Όταν ήμουν δεκαέξι χρονών και ακόμα φοιτούσα στο Λύκειο, έμεινα έγκυος. Στο μικρό μας χωριό, αυτό προκάλεσε πραγματικό σάλο. Οι άνθρωποι με έδειχναν με το δάχτυλο και οι γονείς μου δεν ήξεραν πού να κρυφτούν από τη ντροπή. Ο πατέρας μου δεν ήθελε καν να με βλέπει στα μάτια. «Θα προτιμούσα να είχες πεθάνει, παρά να μας ρεζιλέψεις έτσι! Πήγαινε στη γιαγιά δεν το αντέχω άλλο αυτό», μου είπε μια μέρα.
Έτσι, μάζεψα τα πράγματά μου κι έφυγα για το隅ο μικρό χωριό λίγο πιο έξω από τη Λαμία, όπου ζούσε η γιαγιά μου σε ένα παλιωμένο σπίτι στην άκρη του δρόμου. Το σπίτι ήταν παγωμένο, και η μοναξιά μεγάλη, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Οι τελευταίοι μήνες της εγκυμοσύνης ήταν οι χειρότεροι κανείς δεν με βοηθούσε, κανείς δεν νοιαζόταν. Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσω, το ασθενοφόρο έφτασε τελευταία στιγμή. Όμως τα κατάφερα, γεννησα τον γιο μου και τον μεγάλωσα εκεί, παρέα με τη γιαγιά.
Όλοι μου λέγανε πως πρέπει να βρω άντρα, «για το παιδί», αλλά δεν ήθελα. Δούλευα και ζούσα μόνο για το Γιάννη. Όταν μεγάλωσε και πέρασε στο Πανεπιστήμιο Πατρών, πήρα κι εγώ τη μεγάλη απόφαση να φύγω για δουλειά στην Ιταλία. Παλιά δεν ήθελα να αφήσω το παιδί μου, αλλά πλέον ήταν καιρός να προσπαθήσω να σταθώ γερά.
Η δουλειά στο εξωτερικό, σε σχέση με το χωριό, μού φαινόταν παράδεισος. Φρόντιζα μια καλοσυνάτη μεγάλη κυρία, την κυρία Αμέλια, που με σεβόταν. Πληρωνόμουν καλά, και συχνά μου έδινε επιπλέον 100200 ευρώ ως ευχαριστώ. Αυτά τα χρήματα μου επέτρεψαν μέσα σε λίγα χρόνια να αγοράσω στον Γιάννη μια μικρή γκαρσονιέρα στην Αθήνα και να τον βοηθάω οικονομικά. Όμως το χρήμα άλλαξε τον Γιάννη. Δεν πήγαινε πια ούτε στη γιαγιά. Με πίκραινε αυτό, αλλά συνέχιζα να του στέλνω κάθε μήνα 500 ευρώ. Τα υπόλοιπα τα φύλαγα για μένα, γιατί ήξερα ότι δεν ήθελα να γυρίσω στο ετοιμόρροπο σπίτι.
Τα χρόνια πέρασαν, και ο Γιάννης αποφάσισε να παντρευτεί. Φυσικά, πλήρωσα τα έξοδα του γάμου, βοήθησα για να έχουν ό,τι χρειάζεται ένα νέο ζευγάρι. Ελπίζα ότι επιτέλους θα μπορούσα να φροντίσω για μένα. Αλλά μέσα σε πέντε χρόνια ήρθαν δυο παιδιά κι όταν άρχισε η κρίση, η νύφη έμεινε έγκυος στο τρίτο. Συνέχιζα να δίνω οικονομική βοήθεια. Παρ όλα αυτά, κατάφερα να μαζέψω 20.000 ευρώ για να πάρω κι εγώ ένα δικό μου σπίτι. Εκείνη την περίοδο, η φίλη μου η Μαρία πουλούσε ένα όμορφο διαμέρισμα με καινούργια κουζίνα. Συμφωνήσαμε να το αγοράσω.
Το καλοκαίρι γύρισα στην Ελλάδα για να κανονίσουμε τα χαρτιά με τον συμβολαιογράφο, όταν ο Γιάννης με σόκαρε με τα νέα του. «Μαμά, πουλήσαμε το διαμέρισμα και αγοράσαμε σπίτι. Δώσαμε προκαταβολή, πρέπει τώρα να μου δώσεις και για τη δεύτερη δόση». «Ποια χρήματα;», του είπα. «18.000 ευρώ. Εσύ τα έχεις μαζέψει, ξέρω». Τα έχασα. «Δεν γίνεται, τα μαζεύω για δικό μου σπίτι», του λέω. «Δεν μπορείς, μαμά. Με τρία παιδιά σε γκαρσονιέρα δε γίνεται. Το ήξερα πως θα μας βοηθήσεις». «Και γιατί δεν μάζευες κι εσύ; Γιατί δεν με ρώτησες πριν πουλήσεις; Δεν μπορώ να σου δώσω όλα τα χρήματα, ίσως να βοηθήσω λίγο αργότερα». «Μαμά, δε σε νοιάζει πώς θα ζουν τα εγγόνια σου;». «Με ενδιαφέρει, και για αυτό σας έστελνα κάθε μήνα 500 ευρώ. Θα μπορούσατε να τα μαζέψετε». «Εσύ θα ξαναβγάλεις λεφτά, μαμά μου», επέμενε. «Κι αν κάποτε χρειαστεί να γυρίσω εδώ; Αν αρρωστήσω; Πού θα μένω;», του είπα. «Στο χωριό, με τη γιαγιά!», αδιαφόρησε. «Ε, τότε πήγαινε κι εσύ εκεί με τα παιδιά σου!».
Στάθηκα στα πόδια μου και δεν του τα έδωσα. Για μια φορά είπα όχι, γιατί δεν ήθελα να χαθεί το σπίτι μου. Ο Γιάννης θύμωσε και έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί μου. Άκουσα τελικά ότι δανείστηκε χρήματα δεξιά κι αριστερά. Μα αναρωτιέμαι ήμουν υποχρεωμένη να του δίνω συνεχώς; Πόσο πια να αντέξω;
Η ζωή με έμαθε πως η αγάπη δίνεται χωρίς μέτρο, αλλά η οικονομική βοήθεια πρέπει να έχει όρια. Αν ξαναγυρίσω, θέλω να βρω μια γωνιά να ησυχάσω. Και αυτό το δικαιούμαι.





