Ένα Παράξενο Συμβάν την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Ξέρεις, δεν της έκανε καρδιά να πάει σπίτι η Ελένη. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, η δουλειά τελείωσε νωρίς όλες οι συναδέλφισσές της έτρεχαν ήδη στους άντρες, στα παιδιά και στη ρωσική σαλάτα τους. Χαρούμενες, φωτισμένες, γεμάτες ενθουσιασμό, πιάνοντας σακούλες με μανταρίνια και μπουκάλι μοσχοφίλερο το κλασικό δώρο του Κώστα Παπαδόπουλου, του αφεντικού.

Κανείς όμως δεν περίμενε την Ελένη στο σπίτι. Και τη σαλάτα, αν την έφτιαχνε, δεν είχε άνθρωπο να τη φάει μαζί της. Κοίταξε τη σακούλα με τα μανταρίνια πάνω στο γραφείο της κι αναστέναξε.

«Σπίτι δεν λέει σήμερα», σκέφτηκε. Για να ξεχαστεί χωμένη στη μοναξιά, άρχισε να ασχολείται με τον απολογισμό.

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και τσουπ! Σκάνε μύτη ο Κώστας Παπαδόπουλος με τον σκούφο του και το παλτό ξεκούμπωτο, λαχανιασμένος ο μόνος άντρας στην ομάδα και προφανώς το αφεντικό.

Εσύ ακόμα εδώ; Ξέχασα δώρο στη γυναίκα μου, φαντάσου! της είπε στο πεταχτό και χώθηκε στο γραφείο του.

Πέντε λεπτά μετά, ξαναβγαίνει.

Γιατί είσαι μόνη σου; Γιατί δεν πας σπίτι;

Και σπίτι μόνη είμαι, κύριε Κώστα

Κόκαλο ο Κώστας, ήθελε ναρχίσει να φεύγει αλλά κοντοστάθηκε, πήγε στο γραφείο της Ελένης και κάθισε δίπλα της. Την κοιτούσε με εκείνο το σοβαρό ύφος για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Έλα, Ελένη. Άσε τα μούτρα. Πρωτοχρονιά είναι! Μην είσαι έτσι. Πρέπει να είσαι χαρούμενη, να γελάς έτσι θα μείνεις μόνη για πολύ ακόμα. Όλες οι γυναίκες πρέπει να χαμογελάνε! Πάμε, άστα αυτά, και της τράβηξε τα χαρτιά από τα χέρια, τα μάζεψε κομψά. Όλους τους άφησα να φύγουν, και να τι σκέφτηκες εσύ!

Μην αγχώνεστε, κύριε Κώστα. Θα φύγω τώρα Εσείς να πάτε στη γυναίκα σας, μια χαρά τα μαζεύω όλα και κλείνω το γραφείο.

Σίγουρη;

Ναι, φυσικά!

Ε, τότε καλό βράδυ, καλή χρονιά!

Ξαναναστέναξε η Ελένη. Δεν είχε και πολύ νόημα να κάθεται εκεί. Επρεπε να φύγει.

«Να παραγγείλω καμιά πίτσα;» σκέφτηκε. Υπήρχαν άραγε ανοιχτές πιτσαρίες τέτοια ώρα;

Στο πρώτο τηλέφωνο δεν απάντησε κανείς. Στο δεύτερο, μια κοπέλα της είπε όλο γλύκα πως κλείνουν στις έξι και της ευχήθηκε χρόνια πολλά. Η Ελένη κοίταξε το ρολόι έξι και πέντε. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια. Κι όμως, της δέχτηκαν την παραγγελία! Μάζεψε τα πράγματά της, φόρεσε το παλτό της, πήρε και σακούλα με τα μανταρίνια και το κρασί και βγήκε.

Μόλις βγήκε, της έκοψε την ανάσα ήταν υπέροχα έξω. Ο χειμερινός αέρας της δρόσισε τα μάγουλα, το χιόνι έκανε αυτό το ωραίο τρίξιμο κάτω από τα παπούτσια της. Τα φώτα στους δρόμους έλαμπαν, παντού λαμπάκια, πολύχρωμα και χαρούμενα. Ο κόσμος έτρεχε στα σπίτια φορτωμένος ψώνια και κουτιά. Καταστήματα ακόμη ανοιχτά, κόσμος για τελευταία ψώνια. Έπιασε να τη συνεπαίρνει αυτή η εορταστική φασαρία.

«Τι κάνω;» είπε από μέσα της αποφασιστικά κι έκανε ντου στα καλύβια του σούπερ μάρκετ.

Έφτασε σπίτι κι άρχισε να βγάζει τα ψώνια της στην κουζίνα.

«Ελπίζω να φτάσει η πατάτα να βράσει εγκαίρως»

Άνοιξε την τηλεόραση, πέρασε στο παράθυρο την καινούργια γιρλάντα που είχε αγοράσει, έβαλε το φις στην πρίζα και γέμισε πολύχρωμα φωτάκια το δωμάτιο. Σήκωσε τα χέρια σε ένα χορευτικό γελάκι και πήγε να ετοιμάσει το πρωτοχρονιάτικο δείπνο.

«Έτσι! Για μένα!»

Όση ώρα η πατάτα κρύωνε στο μπαλκόνι για τη σαλάτα, στο τραπέζι μπήκαν μπουκιές με ταραμοσαλάτα και σολομό, αλλαντικά κομμένα σε λεπτές φέτες απλωμένα σε πιατέλα πάνω σε φύλλα μαρουλιού, μικρά κυβάκια φέτας, ένας ανανάς, και φυσικά η μισή σακούλα με τα μανταρίνια του Κώστα.

Μισή ώρα μετά, η σαλάτα ήταν έτοιμη, και στην κατσαρόλα ψήνονταν κοπανάκια κοτόπουλο. Η Ελένη έσυρε κοντά στο καναπέ το τραπεζάκι, έστρωσε όμορφη δαντελένια πετσέτα και άρχισε να κουβαλάει πιάτα. Έβαλε ποτήρι για κρασί και ένα άλλο για χυμό, μαχαίρι-πιρούνι λες και περίμενε παρέα. Έκανε μερικά βήματα πίσω, τα κοίταξε όλα με βλέμμα σαν να τα φτιάχνει για φιλοξενούμενους.

Στις έντεκα και μισή πήγε να ανοίξει το μοσχοφίλερο, όταν άκουσε το κουδούνι του θυροτηλεφώνου.

Για την πίτσα είμαι! ακούστηκε μια χαρούμενη αντρική φωνή.

«Αχ, το είχα ξεχάσει τελείως!»

Βεβαίως, ανεβείτε! του είπε πατώντας το κουμπί.

Περάστε μέσα. Πόσα σας χρωστάω; ρώτησε η Ελένη τον ευγενικό νεαρό με το κουτί στο χέρι.

Τίποτα απολύτως! Είναι κερασμένο.

Είχε ένα τόσο συμπαθητικό και αυθεντικό χαμόγελο.

Δεν γίνεται Μετά θα σας τα κρατήσουν από τον μισθό σας!

Καθόλου. Σας το υπόσχομαι. Μια συγγνώμη για την αργοπορία. Πάρτε την πίτσα σας με την ευχή μου!

Η Ελένη συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακόμη το μπουκάλι με το κρασί που δεν είχε προλάβει να ανοίξει.

Κρατήστε λίγο το κρασί, του πρότεινε, δίνοντάς του το μπουκάλι και παίρνοντας την πίτσα. Να το ακουμπήσω στην κουζίνα και έρχομαι.

Δεν φαίνεστε για κούριερ, να πω την αλήθεια, πέταξε η Ελένη όταν γύρισε στο διάδρομο.

Και δεν είμαι, της χαμογέλασε ο άντρας, είμαι ο ιδιοκτήτης της πιτσαρίας. Άφησα τους υπάλληλους να φύγουν νωρίς είναι Πρωτοχρονιά, έχουν οικογένειες. Είδα τον παραγγελία σας που έμεινε αμανάτι στη βάση κι είπα να τη φέρω εγώ. Κανείς δεν με περιμένει σπίτι, σε αντίθεση με την πίτσα, που περίμενε εσάς. Καθυστέρησα λίγο στο δρόμο.

Δέκα λεπτά μένουν! φώναξε η Ελένη. Ανοίξτε το κρασί! Μην το κρατάτε, να προλάβουμε για το φευγιό του παλιού χρόνου.

Με μεγάλη χαρά! Ποτήρια βρίσκονται ε;

Μέχρι να φέρει ποτήρια η Ελένη, άστραψε το μπαμ του φελλού.

Για τον παλιό χρόνο!

Για τον παλιό χρόνο!

Τσούγκρισαν ελαφρά και ήπιαν αφρώδες γουλιά κατακούτελα.

Οχ, τι κάναμε;

Γιατί;

Ε, ήπιες κρασί! Μα είσαι με το αυτοκίνητο!

Α, σωστά! και ξαναχαμογέλασε ο άντρας.

Τώρα πώς θα φύγεις;

Μάλλον δεν θα φύγω!

Και ταξί ούτε για αστείο τέτοια νύχτα

Ούτε για αστείο.

Ξέρεις κάτι; Βγάλε τα παπούτσια γρήγορα και μπες μέσα, θα μας βρει το καινούριο έτος στο χωλ!

Ε, έχεις πολύ ζεστό σπίτι!

Άντε, βία για το κρασί, ο πρωθυπουργός τελείωσε το διάγγελμά του!

Καλή χρονιά εεε

Ελένη, του λέει.

Καλή χρονιά, Ελένη! Εγώ είμαι ο Πέτρος.

Καλή χρονιά, Πέτρο! Δοκίμασε λίγο σαλάτα, την έφτιαξα μόνη μου. Έχω μόνο ένα σερβίτσιο φέρω και δεύτερο, αλλά τρώγε απτη σαλατιέρα!

Η Ελένη μιλούσε συνέχεια, κόντεψε να ξεχάσει τελείως τη μοναξιά της ένιωθε απίθανα ανάλαφρα με τον Πέτρο, σαν να γνώριζαν χρόνια.

Μμμ, απτη σαλατιέρα είναι ακόμα καλύτερο. Έχεις λίγο μαύρο ψωμί; Πεινάω τρελά!

Εννοείται!

Γυρνώντας με το ψωμί, τον βρήκε με δύο μπουτάκια κοτόπουλο στα χέρια.

Συγγνώμη αλλά δεν κρατήθηκα της λέει με το στόμα μπουκωμένο έχεις χέρι!

Χαίρομαι πολύ, Πέτρο. Κρίμα θα ήταν να χαθεί όλο αυτό. Να, κοίτα τι ετοίμασα τίποτα δεν θα έτρωγα μόνη μου.

Μόνη σου; Εγώ στη βοηθάω!

Τότε βοήθα να μη μείνει τίποτα!

Η Ελένη συνειδητοποίησε ότι είχε πεινάσει κι εκείνη.

Έτρωγαν σαλάτα από τη σαλατιέρα, πίνανε κρασί, βλέπανε πρωτοχρονιάτικο σόου, λέγανε χαζοκουβέντες και γελούσαν.

Ε, το ήπιαμε και το κρασί!

Στο αυτοκίνητο έχω κι άλλο! Να το φέρω;

Όχι μόνος σου, μαζί σου θα ρθω εγώ!

Τι ωραίος αέρας, είπε η Ελένη, ανοίγοντας χέρια σα να αγκαλιάζει τη νύχτα.

Στεκόντουσαν κοντά στο αυτοκίνητο του Πέτρου και ο ουρανός φώτιζε από πυροτεχνήματα.

Ελένη, θες να με παντρευτείς; Όχι τώρα σε ένα χρόνο! Πρώτα πρέπει να μάθεις τι κουμάσι είμαι.

Λες να σοβαρολογείς;

Μην περιμένεις κι εσύ!

Ε, τότε θα το σκεφτώ!

Μέχρι τότε συνεχίζουμε το γλέντι;

Η Ελένη έκανε νόημα με το κεφάλι, ο Πέτρος τράβηξε το σακουλάκι απτο αυτοκίνητο, κι έτσι ξεκίνησαν όμορφα τη νέα χρονιά για δύο.

Oceń artykuł
Ένα Παράξενο Συμβάν την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς