέρω μάλλον που βρίσκεται ο Θέμος σας χαμογέλασε ο Αχιλλέας. Μπείτε στην αυλή, μη φοβάστε τον σκύλο. Ελάτε.
Στην αυλή σας; Γιατί;
Θα δείτε.
Η γυναίκα δίστασε, αλλά το βλέμμα του Αχιλλέα ήταν ζεστό και ειλικρινές. Τον εμπιστεύτηκε. Όταν πλησίασε στο κλουβί του Πέρση κι είδε τον γάτο δίπλα του, ξαφνιάστηκε.
Θέμο! Πώς βρέθηκες εδώ; Τι έπαθες; είπε τρομαγμένη καθώς είδε το πόδι και το μπούτι του να είναι τυλιγμένα με επίδεσμο. Κοίταξε προς τον Αχιλλέα: Ο σκύλος σας τον δάγκωσε;
Όχι, όχι, είπε ο Αχιλλέας. Τον σώσαμε τον γάτο σας.
Από ποιόν;
Αν έχετε χρόνο, μπορώ να σας πω την ιστορία. Θα σας ενδιαφέρει πιστεύω.
Ο Αχιλλέας τα είπε όλα στην Ειρήνη (κι έτσι συστήθηκαν), κι εκείνη γελούσε απίστευτα.
Μα κοιτά να δεις! Ο Θέμος μου σας ταλαιπώρησε όλο το διάστημα, κι εσείς τον σώσατε.
Έτσι είναι ο Πέρσης κι εγώκαλός κόσμος, χαμογέλασε ο Αχιλλέας. Ο Θέμος τώρα αναρρώνεισωματικά και ψυχικά. Έγινε ζωηρότατος, δεν μας ενοχλεί καθόλου πια.
Ήταν πάντα καλός Μάλλον ο καθαρός αέρας του χωριού τον επηρέασε, ή ζήλεψε που δεν του δίνω πια τόση προσοχή. Πρέπει να βοηθάω τη μητέρα μου. Δύσκολο να την φροντίζω.
Ελάτε όποτε θέλετε, μαζί με τον Θέμο, είπε διστακτικά ο Αχιλλέας.
Θα το σκεφτώ, απάντησε χαμογελώντας η Ειρήνη.
Έξι μήνες μετά, όλο το χωριό γιόρταζε τον γάμο του Αχιλλέα και της Ειρήνης. Ο Θέμος κι ο Πέρσης φυσικά ήταν κι αυτοί εκείκαι ο Ντόμπερμαν που είχε δαγκώσει τον Θέμο επίσης. Ο Ντόμπερμαν αναγνώρισε τον γάτο και στην αρχή τον κοίταζε στραβά, αλλά όταν συνάντησε το βλέμμα του Πέρση, έκανε πως δεν τον είδε καν.
Η ζωή μας φέρνει κοντά με τα πιο απρόσμενα πλάσματακι όταν μαθαίνουμε να σεβόμαστε και να φροντίζουμε ακόμα τους «αντιπάλους» μας, τότε μπορούμε να βρούμε πραγματική ευτυχία και πολύτιμους φίλους.




