Το βράδυ εκείνο, που ποτέ δεν θα ξεχάσω, όλα ξεκίνησαν όταν επέστρεψα σπίτι νωρίτερα απ ό,τι συνήθως. Ο Ανδρέας, ο άντρας μου, μπήκε ξαφνικά στο διαμέρισμα χωρίς να με ειδοποιήσει, κάτι που δεν έκανε ποτέ πάντα με έπαιρνε τηλέφωνο για να του ανοίξω. Μα εκείνη τη φορά, άνοιξε μόνος του.
Πίσω του στάθηκε εκείνη. Τη Μαρία τη γνώριζα από φωτογραφίες στα social που ο Ανδρέας ξέχναγε να κλείσει στο λάπτοπ του. Ήταν μικρότερή μου, με κατάξανθα μαλλιά και ένα βλέμμα τόσο ανήσυχο, που σχεδόν με έκανε να λυπηθώ. Φορούσε ένα ελαφρύ φουστάνι ακατάλληλο για τη βραδινή δροσιά και κρατούσε σφιχτά τη τσάντα της, λες και της πρόσφερε προστασία.
Ελένη, είπε ο Ανδρέας, με εκείνο το διστακτικό ύφος ανθρώπου που έχει προβάρει το λόγο του πολλές φορές, αλλά δεν βρίσκει τις σωστές λέξεις. Πρέπει να μιλήσουμε.
Δεν απάντησα. Έκανα στην άκρη και τους άφησα να περάσουν στο σαλόνι. Νομίζω η ηρεμία μου τους μπέρδεψε. Ο Ανδρέας περίμενε φωνές, κλάμα, σπασμένη πορσελάνη. Ίσως και η Μαρία το ίδιο. Μπήκαν στο σαλόνι και εκείνος έκατσε άνετα στον καναπέ, ανοίγοντας τα χέρια του στη ράχη. Η Μαρία στάθηκε όρθια, δεν τόλμησε να καθίσει χωρίς να προσκληθεί.
Εμείς θα μείνουμε εδώ, ξέσπασε ο Ανδρέας, σπάζοντας τη σιωπή.
Έριξα μια βόλτα το βλέμμα στον χώρο. Το κάθε αντικείμενο οι κουρτίνες που διάλεξα μόνη, ο πίνακας πάνω από τον καναπέ, το χαλάκι που συνέχεια σκουντουφλούσε ο Ανδρέας ήταν κομμάτια του δικού μου κόσμου.
Εντάξει, απάντησα ήσυχα, η φωνή μου σταθερή.
Εκείνος ανοιγόκλεισε τα μάτια του άναυδος.
Τι εντάξει; Κατάλαβες τι είπα; Η Μαρία θα μείνει μαζί μας.
Το κατάλαβα, επανέλαβα. Θέλει δωμάτιο; Το ξενώνα τον έχω με πράγματα απ το έργο μου, αλλά μπορώ να τον αδειάσω αύριο.
Η Μαρία τινάχτηκε, κοίταξε τον Ανδρέα. Περίμενε καυγά και πήρε συνθηκολόγηση.
Ο Ανδρέας φωτίστηκε το δικό μου εντάξει το θεώρησε αδυναμία, μια αποδοχή της πανωλεθρίας μου. Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
Όχι, δεν κατάλαβες, είπε προχωρώντας προς εμένα. Η Μαρία θα μείνει μαζί μου, στην κρεβατοκάμαρά μας.
Το είπε έντονα, περιμένοντας να λυγίσω.
Αλλά εγώ τον κοίταζα ατάραχη. Και εκεί βλέπω για πρώτη φορά στο βλέμμα του ότι κάτι δεν πάει καλά. Έστω για λίγο.
Έφερα την ερωμένη μου να μείνει μαζί μας, εσύ μπορείς να μείνεις στην κουζίνα, δήλωσε.
Βέβαια, δεν ήξερε ότι είχα ήδη καλέσει τον άντρα της Μαρίας στη διεύθυνσή μας
Σιώπησα. Απλώς σκέφτηκα μέσα μου: «Πέντε λεπτά ακόμα» αυτό μόνο. Πέντε λεπτά υπομονή.
Ο Ανδρέας ερμήνευσε το σιωπηλό μου ως συνθηκολόγηση. Πίστεψε ότι κέρδισε. Γύρισε στη Μαρία με νικηφόρο ύφος.
Βλέπεις; Όλα απλά.
Τότε ακούστηκε το κουδούνι. Απότομο, δυνατό, έκοψε τη σιγή στα δύο.
Ο Ανδρέας κοίταξε καχύποπτα.
Περιμένεις κανέναν;
Χαμογέλασα αχνά.
Ναι. Και ήρθε κιόλας.
Το κουδούνι επέμεινε. Ο Ανδρέας μου έριξε άγριο βλέμμα.
Ποιος είναι; ξαναρώτησε.
Θα ανοίξω. Τον προσπέρασα. Νομίζω ήρθαν οι επισκέπτες μας.
Άνοιξα την πόρτα. Στo κατώφλι στάθηκε ένας άνδρας. Ψηλός, γεροδεμένος, με ακριβό, σκούρο παλτό. Πρόσωπο σκληρό, βλέμμα γκρίζο κι ατσαλένιο.
Ελένη, έγνεψε. Η φωνή βαθιά, βραχνή.
Νίκο, είπα ήρεμα. Περάστε. Σας περιμέναμε.
Μόλις μπήκε, η Μαρία έβγαλε έναν πνιχτό ήχο σχεδόν λυγμό. Έγινε κάτασπρη και κούρνιασε στη γωνία.
Ο Ανδρέας πάγωσε. Η σιγουριά του εξαφανίστηκε.
Νίκο; Τι θέλεις εδώ;
Ο Νίκος δεν του απάντησε. Έβγαλε σιγά το παλτό.
Μαρία, ρώτησε σιγανά, αλλά με παγωμένη φωνή. Έχασες κάτι;
Η Μαρία έγνεψε αρνητικά, τρέμοντας.
Μετά ο Νίκος κοίταξε τον Ανδρέα.
Εσύ, Ανδρέα; Βρήκες εσύ κάτι δικό μου;
Δεν καταλαβαίνω προσπάθησε να πει ο Ανδρέας, αλλά η φωνή του έτρεμε.
Δεν καταλαβαίνεις; Ένα βήμα μπροστά ο Νίκος. Μου χρωστάς πολλά ευρώ. Η προθεσμία έληξε χθες. Κι εσύ έφερες τη γυναίκα μου σπίτι σου;
Ο Ανδρέας γυρνούσε το βλέμμα απεγνωσμένα.
Περίμενες να κάνω σκηνή; ο Νίκος σήκωσε το φρύδι του. Δε με νοιάζει εκείνη. Αυτά είναι λεπτομέρειες. Τα λεφτά μετράνε.
Με κοίταξε κατανόητα.
Συγγνώμη για το θέατρο, Ελένη. Ο άντρας σου είναι ανεύθυνος.
Το ξέρω είπα ήρεμα. Για αυτό σας πήρα. Σκέφτηκα να σας δείξω που κρύβει το «περιουσιακό σας στοιχείο».
Κοίταξα επίτηδες τη Μαρία. Τινάχτηκε.
Ο Ανδρέας με κοίταζε εξαγριωμένος.
Εσύ τον κάλεσες;
Τι ήθελες να κάνω; χαμογέλασα. Έφερες άλλη σπίτι μου κι εμένα στην κουζίνα; Πήρα απλώς μια απόφαση που εσύ δεν τολμούσες και βοήθησα τον συνεργάτη σου.
Το σκηνικό άλλαξε. Ο Ανδρέας, που ως πριν αισθανόταν κυρίαρχος, τώρα φαινόταν γελοίος. Η Μαρία μούγκριζε ήσυχα. Ο Νίκος κυριαρχούσε. Εγώ απλά κράτησα τη σκακιέρα.
Άκου, Ανδρέα, ο Νίκος πια στεγνός, δουλικός. Έχεις δύο επιλογές. Ή μου επιστρέφεις όλο το ποσό τώρα, ή δε θα σου αρέσει το άλλο που θα συμβεί. Ούτε σε εκείνη.
Ο Ανδρέας κατάπιε.
Δεν τα έχω τα επένδυσα
Ο Νίκος χαμογέλασε πικρά.
Σε τι τα βαλες; Νέο αμάξι για την ερωμένη; Στο βραχιόλι της; Πίστευες πως δεν το κατάλαβα;
Η Μαρία έκρυψε το χέρι πίσω.
Δεν είναι έτσι! φώναξε ο Ανδρέας. Θα τα μαζέψω! Θέλω λίγο χρόνο!
Είχες χρόνο του έκοψε ο Νίκος. Πήρε τον φάκελο από το τραπέζι που είχα φροντίσει να περιμένει.
Η γυναίκα σου ήταν πιο έξυπνη. Κράτησε κάθε έντυπο μας. Και φωτοτυπίες.
Ο Ανδρέας γύρισε προς εμένα, εξοργισμένος.
Έψαχνες στα πράγματά μου;
Όλα στο γραφείο μου τα άφησες. Τα μάζεψα. Έμαθα πολλά. Π.χ. το διαμέρισμα αυτό αγοράστηκε με τα λεφτά της κληρονομιάς μου. Εσύ είσαι απλά «άντρας».
Το βλέμμα του σκούρυνε.
Ο Νίκος έκλεισε το φάκελο.
Δεν θέλω αστυνομία. Μεταβίβαζε σε μένα το μερίδιό σου στην εταιρεία. Όλο. Για τα μισά καλύψεις. Τα υπόλοιπα θα τα δουλέψεις.
Με τίποτα! ούρλιαξε ο Ανδρέας, έκανε να ορμήσει.
Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Το βλέμμα του ήταν αρκετό για φρένο.
Θα το κάνεις είπε ψιθυριστά. Τώρα φύγετε. Οι δυο σας.
Γύρισε στη Μαρία:
Πάμε. Δεν τελειώσαμε ακόμα.
Η Μαρία κρεμάστηκε από το χέρι μου, κλαίγοντας:
Ελένη, σε παρακαλώ! Βοήθησέ με! Είναι φοβερός!
Την κοίταξα χωρίς συναίσθημα. Μόνο κενό.
Τον δρόμο τον διάλεξες, Μαρία. Ανέβηκες στο αμάξι άλλου, μπήκες σπίτι άλλου. Τώρα να ζήσεις με αυτό.
Άνοιξα την πόρτα.
Φύγετε. Όλοι.
Ο Νίκος την πήρε και βγήκαν. Η Μαρία σιωπηλή, σκυφτή.
Ο Ανδρέας έμεινε σκοτεινός, μπερδεμένος.
Ελένη εγώ
Πήγαινε, Ανδρέα. Χωρίς οργή πια, μόνο κούραση.
Τα πράγματά σου θα τα μαζέψω εγώ αύριο. Ή καλύτερα τα στέλνω με μεταφορική. Άφησε τα κλειδιά στη συρταριέρα.
Με κοίταξε, σαν να κατάλαβε μόλις αυτό που έχασε. Αλλά τώρα ήταν αργά. Άφησε τα κλειδιά και έφυγε.
Μάνταλωσα κι εγώ την πόρτα, τρεις φορές.
Περπάτησα στο σαλόνι. Ο αέρας είχε ακόμα κάτι από την παρουσία τους.
Άνοιξα το παράθυρο. Ο δροσερός αέρας έδιωξε τα υπολείμματα από τα συναισθήματα τους.
Τράβηξα βαθιά ανάσα. Για πρώτη φορά από χρόνια, ένιωσα ελεύθερος. Το σπίτι μου, και πάλι δικό μου.
Δέκα χρόνια. Ούτε αιωνιότητα, ούτε στιγμή. Απλώς ένα κομμάτι της ζωής μου.
Το πρωί το σπίτι μου μυρίζει φρέσκο καφέ και φως. Το βράδυ μυρίζει λαδομπογιές και ξύλο το ατελιέ μου, που κάποτε ήταν ξενώνας.
Δεν τραβάω ποτέ τις κουρτίνες. Μ αρέσει να βλέπω τις εποχές να αλλάζουν, τα παιδιά στη γειτονιά να παίζουν, το φύλλωμα να στριφογυρίζει.
Αυτός είναι ο δικός μου «ημερολόγιο». Μου θυμίζει: η ζωή συνεχίζεται.
Τα τελευταία χρόνια, μόνιμα στη ζωή μου μπήκε ο Πέτρος αρχιτέκτονας. Πέρασε από τη γκαλερί μου ένα βροχερό μεσημέρι και έμεινε κοντά μου.
Δεν προσπάθησε ποτέ να με αλλάξει. Απλώς με είδε στ αλήθεια. Καθόταν στην πολυθρόνα του, διάβαζε, σηκώνει πού και πού το βλέμμα και μου χαμογελά.
Δίπλα μας και ο Μπίλυ ένα στρουμπουλό τεριέ με σπειρωτά μαλλιά, που μαζέψαμε από το καταφύγιο. Κοιμάται στα πόδια μου, ροχαλίζει, φτιάχνοντας τη μουσική της καθημερινότητας.
Η χαρά του στα απλά πράγματα είναι και το δικό μου μάθημα για τη ζωή.
Για το παρελθόν δεν σκέφτομαι. Δεν έχει σημασία πια. Όπως ένα παλιό εισιτήριο κινηματογράφου.
Οι ουλές μου επουλώθηκαν. Αν τις παρατηρήσει κανείς, φαίνονται. Δεν τις κρύβω. Είναι κομμάτι της διαδρομής μου.
Εκείνο το βράδυ μου έμεινε ένα μάθημα: Η δύναμη δεν βρίσκεται στη σύγκρουση, αλλά στο να ζούμε με αξιοπρέπεια και να βρούμε γαλήνη με τον εαυτό μας όχι στις προσδοκίες των άλλων.
Σήμερα το πρωί με ξύπνησε ο Μπίλυ, τρίβοντας το μουσούδι του στο πρόσωπό μου. Η κουζίνα μύριζε τυρόπιτα που έφτιαχνε ο Πέτρος.
Χαμογέλασα. Επιτέλους είμαι σπίτι μου. Και αυτή, ναι είναι η μεγαλύτερη νίκη μου.





