Τον Ανδρέα τον ξέρω από τότε που ήμασταν παιδιά. Μένουμε στην ίδια πολυκατοικία και φυσικά, κάναμε αρκετή παρέα. Όταν μεγαλώσαμε και γίναμε έφηβοι, μαζευόμασταν όλοι μαζί και πηγαίναμε για βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Τριγυρνούσαμε στους δρόμους ή απλώς καθόμασταν σε κάποιο παγκάκι κουβεντιάζοντας. Τα κορίτσια δεν τα παίρναμε πολύ στα σοβαρά τότε· πιο πολύ μας ένοιαζε πώς θα φαινόμαστε στα μάτια των φίλων μας, δεν θέλαμε σε καμία περίπτωση να χάσουμε την υπόληψη μας.
Μετά κατατάχθηκα στο στρατό, ενώ ο Ανδρέας, όπως πάντα, κατάφερε να το αποφύγει. Όταν τελείωσα, βρήκα δουλειά, αργότερα παντρεύτηκα. Με τη γυναίκα μου μείναμε μαζί δέκα χρόνια και κάναμε δυο παιδιά. Κάποια στιγμή όμως καταλάβαμε ότι είχαμε γίνει πλέον ξένοι μεταξύ μας. Οι τσακωμοί άρχισαν να πληθαίνουν και συνειδητοποιήσαμε πως δεν έπρεπε να μείνουμε άλλο μαζί. Πολύ γρήγορα, χωρίσαμε.
Δυο χρόνια μετά, όντας πια ελεύθερος, συνάντησα τυχαία τον Ανδρέα. Είχε αλλάξει πολύ μέσα σε αυτά τα δώδεκα χρόνιαείχε πάρει αρκετά κιλά.
Καθίσαμε σε ένα καφέ και τα είπαμε. Έμαθα ότι κι αυτός ήταν διαζευγμένος και έψαχνε να βρει κάποια νέα σύντροφο. Πέρασε ένας ακόμη χρόνος. Γνώρισα μια γυναίκα, δεθήκαμε, και παντρευτήκαμε. Λίγο αργότερα, συνάντησα πάλι τον Ανδρέα εξίσου τυχαία, και έμαθα πως κι εκείνος είχε ήδη βρει νέα σχέση. Η γυναίκα που πήρε, ωστόσο, δεν ήταν καθόλου του γούστου μου, ήταν αρκετά εύσωμη.
Τι σε τράβηξε σ αυτήν; τον ρώτησα με απορία.
Και ο Ανδρέας, χωρίς να πολυσκεφτεί, μου είπε πως ήξερε να κρατάει το σπίτι καθαρό και να μαγειρεύει εξαιρετικά καλά.
Και το κυριότερο, μου δίνει ηρεμία! Μπορώ να πίνω μπύρα με την ησυχία μου, να βλέπω ποδόσφαιρο, να βγαίνω με τα παιδιά για ποτά. Είναι ό,τι καλύτερο. Δεν μου βάζει ποτέ όρια.
Αυτή η απάντηση πραγματικά με εξέπληξε. Για μένα, η σύντροφος της ζωής μου σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Σίγουρα έχει σημασία να ξέρει να μαγειρεύει και να κρατάει το σπίτι, αλλά αυτό που μετράει περισσότερο είναι να αγαπιόμαστε.
Για κάποιους ίσως είναι πιο σημαντικό η τάξη και το νόστιμο φαγητό. Εγώ όμως θέλω να είμαι στην ίδια συχνότητα με τη γυναίκα μου, να νιώθουμε ότι είμαστε ένα, να υπάρχει αλληλοσεβασμός και κατανόηση. Είναι υπέροχο όταν το ζευγάρι έχει κοινά ενδιαφέροντα. Μπορούμε να μαγειρεύουμε και να τακτοποιούμε το σπίτι μαζί, όπως κάνουμε συχνά με τη γυναίκα μου, τη Δανάη.
Όταν δύο άνθρωποι είναι στο ίδιο ποδήλατο και κάνουν πετάλι προς την ίδια κατεύθυνση, οι πιθανότητες να φτάσουν μέχρι τέλους είναι πολύ περισσότερες.
Συμφωνείτε μαζί μου;Και κάπως έτσι, καταλάβαινα όλο και πιο βαθιά πως όλες αυτές οι διαφορετικές αγάπες, οι προσδοκίες και οι συμβιβασμοί που συναντούσαμε, χτίζαν τελικά τη δική μας, ιδιαίτερη ιστορία. Ο καθένας μας κρατούσε το τιμόνι του, διαλέγοντας τη διαδρομή του. Δεν ήταν ανάγκη να μοιάζουν όλα· αρκούσε να είναι αυθεντικά, να αντέχουν στις στροφές και στις ανηφόρες της ζωής.
Μερικά βράδια, ο Ανδρέας και εγώ καθόμασταν ακόμα στο ίδιο εκείνο παγκάκι, γελώντας με τα παλιά, μιλώντας για τα καινούρια, πίνοντας μια μπύρα όπως τότε. Τώρα, όμως, ξέραμε ότι οι ερωτήσεις μας είχαν βρει διαφορετικές απαντήσεις.
Κι ίσως ήταν αυτό το πραγματικό νόημα: να περνάς το ταξίδι, μαθαίνοντας να αγαπάς καλύτερα και τον άλλον, και τον εαυτό σου. Να φτάνεις σ’ ένα σημείο όπου δεν ψάχνεις πλέον ποιος έχει δίκιο ή ποιος διάλεξε τον πιο σωστό άνθρωπο. Αλλά να λες, «Εδώ είμαι. Όπως είμαι. Κι αυτό μου φτάνει».
Και τότε χαμογελάς, με έναν τρόπο ήσυχο, που μοιάζει με επιστροφή στο σπίτι.





