Ο άντρας μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, αλλά με έναν όρο: τα έξοδα να είναι 50/50, ενώ όλες οι δουλειές του σπιτιού θα είναι δική μου ευθύνη, επειδή είμαι γυναίκα. Να τι έκανα εγώ
Βγαίναμε έξι μήνες. Ήταν η περίοδος που τα μικρά ελαττώματα του άλλου μοιάζουν χαριτωμένες ιδιοτροπίες κι όλα φαίνονται ελπιδοφόρα. Ο Νίκος μου φαινόταν σχεδόν τέλειος: έξυπνος, με καλό εισόδημα, διαβασμένος, πάντα περιποιημένος. Τα Σαββατοκύριακα πίναμε καφέ στα γραφικά καφέ του Παγκρατίου, κάναμε βόλτες στον Εθνικό Κήπο, συζητούσαμε για ταινίες και ένιωθα πως έχουμε τα ίδια όνειρα.
Σύντομα όμως κατάλαβα ότι βλέπαμε αλλιώς τη σχέση. Εγώ φανταζόμουν ισότιμη συντροφικότητα, εκείνος έψαχνε απλώς άνεση χωρίς πολλή προσπάθεια.
Η κουβέντα για συγκατοίκηση ξεκίνησε σε ένα χαλαρό δείπνο. Ετοίμαζε τσάι στην κουζίνα και ξαφνικά είπε:
Ξέρεις, δεν έχει νόημα να τρέχουμε ο ένας στο σπίτι του άλλου συνέχεια. Δύο ενοίκια πληρώνουμε χωρίς λόγο… Τι λες να βρούμε ένα δυάρι κάπου στο Κολωνάκι;
Χαμογέλασα είχα αφήσει να εννοηθεί εδώ και καιρό πως ήμουν έτοιμη για αυτό το βήμα. Όμως αυτά που άκουσα στη συνέχεια με κάνανε να αφήσω κάτω την κούπα μου και να παρατηρήσω ξανά ποιος κάθεται απέναντί μου.
Να είμαστε ξεκάθαροι εξ αρχής, είπε με ύφος λογιστικό, σαν να συζητάμε συμβόλαιο, όχι ζωή μαζί. Είμαστε μοντέρνοι άνθρωποι. Ο καθένας διαχειρίζεται το δικό του εισόδημα και όλα τα κοινά έξοδα τα μοιραζόμαστε ισόποσα. Ενοίκιο, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ όλα μισά-μισά σε ευρώ.
Έγνεψα καταφατικά. Ισότητα, λοιπόν.
Και το σπίτι; Ποιος θα το κάνει; ρώτησα, περιμένοντας πως θα πει «όλα μοιρασμένα».
Ο Νίκος γέλασε αμήχανα και μετά είπε με αποστομωτικό χαμόγελο: Εδώ η φύση αποφασίζει. Είσαι γυναίκα, οπότε το νοικοκυριό σου βγαίνει φυσικά. Μαγείρεμα, καθάρισμα, πλύσιμο δικά σου. Εγώ θα βοηθώ όποτε μπορώ: θα πετάξω σκουπίδια ή θα στερεώσω καμιά ράφι. Θέλεις να είσαι αρχόντισσα του σπιτιού, σωστά;
Έπεσε σιωπή. Τον κοιτούσα προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς μου ζητούσε.
Γιατί να πληρώσει οικιακή βοηθό, αφού υπάρχει «αγαπημένη γυναίκα»;
Δεν μπήκα στον κόπο να διαφωνήσω. Αποφάσισα να απαντήσω στη γλώσσα του.
Νίκο, άκου τι λες, είπα ήρεμα. Θέλεις ισότητα στα έξοδα, δίκαιο. Θέλεις το σπίτι στην εντέλεια: καλό φαγητό, πουκάμισα σιδερωμένα, καθαρά πατώματα. Μα δουλεύω κι εγώ οκτώ ώρες τη μέρα. Δεν θέλω ούτε αντέχω να χαραμίζω τα απογεύματά μου στο σπίτι.
Συνοφρυώθηκε, μα με άκουγε.
Να σου κάνω κι εγώ μια πρόταση, είπα. Αφού μοιραζόμαστε τα κόστη, ας το κάνουμε σωστά: προσλαμβάνουμε οικιακή βοηθό, δύο φορές τη βδομάδα για καθάρισμα και μαγείρεμα. Μοιραζόμαστε και το κόστος αυτό στα δύο. Έτσι το σπίτι θα είναι όπως το θες, κανείς δε θα κουράζεται υπερβολικά. Εγώ θα βάζω τις προσωπικές πινελιές, διακοσμητικά, κεριά και κουρτίνες.
Το πρόσωπό του άλλαζε: πρώτα απορία, μετά δυσαρέσκεια, κι ύστερα αδιαφορία. Έβλεπα να κάνει λογαριασμούς στο κεφάλι του και το τελικό ποσό καθόλου δεν του άρεσε.
Γιατί να έρθει ξένος στο σπίτι; έκανε μια γκριμάτσα. Είναι περιττό έξοδο. Εσύ είσαι γυναίκα, δεν σου είναι δύσκολο να μαγειρέψεις για τον άντρα σου, έτσι δείχνεις φροντίδα, δεν είναι αγγαρεία.
Μόλις έμπαινε θέμα πραγματικής αξίας της γυναικείας δουλειάς, όλα μετατρέπονταν σε «αγάπη» και «έμφυτο ένστικτο». Το να μαγειρεύεις είναι φροντίδα. Το να μοιραστείς το κόστος είναι μπίζνα.
Νίκο, είπα ήρεμη, αν εγώ μαγειρέψω μετά από οκτώ ώρες στο γραφείο, ενώ εσύ παίζεις PlayStation ή βλέπεις Netflix, αυτό δεν είναι φροντίδα, είναι εκμετάλλευση. Αποφασίσαμε να έχουμε ξεχωριστά οικονομικά, άρα όλα μισά-μισά. Ή μοιραζόμαστε και τις δουλειές των σπιτιού, ή προσλαμβάνουμε τρίτο πρόσωπο και το πληρώνουμε από κοινού. Δε μου ταιριάζει να πληρώνω όσο εσύ και να δουλεύω τα διπλάσια.
Έμεινε σιωπηλός. Το δείπνο τελείωσε σε παγωμένη ατμόσφαιρα κι εκείνος είπε πως «χρειάζεται να το σκεφτεί».
Την άλλη μέρα ούτε το συνηθισμένο «Καλημέρα» δεν έστειλε. Το βράδυ ένα ξερό μήνυμα: «Έχω δουλειά σήμερα». Και μετά από τρεις μέρες απλώς εξαφανίστηκε. Δεν απάντησε ποτέ ξανά.
Μια βδομάδα μετά έμαθα από κοινούς φίλους: «Χωρίσατε γιατί είσαι υλιστική και καθόλου νοικοκυρά». Ότι τον ενδιέφεραν μόνο τα λεφτά μου, πως δεν είμαι έτοιμη για οικογένεια.
Πόνεσα στην αρχή. Έξι μήνες σχέσης, σχέδια, αυταπάτες. Μετά ήρθε η ανακούφιση.
Η εξαφάνισή του ήταν η καλύτερη απάντηση σε όλα. Ποτέ δεν ήθελε εμένα, ήθελε ένα «ζεστό σπιτικό» χωρίς να κάνει ο ίδιος τίποτα.
Ο Νίκος χάθηκε και δόξα τω Θεώ. Προσέλαβα οικιακή βοηθό για μένα. Γυρνώ σε καθαρό σπίτι, βάζω ελληνικό καφέ, και νιώθω επιτέλους ευτυχία να μην υπηρετείς κάποιον που δεν σε εκτιμά.





