Στα παιδικά μου χρόνια, εγώ, ο αδερφός μου και η αδερφή μου ήμασταν σχεδόν συνομήλικοι. Συχνά φορούσα ρούχα που μου έδινε η αδερφή μου, μεταχειρισμένα, κι ένιωθα να περνάω αόρατη πλάι στην προσοχή και τις φροντίδες που εκείνη απολάμβανε. Οι γονείς μας έριχναν τα ευρώ τους για τα μαθήματά της και τις ξένες γλώσσες, ενώ σε μένα έμενα οικιακές δουλειές και η σιωπηρή απαίτηση να φροντίζω μόνη μου τον εαυτό μου. Ακόμα κι όταν η αριστεία μου στα μαθήματα άγγιξε τον ουρανό της Αθήνας, ένα μικρό κύμα αδιαφορίας ήταν η μόνη τους ανταπόκρισηούτε ένα συγχαρητήριο χαμόγελο δεν φάνηκε στα πρόσωπά τους.
Η αυτοεκτίμησή μου, σαν ένα σπασμένο κοχύλι στα βράχια της Εύβοιας, δεν μου άφηνε τόπο να σηκώσω φωνή ή να διεκδικήσω το δίκιο μου. Κι έτσι μπήκα με κόπο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως αντί για περηφάνια, οι γονείς μου σκούπισαν άχρωμα τα λόγια τους προτείνοντάς μου να βρω δουλειά αν δεν κατάφερα να πάρω υποτροφία. Η απογοήτευση πότιζε τα βράδια μου, και κάποια στιγμή οι δρόμοι μας χωρίστηκανπήγα να μείνω σε εστία φοιτητική, όπου σαν όνειρο που δεν ξέρεις αν το είδες στ αλήθεια, γνώρισα τον άντρα που έμελλε να γίνει σύζυγός μου.
Εκείνα τα μπερδεμένα χρόνια, έμεινα έγκυος και, σε μια κίνηση σαν να βγαίνει κανείς στη θάλασσα χωρίς να ξέρει κολύμπι, αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Οι γονείς μου θύμωσαν, σαν να ξύπνησαν παλιές ερινύες. Κάλεσαν κατάρες πάνω μου, απαίτησαν να χάσω το παιδί, μίλησαν με βαριές λέξεις κι απέσυραν τόσο τα χρήματα όσο και την αγκαλιά τους. Κι ενώ όλα αυτά συνέβαιναν, στον παράλληλο κόσμο τους, αγόραζαν ένα πανάκριβο αυτοκίνητο στην αδερφή μου.
Στη μεριά μου, παρά την έλλειψη στήριξης, έφερα στον κόσμο έναν γιο με τα μάτια του Αιγαίου. Η οικογένεια του άντρα μου, με περισσή αγάπη, μας χάρισε ένα διαμέρισμα. Οι δικοί μου με χαιρέτησαν μονάχα από συνήθεια, λόγια περιττά, ενδιαφέρον ελάχιστοοι σκηνές άλλοτε ζεστές τώρα κρύες σαν τον βοριά στην Πειραική.
Κι οι μέρες κυλούσαν σαν τον Ιλισό· ο γιος μου μεγάλωνε κι εγώ απόκτησα και δεύτερο παιδί. Η ζωή άρχισε να ξεκαθαρίζει, κι ήταν όλα πιο φωτεινά γιατί είχα πλάι μου τον σύζυγο και την οικογένειά του, αληθινούς στυλοβάτες. Ώσπου μια μέρα, η μάνα μου, σαν φάντασμα από το παρελθόν, με πήρε τηλέφωνο: ο γάμος της αδερφής πλησίαζε, και μου ζητούσε να πάρω δάνειο, να πληρώσω τα έξοδα του γλεντιού. Της αρνήθηκα, κι εκείνη με ξέγραψε με μια φράση που χτύπησε σαν το χτύπο του ταμπουρά: «Δεν είσαι πια δικό μας παιδί».
Εκείνο το βράδυ, στους δρόμους της Αθήνας, κάτω από τα φώτα που αναβοσβήνουν σαν τα όνειρα, κατάλαβα πως έφτασε η ώρα να σηκωθώ και να θέσω όρια. Χόρτασα πια να στέκομαι σκιά, να μετρώ την αδικία σαν τραγούδι παλιό χωρίς ρεφρέν. Με τον άντρα μου και τα παιδιά μου έχτισα μια αληθινή οικογένειαένα δίκτυ προστασίας και αγάπης, που δεν στηρίζεται στο ίδιο αίμα, μα μόνο στις καθημερινές πράξεις και στο φως που κρατάμε μέσα μας.





