Ήρθα να σε δω, μου έλειψες, αλλά τα παιδιά μοιάζουν σαν ξένοι.

Οι γονείς πάντα ανησυχούν για τα παιδιά τους. Μερικές φορές, όμως, οι γονείς απογοητεύονται από τα ενήλικα τέκνα τους. Αυτές είναι οι ενήλικες κόρες της ιστορίας μας σήμερα.

Η ιστορία της μητέρας.

Η Μπαρμπαρα μεγάλωσε τρία παιδιά. Όλα έχουν μεγαλώσει πια και ζουν τη δική τους, ανεξάρτητη ζωή. Ο μεγάλος της γιος έχει οικογένεια και δουλειά στο εξωτερικό. Στέλνει φωτογραφίες και κάρτες για τις γιορτές από μακριά. Η Μπαρμπαρα τα κρατάει όλα αυτά σαν θησαυρούς και τα βλέπει ξανά πού και πού.

«Μας λείπεις πολύ, γιε μου. Δεν γίνεται να έρθεις κάποια στιγμή να μας δεις; Έστω να γνωρίσουμε τα εγγόνια και τη νύφη μας», του γράφει συχνά.

Η μεσαία της κόρη έχει παντρευτεί στρατιωτικό. Συχνά μετακομίζουν όπου τους στείλει η υπηρεσία. Έχουν μια μικρή κόρη. Καμιά φορά περνάνε για μια επίσκεψη. Ο σύζυγος της Μπαρμπαρας σέβεται το γαμπρό: «Η κόρη μας βρήκε καλό παιδί.»

Η μικρή της κόρη δεν έχει οικογενειακή ζωή. Η Άννα παντρεύτηκε κάποτε και απέκτησε ένα γιο, αλλά ο άντρας της έφυγε. Ακολούθησε όμως τη συμβουλή της μαμάς να μετακομίσει στην πόλη, ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή. Εκεί βρήκε δουλειά ως ράφτρα σε εργοστάσιο και πήρε μαζί της και το γιο.

Η Μπαρμπαρα αποφασίζει να επισκεφτεί τη μικρή της κόρη.

«Θα τα καταφέρεις μια εβδομάδα χωρίς εμένα;» ρώτησε τον άντρα της, τον Δημήτρη. «Θέλω να πάω να δω την Άννα, να μάθω τα νέα της.»

Ο Δημήτρης την οδήγησε μέχρι το λεωφορείο. Της είπε, εντάξει, δεν θα είναι εύκολο με τα ψώνια και το σπίτι, αλλά θέλει να κάνει το χατίρι στη μικρή τους. Η Μπαρμπαρα ταξίδεψε ώρες ολόκληρες μέσα σε ένα λεωφορείο που καλύτερα να μην το σχολιάσουμε. Ήταν χαρούμενη που θα έβλεπε την κόρη της. Είχαν τρία χρόνια να συναντηθούν.

«Μαμά, γιατί δεν με πήρες τηλέφωνο να μου πεις ότι έρχεσαι; Εγώ είμαι στη δουλειά τώρα. Μόνο το βράδυ μπορώ να έρθω να σε πάρω από το ΚΤΕΛ.»

«Ήθελα να σου κάνω έκπληξη!» απαντάει η Μπαρμπαρα. «Να έρθω μόνη μου, λες;» «Ναι, δεν πειράζει», της λέει η Άννα. Έτσι, η μαμά αποφασίζει να πάει μόνη της.

Στην πόρτα στέκεται ο εγγονός της. Ψηλός, γεροδεμένος, κι αν τον έβλεπε ο παππούς του θα έλεγε «Καρμπόν μικρός εγώ!»

«Καλησπέρα, παλικάρι μου!» τον αγκαλιάζει η γιαγιά του. «Έλεος!» γκρινιάζει εκείνος. «Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα;» τη ρωτάει η κουρασμένη γυναίκα. «Έπρεπε να καθαρίσω, να στρώσω τραπέζι για να σε υποδεχτώ. Έφυγα νωρίτερα από τη δουλειά, άρχισα να μαγειρεύω γιουβέτσι και να τηγανίζω μπιφτέκια.»

Την ώρα εκείνη χτυπάει το τηλέφωνο και η Μπαρμπαρα καθησυχάζει τον Δημήτρη, που βαριέται και του λείπει, πως όλα καλά, ήρθε μια χαρά, κάποιος τη βοήθησε και τώρα κάθονται στο τραπέζι της Άννας.

Στο τραπέζι, σερβίροντας το γιουβέτσι, η Άννα ρωτάει τη μαμά της: «Θα φας ένα ή δύο μπιφτέκια;» Η Μπαρμπαρα ήταν τόσο κουρασμένη και πεινασμένη, που θα μπορούσε να φάει τέσσερα, αλλά κρατήθηκε και είπε: «Βάλε όσα θες, θα δούμε στην πορεία…»

Τελικά, στο τραπέζι εμφανίζεται ένα πιάτο με πέντε μπιφτέκια. Τέτοιο… γλέντι εγκαινίων για να υποδεχτείς τη μαμά σου. Η γυναίκα σκέφτηκε πως μάλλον έχουν οικονομικά προβλήματα και πήρε απόφαση να βοηθήσει. Στη διάρκεια του δείπνου, η κόρη ρώτησε κατευθείαν πότε θα φεύγει η μαμά. Η Μπαρμπαρα τσαντίστηκε και της είπε: «Αν σε ενοχλώ, αύριο κιόλας φεύγω!».

Η Μπαρμπαρα έμεινε όλη μέρα μόνη στο σπίτι, και το βράδυ καθόταν ο καθένας στο δωμάτιό του. Έπειτα ο εγγονός πήγε στους φίλους του κι η Άννα βγήκε με τη δική της παρέα. Η γιαγιά αναγκάστηκε να περάσει το χρόνο της μόνη.

Σιγά σιγά άρχισε να βαριέται, κατάλαβε πως δεν την έχουν και πολλή ανάγκη εδώ, κι ετοίμασε τα πράγματά της. Τότε άκουσε τον εγγονό να ρωτάει τη μαμά του: «Μαμά, πότε έρχεται ο θείος; Είχαμε κανονίσει να πάμε στο ματσάκι.»

«Όταν φύγει η γιαγιά…» απάντησε η Άννα.

Η γυναίκα πήρε τα μπογαλάκια της και έφυγε αθόρυβα, ούτε αντίο δεν είπε. Ο Δημήτρης, που της είχε λείψει όσο τίποτε άλλο, την περίμενε στην είσοδο με ένα χαμόγελο ως τ αυτιά. Όσο κι αν αγαπήσανε τα παιδιά και τους στάθηκαν όσο μπορούσαν, τελικά φάνηκε πως τώρα τα παιδιά τους δεν τους χρειάζονται καθόλου πια.

Oceń artykuł
Ήρθα να σε δω, μου έλειψες, αλλά τα παιδιά μοιάζουν σαν ξένοι.