Ανεπιφύλακτη αγάπη
Η Ειρήνη, πηγαίνοντας πέρα-δώθε στο καθιστικό, ξαφνικά πρόσεξε μία μαύρη κάλτσα που ξεπρόβαλλε κάτω από τον καναπέ. Δεν άντεξε και ξέσπασε σε γέλια:
Τελικά, ο άντρας σου δεν είναι και τόσο τακτικός όσο νομίζεις!
Έσκυψε, τράβηξε έξυπνα την κάλτσα και, κουνώντας την παιχνιδιάρικα ψηλά, πρόσθεσε:
Ποιος να το φανταστεί… Πάντα τόσο προσεγμένος, σαν να βγήκε από διαφήμιση περιοδικού!
Η Αλίκη εκείνη τη στιγμή έβγαινε από την κουζίνα, σκουπίζοντας τα χέρια της με μια πετσέτα. Άκουσε την ειρωνεία της φίλης και σήκωσε το φρύδι με απορία:
Τι εννοείς;
Η Ειρήνη, κρύβοντας το χαμόγελό της, έδειξε την κάλτσα με το δάχτυλο, λες και ήταν πειστήριο αδιαμφισβήτητο.
Η Αλίκη κοκκίνισε και βιάστηκε να εξηγήσει:
Ο Φίλως φταίει! Ο γάτος μας κάνει σκανταλιές συνέχεια. Βουτάει ό,τι βρει από το καλάθι των απλύτων στο μπάνιο. Ακόμα μικρούλης είναι, δεν μπορεί να πάρει τίποτα βαρύτερο.
Τα μάτια της Ειρήνης έλαμψαν δεν μπορούσε να αντισταθεί στις γάτες.
Ο Φίλως; Α, αυτός είναι ο γατούλης σας, σωστά; Πού κρύβεται; Τον έχω δει μόνο σε φωτογραφία, αλλά τόσο γλυκούλης που λιώνει η καρδιά!
Αμέσως αναρωτήθηκε πώς γίνεται να είναι ήδη δέκα λεπτά σπίτι της Αλίκης και να μην έχει αγκαλιάσει ακόμα τον μαλλιαρό μπόμπιρα.
Η Αλίκη χαμογέλασε ήταν φανερό πόσο της άρεσε ο ενθουσιασμός της φίλης της.
Κοίτα στην πολυθρόνα δίπλα στο καλοριφέρ, της είπε. Εκεί τρέφει λατρεία! Μόνο πρόσεξε, έχει νύχια γυαλιστερά και γενικά δε θέλει ξένους! Αν γίνει καμιά ζημιά, το φαρμακείο είναι στο μπάνιο, κι εγώ εν τω μεταξύ θα φτιάξω καφέ.
Η Ειρήνη, στις μύτες των ποδιών πλησίασε στην πολυθρόνα. Εκεί, πάνω στη χνουδωτή κουβερτούλα, είχε κουρνιάσει ο Φίλως μία μπάλα λευκής γούνας με γκρι ρίγες. Ήταν κουλουριασμένος και κοιμόταν ήσυχα. Τα μικρά του αυτιά κινούνταν ελαφρά μπρος-πίσω, σαν να άκουγαν μακρινούς ήχους, ενώ η ουρά του τιναζόταν λίγο-λίγο.
Τι γλύκας είσαι… ψιθύρισε η Ειρήνη και άπλωσε προσεκτικά το χέρι να μην τον ξυπνήσει.
Ο Φίλως μισάνοιξε το ένα του μάτι, τσέκαρε για λίγο τη φιλοξενούμενη και το ξανάκλεισε. Σε ένα δευτερόλεπτο, ξαφνικά τράβηξε το ποδαράκι του και στο χέρι της Ειρήνης άφησε ένα λεπτό γρατσούνισμα.
Άουτς! Εντάξει, να το θεωρήσουμε γνωριμία, χαμογέλασε η κοπέλα.
Δε χάλασε τη διάθεσή της και τόλμησε ξανά, χαϊδεύοντάς τον απαλά πίσω απ το αυτί. Ο Φίλως στην αρχή σάστισε, μετά άρχισε χαμηλό γουργουρητό και ξανάβυθίστηκε στον ύπνο.
Όταν η Αλίκη γύρισε από την κουζίνα με δύο φλυτζάνια καφέ και ένα μπωλ γεμάτο σοκολατάκια, η φίλη της χάιδευε τρισευτυχισμένη την κοιλιά του γάτου, που γουργούριζε τόσο δυνατά λες και δούλευε το μοτεράκι ενός σκούτερ. Η λεπτή γρατσουνιά στο χέρι μαρτυρούσε ότι η γνωριμία ήταν επεισοδιακή, αλλά τίποτα δε χαλούσε το κέφι.
Τι τρυφερό πλάσμα! σχεδόν ξεφώνιζε η Ειρήνη, γαργαλώντας τον Φίλω κάτω απ το πηγούνι. Εκείνος αμέσως κύλησε ανάσκελα, απαιτώντας κι άλλο χάδι. Θέλω κι εγώ μία τέτοια φατσούλα! Η Νιφάδα μου θα έχει παρέα.
Θέλεις να σου δώσω τη διεύθυνση του καταφυγίου; Έχουν μπόλικους χαδιάρηδες, γέλασε η Αλίκη, ακουμπώντας τις κούπες στο τραπεζάκι. Παρακολουθούσε τη σκηνή και σκεφτόταν πόσο παιδικά χαρούμενη φαινόταν η Ειρήνη.
Όχι ακόμη… ξαφνικά συννέφιασε η Ειρήνη και σταμάτησε να τον χαϊδεύει. Ο γατούλης δυσανασχέτησε, μισάνοιξε μάτι και νιαούρισε, λες και ζητούσε: «Ε, μην αφήνεις! Ποιος θα με χαϊδέψει;». Η κοπέλα γέλασε, του ξαναχάιδεψε τα γυαλιστερά του, κι εκείνος χαλάρωσε πάλι. Έχω κανονίσει να παντρευτώ. Κι ανησυχώ μήπως ο Πέτρος δε θέλει κι άλλον γάτο. Και τη Νιφάδα με το ζόρι τη δέχεται.
Δεν αγαπάει τα ζώα; ρώτησε η Αλίκη, ζεσταίνοντας τα χέρια της στην κούπα, απολαμβάνοντας το άρωμα του φρέσκου καφέ.
Τον ταράζουν οι τρίχες, τα παιχνίδια πεταμένα, η άμμος καμιά φορά έξω απ το δοχείο… αναστέναξε η Ειρήνη, συνεχίζοντας να χαϊδεύει τον Φίλο. Μη νομίζεις, καλό παιδί είναι! Απλώς όλα θέλει να είναι στην εντέλεια. Να μη μένει ΣΤΟ παραμικρό ούτε σκονάκι.
Το χαμόγελο της Αλίκης έσβησε σιγά-σιγά. Έτριψε ασυναίσθητα τον καρπό της, σαν να τον πονούσε. Τα μάτια της έγιναν θολά, γεμάτα μακρινές, βαριές αναμνήσεις λες και βρέθηκε νοερά αλλού, πολλά χρόνια πριν.
Αλίκη; ανησύχησε η Ειρήνη. Ακούμπησε προσεκτικά τον γάτο να μη πέσει και γύρισε στη φίλη της όλο έννοια. Έγινε κάτι; Τι συμβαίνει;
Κάτι τέτοιο σε Αλίκη δεν είχε ξαναδεί. Τρία χρόνια φίλης και πάντα η Αλίκη ήταν η ηλιοστάλακτη, η χαμογελαστή, γεμάτη ζεστασιά. Τώρα το πρόσωπό της έμοιαζε ξεθωριασμένο, με βλέμμα γεμάτο βαριά θλίψη.
Είμαι καλά, κατάφερε να χαμογελάσει, με ένα αμυδρό τρεμούλιασμα στη φωνή, προδίδοντας ότι το πάλευε μέσα της. Πλημμύρισε το νου της από κύματα δύσκολων αναμνήσεων για έναν «νοικοκύρη» που απ την τάξη πέρασε στην εμμονή. Το είχε πάρει κάποτε για φυσιολογικό, αλλά γρήγορα έγινε εφιάλτης.
Με βαθειά ανάσα προσπάθησε να σταθεί στα πόδια της. Να σου δώσω μια συμβουλή μόνο, αν δε με παρεξηγείς. Πριν παντρευτείς και κυρίως πριν κάνεις παιδιά ζήσε μαζί του ένα χρόνο. Να δεις πώς είναι να πρέπει κάθε μέρα να περπατάς στις μύτες, να μαντεύεις άλλους κανόνες και να φοβάσαι να κάνεις ένα λάθος.
Θες να μου πεις τι έπαθες; ρώτησε μαλακά η Ειρήνη, μετά φοβήθηκε μήπως ξύνει πληγή. Αν δεν μπορείς να πεις, μην το κάνεις. Δεν πρέπει να ξεγυμνώσεις την ψυχή σου…
Θα σου πω, η Αλίκη προσπάθησε να χαμογελάσει αλλά ήταν πικρό. Κοίταξε κατευθείαν τη φίλη της με αποφασισμένο βλέμμα, σαν να αποφάσιζε να της εμπιστευτεί ό,τι την βάραινε χρόνια. Το πιο σωστό είναι να μαθαίνεις από τα λάθη των άλλων
*****************************
Η Αλίκη ήταν μόλις δεκαεννιά όταν γνώρισε τον Σταύρο. Τις τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον· ήταν εννιά χρόνια μεγαλύτερος, φαινόταν σοβαρός, αυτάρκης και πρόσεχε πολύ. Της έφερνε λουλούδια χωρίς λόγο, ήξερε μέχρι και τι είδους τσάι προτιμούσε πράσινο με δυόσμο και μπορούσε να κάθεται ώρες να ακούει ιστορίες της από τη σχολή, ρωτώντας λεπτομέρειες με προσοχή. Ένιωθε επιτέλους κάποιος να της δίνει σημασία· αφέθηκε και δέχτηκε την πρόταση γάμου μόλις τρεις μήνες αργότερα.
Δεν την απέτρεψε κανείς. Ο πατέρας της είχε φτιάξει άλλο σπιτικό εδώ και χρόνια και σπάνια επικοινωνούσε συνήθως μία φορά στις γιορτές. Όσο για τη μητέρα της, δεν νοιαζόταν· θεωρούσε ότι «ό,τι έκρινε σωστό για παιδί, το έκανε». Τώρα κοίταζε τη ζωή της κι η κόρη της το σεβόταν αυτό.
Ο Σταύρος έμοιαζε υπέροχος τουλάχιστον τους δύο πρώτους μήνες συγκατοίκησης. Στην αρχή είχε υπομονή στα θέματα του σπιτιού, σύντομα όμως οι απαιτήσεις για τάξη και καθαριότητα άρχισαν να πληθαίνουν. Οι καυγάδες ξεκινούσαν πάντα για το ίδιο: ένα ψιχουλάκι αταξίας. Η Αλίκη είχε εξεταστική, ξενυχτούσε στις σημειώσεις της, να προλάβει διαβάσματα και εργασίες. Δε βρήκε χρόνο μια μέρα να ξεσκονίσει ή άφησε μία κούπα άπλυτη στο νεροχύτη
Μία νύχτα που πήγε να πέσει για ύπνο τη σταμάτησε στην πόρτα:
Σε όλα πρέπει να υπάρχει τάξη, της είπε αυστηρά, δείχνοντας το διάδρομο. Βλέπεις τη σκόνη; Σφουγγάρισε τώρα.
Εκείνη, ξεθεωμένη πλέον, προσπάθησε δειλά:
Σταύρο, είναι μίαμιση τα ξημερώματα Σε έξι ώρες έχω εξέταση στα Μαθηματικά ΙΙ. Να τα κάνω ξημερώματα;
Αν δεν σπαταλούσες τη μέρα στο κινητό, θα τα είχες προλάβει όλα, απάντησε κοφτά. Κάν’ το τώρα.
Υποχρεώθηκε να σφουγγαρίσει μισολιπόθυμη, με τρεμάμενα χέρια και βαριά μάτια.
Σιγά σιγά έγινε εφιάλτης. Ο Σταύρος αρρώσταινε αν κάτι δεν ήταν ακριβώς στη θέση του ακόμη κι ένα βιβλίο άφηνε σε λάθος γωνία. Φώναζε για κάποιο γυρισμένο σεντόνι, για μια ζάρα στο κρεβάτι. Μια μέρα, εξετάζοντας τα σιδερωμένα ρούχα, έγινε έξαλλος.
Τι είναι αυτό; της φώναξε, δείχνοντας ένα μικροσκοπικό ίχνος τσακίσματος. Δεν το βλέπεις;
Η Αλίκη τρόμαξε· το ρούχο της φαινόταν καλοσιδερωμένο, αλλά δεν μπορούσε καν να το υπερασπιστεί.
Ξανασιδέρωσέ τα όλα. Όλα, όχι μόνο αυτό!
Χωρίς άλλη κουβέντα, ανοιγοκλείνει την ντουλάπα πετώντας χάμω όλα τα σεντόνια.
Όλα για ξανάπλυση και σιδέρωμα από την αρχή!
Η Αλίκη στεκόταν αμίλητη, βλέποντας τη στοίβα μπερδεμένων ρούχων, νιώθοντας το σώμα να σφίγγεται. Σήκωσε μια κουβέρτα, προσπαθώντας να μαζέψει δυνάμεις, αλλά για πρώτη φορά αναρωτήθηκε μήπως είχε μπερδέψει την πραγματικότητα με το όνειρο.
Μια άλλη φορά, κουρασμένη από μια εργασία, ξέχασε να σιδερώσει το πουκάμισό του. Μπορεί να είχε έτοιμα άλλα πέντε στη σειρά, αλλά όταν το είδε το πρωί αγρίεψε.
Πάλι βαρέθηκες; της πέταξε άγρια, βαράει το φλιτζάνι στο τραπέζι. Να πάω δηλαδή δουλειά με τσαλακωμένο πουκάμισο;
Πήγε να πει πως έμεινε ξύπνια με τα μαθήματα, αλλά πριν καν προλάβει, την τράβηξε από τον καρπό με δύναμη. Ο πόνος την παρέλυσε, και της βγήκε μελάνια που κουκούλωνε πολλές μέρες με μακριά μανίκια. Κανείς δεν ρώτησε, πάντα ήταν γελαστή και ευγενική στο πανεπιστήμιο.
Ποτέ δεν τη χτύπησε στο πρόσωπο ίσως για να μην υπάρχουν αποδείξεις. Τη μάγκωνε πάντα από το χέρι εκεί έμεναν τα σημάδια. Μερικές φορές τράβαγε τα μαλλιά της τόσο που της ερχόταν δάκρυα. Κι όλα αυτά για μιαν ασήμαντη ατέλεια:
Το σπίτι βρομιάζει Τι γυναίκα είσαι; Δεν το σιχαίνεσαι; βρυχήθηκε για μια αχνή κηλίδα στο φρεσκοπλυμένο πάτωμα.
Η Αλίκη δεν καταλάβαινε τι άλλο να διορθώσει. Το σπίτι τους έλαμπε σε σχέση με άλλα! Οι φίλοι τους τη θαύμαζαν για τη νοικοκυροσύνη της. Πού έβλεπε βρωμιά;
Έγινε νευρική, έψαχνε συνεχώς μην έχει ξεφύγει κάτι. Κάθε πρωί έλεγχε τα πάντα, δεν κοιμόταν καλά, πεταγόταν και πέντε φορές να εξετάσει πάγκους. Η κούραση μαζεύτηκε τόσο, που μια μέρα λιποθύμησε στο μάθημα.
Την ξύπνησαν στο νοσοκομείο. Η νοσοκόμα την περιποιήθηκε, ο γιατρός ρωτούσε. Μόνο τότε σκέφτηκε σοβαρά: γιατί να υπομένει; Υπήρχε άραγε αγάπη ακόμα; Ήταν μόνο φόβος και η λαχτάρα να ξεφύγει ν’ αρχίσει αλλού, σε ηρεμία και φροντίδα. Πήρε βαθιά ανάσα, έριξε μια ματιά στον ουρανό, κι ένιωσε ότι μπορούσε να αλλάξει πορεία. «Μπορώ να το αλλάξω!» σκεφτόταν.
Και τότε, ήρθε η αφορμή. Ο Σταύρος πέρασε από το νοσοκομείο. Η Αλίκη αναθάρρησε για λίγο μήπως δείξει έστω μια στάλα φροντίδα; Αλλά μπα, μόλις μπήκε, τα παράπονα άρχισαν.
Τι χάλι είναι αυτό; παρατήρησε με δυσαρέσκεια. Άπλυτα μαλλιά, τυχαία πλεγμένα… Κοίτα και πιτζάμα, έχει λεκέ! Απαράδεκτο!
Η Αλίκη πάγωσε. Ήταν άρρωστη, με τα χέρια να τρέμουν, και μόνο αυτό του ήρθε στο νου. Ένα κόμπο στο λαιμό.
Πώς μπορείς να το λες αυτό τώρα; ρώτησε σιγανά. Είμαι στο νοσοκομείο. Με πονάει το σώμα μου, δε με νοιάζουν τα ρούχα
Εκείνος ετοιμαζόταν για νέο κήρυγμα, αλλά τον διέκοψε αποφασιστικά η καθαρίστρια μια γιαγιά με αυστηρό ύφος, χιονισμένα μαλλιά μαζεμένα σε κότσο και μια καλοσυνάτη αλλά δυνατή ματιά.
Άντε φύγε, του είπε κοφτά, κρατώντας σφιχτά τη σφουγγαρίστρα. Μην πάω με το κοντάρι στο κεφάλι σου να βάλεις μυαλό!
Η Αλίκη γέλασε με σπασμένο, τρεμάμενο γέλιο. Ο Σταύρος, έξαλλος, έφυγε με θόρυβο.
Θα τα πούμε στο σπίτι! της φώναξε φεύγοντας, κλείνοντας την πόρτα απότομα.
Η γιαγιά καθαρίστρια αναστέναξε, τύλιξε καλύτερα το πάπλωμα στην Αλίκη και συνέχισε τρυφερά:
Καλή μου, γιατί το υπομένεις; Λίγοι άντρες υπάρχουν; Όμορφη είσαι, ισορροπημένη, εύκολα θα βρεις καλύτερο. Δε γεννήθηκες για τέτοια.
Εκεί, κάτι άλλαξε μέσα της. Τα λόγια άγγιξαν το είναι της, λες και άνοιξε πόρτα σε μια άλλη ζωή. Γιατί όχι; Είχε το μικρό σπιτάκι της γιαγιάς, μαζεμένο αλλά δικό της. Τα οικονομικά σφιχτά, αλλά μπορούσε και με ιδιαίτερα μαθηματικών να τα βγάζει πέρα. Τουλάχιστον θα είχε ψυχική ηρεμία. Χωρίς φωνές, χωρίς μελανιές, χωρίς φόβο.
Ατένισε τον ήλιο και για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, πίστεψε πως όντως είχε δικαίωμα σε καινούρια αρχή.
Να 'στε καλά, ψιθύρισε και στα μάτια της έλαμψε η ελπίδα. Θα το προσπαθήσω.
Η νοσοκόμα χαμογέλασε τρυφερά, της έσφιξε το χέρι.
Έτσι μπράβο. Θα το θυμάσαι: αξίζεις τα καλύτερα. Ποτέ μη νιώθεις μικρή και ανυπεράσπιστη. Είσαι δυνατή. Αρκεί να το πιστέψεις!
Η Αλίκη χαμογέλασε για πρώτη φορά πραγματικά. Δεν ήταν μόνη.
Εκείνο το βράδυ, βλέποντας τον αθηναϊκό ουρανό ποτισμένο από τα χρώματα του δειλινού, πήρε απόφαση να χωρίσει. Τα ρόδινα σύννεφα και το θρόισμα των δέντρων σαν να της ψιθύριζαν: «Όλα θα πάνε καλά».
****************************
Το διαζύγιο βγήκε γρήγορα. Ο Σταύρος δεν ήρθε καν, μόνο ο δικηγόρος του ένας παγωμένος τύπος με αδιάφορο βλέμμα. Όταν ο δικαστής ανακοίνωσε την απόφαση, η Αλίκη δεν αισθάνθηκε τίποτα παρά μόνο ανακούφιση, βαθιά κι αληθινή, σαν ήσυχο κύμα που της γλύκαινε την ψυχή.
Βγήκε στον δρόμο, μύρισε τη δροσιά της αθηναϊκής άνοιξης κι επιτέλους γέλασε πλατιά, χωρίς βαρύτητα στα χείλη. Γύρω, παιδιά γελούσαν, ο ήλιος έλαμπε, και αισθάνθηκε επιτέλους: «Είμαι ελεύθερη».
Οι επόμενοι μήνες δεν ήταν εύκολοι, αλλά είχαν φως. Μετακόμισε στο παλιό διαμέρισμα της γιαγιάς, μικρό, δικό της, με μπαλκόνι που έβλεπε το πάρκο. Τα πρωινά το φως σχημάτιζε σχέδια στο πάτωμα πίσω από τα δέντρα. Στην αρχή την τρόμαζε η ησυχία, ύστερα της χάρισε ειρήνη. Χαιρόταν πάλι τα απλά: καφές στο μπαλκόνι το χάραμα, το άρωμα πασχαλιάς από την αυλή, τη γαλήνη μέσα της.
Βρήκε δουλειά στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς όχι τόσο για τα χρήματα όσο για να νιώθει ενεργή. Της άρεσε να είναι ανάμεσα σε βιβλία, να τα μυρίζει, να τα τακτοποιεί, να εξυπηρετεί αναγνώστες. Εκεί, ένιωσε χαρούμενη.
Μια μέρα, τακτοποιώντας νέες αφίξεις στη βιτρίνα, χτύπησε κατά λάθος έναν νεαρό καθώς σκύβανε και οι δύο στην κάτω ράφι.
Συγγνώμη! είπε σαστισμένη.
Κανένα πρόβλημα, δικό μου λάθος. Ψάχνω κάτι για ιστορία τέχνης με βοηθάς;
Έκοψε την ανάσα, του χαμογέλασε διστακτικά.
Βεβαίως, του έγνεψε. Περάστε να σας δείξω· έχουμε νέες κυκλοφορίες με υπέροχες εικόνες.
Ήταν ο Νίκος. Ψηλός, με καλοσυνάτα γκριζογάλανα μάτια και αφοπλιστικό χαμόγελο. Στην αρχή ερχόταν για βιβλία, κατόπιν έμενε παραπάνω, μιλούσαν για τέχνη και λογοτεχνία. Μετά από λίγο καιρό, της πρότεινε έναν καφέ μετά τη δουλειά.
Η Αλίκη άργησε να αφεθεί. Οι πληγές της ήταν φρέσκες και ακόμα πηδούσε σε κάθε απότομη κίνηση ή φωνή. Κι όταν ο Νίκος σήκωνε το χέρι να φτιάξει τα μαλλιά, συνήθως μάζευε τους ώμους της από αντανακλαστικό φόβο.
Ο Νίκος όμως ήταν υπομονετικός και τρυφερός. Δεν βιαζόταν, δεν πίεζε, μα έμενε πάντα δίπλα της επέμενε απλά να αγαπά και να υποστηρίζει. Αν θύμωνε, αστειευόταν να τη χαλαρώσει. Όταν η Αλίκη ανησυχούσε, είχε πάντα τρόπο να τη γλυκάνει.
Μια φορά, σε ήσυχο καφέ δίπλα στη δουλειά, μιλώντας για έναν παράξενο πελάτη του βιβλιοπωλείου, ξαφνικά ακούστηκε δυνατά μια πόρτα που έκλεισε. Η Αλίκη τινάχτηκε, έσφιξε τη κούπα, το βλέμμα της άδειασε για μια στιγμή.
Ο Νίκος το κατάλαβε:
Είσαι καλά; ρώτησε απαλά, ακουμπώντας το χέρι της.
Η Αλίκη τον κοίταξε και, πρώτη φορά, ένιωσε ασφαλής να μιλήσει ανοιχτά. Με σπασμένη φωνή, του εκμυστηρεύτηκε όλα τον συνεχή φόβο, τα παράπονα, τα σπασμένα όνειρα.
Εκείνος δεν διέκοψε, δεν προσπάθησε να δώσει λύση. Την άφησε να ανοιχτεί, δείχνοντάς της πως την ακούει. Όταν τελείωσε, της είπε:
Δε θέλω ποτέ να σε πληγώσω. Σου τ υπόσχομαι. Αν θες, βρίσκουμε οικιακή βοηθό. Δεν έχεις να αποδεικνύεις ή να κερδίζεις το σεβασμό μου ήδη τον έχεις. Απλώς να είσαι ο εαυτός σου.
Το χάδι του την άγγιξε βαθιά· δεν υπήρχαν μεγάλα λόγια, μόνο φροντίδα και ειλικρίνεια. Εκεί κατάλαβε πως είχε πλάι της έναν άνθρωπο που πραγματικά την εκτιμά. Ένιωσε φως και ελπίδα για κάτι όμορφο.
*******************************
Έτσι κύλησαν τα πράγματα, έκλεισε την αφήγηση η Αλίκη. Η φωνή τρικλίστηκε στη φράση της, αλλά φώτισε το χαμόγελο. Ήταν τα πιο δύσκολα χρόνια, όμως έμαθα το σημαντικότερο: Ποτέ μην ξεπουλάς εσένα για την εικόνα μιας «καλής» οικογένειας. Ευτυχία είναι να σε αγαπούν γι αυτό που είσαι, με τις αδυναμίες και τις ατέλειες σου.
Ο Φίλως, σαν να καταλάβαινε τη διάθεση, κουλουριάστηκε στα πόδια της, βγάζοντας γουργούρισμα που γέμισε το δωμάτιο. Άπλωσε το χεράκι του κι ακούμπησε το μάγουλό της και η Αλίκη γέλασε κρυφοκλαίγοντας.
Βλέπεις; τον χάιδεψε παιχνιδιάρικα. Ούτε ο Φίλως είναι τέλειος: πότε μου τρώει τις παντόφλες, πότε σκαρφαλώνει στη κουρτίνα. Αλλά τον λατρεύω για αυτό που είναι.
Η Ειρήνη της πρόσφερε μια χαρτοπετσέτα, διακριτικά και γλυκά, στο μέρος που ο αέρας πάγωνε για να προστατευτεί η στιγμή. Το βλέμμα της είχε συγκίνηση, θαυμασμό, αγάπη.
Είσαι βράχος, Αλίκη… Ποιος ξέρει αν στη θέση σου θα άντεχα τόσο… Μα χαίρομαι που τα κατάφερες. Ειλικρινά.
Τώρα είμαι καλά, είπε η Αλίκη, χάνοντας το νου της στη σκοτεινιά έξω απ το παράθυρο, όπου οι πρώτες αθηναϊκές αστέρες άναβαν μία-μία. Κι εύχομαι το ίδιο για σένα. Μην βιαστείς. Δες ποιος είναι πραγματικά ο Πέτρος. Δες πώς φέρεται στις στραβές. Αγάπη είναι φροντίδα, σεβασμός, υποστήριξη, να μπορείς να πεις «πνίγομαι» και να σου κρατήσουν το χέρι.
Η Ειρήνη σκεφτόταν, χαϊδεύοντας αθέλητα το χνούδι του Φίλου, που γουργούριζε σαν να ενέκρινε κάθε λέξη. Ηρεμία απλώθηκε στο δωμάτιο: έτριζαν τα ξύλα στη σομπίτσα, το παλιό ρολόι χτυπούσε ρυθμικά και έξω τα αστέρια λαμπύριζαν.
Σε ευχαριστώ, είπε χαμηλόφωνα η Ειρήνη, κοιτάζοντας την φίλη της στα μάτια. Θα θυμάμαι τα λόγια σου. Θέλω λίγο χρόνο να σκεφτώ, αλλά τώρα βλέπω πιο καθαρά.
Η Αλίκη της χαμογέλασε, ήπιε μια γουλιά χλιαρό πια καφέ, που ξαφνικά της φάνηκε το πιο γλυκό ρόφημα του κόσμου ίσως γιατί το έπινε χωρίς πια φόβο ή αγωνία, αλλά με ησυχία κι ελευθερία. Δίπλα της γουργούριζε ο Φίλως, αντικριστά της είχε μια φίλη πιστή κι έξω απλωνόταν το φως του ουρανού. Είχε φτιάξει τη ζωή της από την αρχή. Το σημαντικότερο, είχε μάθει να αγαπά, πρώτη απ όλους, τον εαυτό της.
Διότι κανείς δεν αξίζει λιγότερο. Και η πραγματική αγάπη ξεκινά εκεί που σέβεσαι πρώτα εσένα.





