Έμενα με τον Παναγιώτη μόλις δύο μήνες και όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά μέχρι που γνώρισα τη μητέρα του. Μέσα σε μόλις τριάντα λεπτά δείπνου, οι ερωτήσεις της και η σιωπή του μου αποκάλυψαν όλη την αλήθεια και έφυγα από εκείνο το σπίτι για πάντα.
Μετά από δυο μήνες συμβίωσης με τον Παναγιώτη, η καθημερινότητά μας είχε μια ήρεμη βαρύτητα, σχεδόν βαρετή, αλλά υπήρχε μια αίσθηση ασφάλειας σε όλο αυτό. Ο Παναγιώτης, γύρω στα τριάντα κι αυτός, δούλευε σε εταιρεία πληροφορικής, δεν πολυέβγαινε, δεν έπινε μερακλίδικα, το σπίτι ήταν πάντα τακτοποιημένο και ήσυχο. Και οι δύο φαινόντουσαν επιτέλους να βρήκαμε κάτι που μοιάζει με σταθερότητα και λογική. Περάσαμε σχετικά γρήγορα στο να μείνουμε μαζί, αλλά μέσα μου ένιωθα πως το να κάνουμε το επόμενο βήμα ήταν φυσικό.
Προσπάθησα να χαλαρώσω, όπως κάθε κοπέλα που θα γνωρίσει για πρώτη φορά τη μάνα του συντρόφου της. Αγόρασα γλυκό, έβαλα ένα απλό φόρεμα και έπιασα τον εαυτό μου να κάνει στροφή μπροστά στον καθρέφτη από το άγχος.
Η μητέρα του, η κ. Δέσποινα, ήρθε ακριβώς στις εφτά. Μπήκε στο σπίτι αποφασιστικά, ούτε καν κοίταξε να με χαιρετήσει το βλέμμα της σάρωσε τον χώρο λες και έκανε έλεγχο. Κοντοστάθηκε μπροστά στη βιβλιοθήκη, έκανε ένα νεύμα, και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Στους τρόπους της δεν υπήρχε ίχνος φιλοξενίας, μόνο εξουσία κι έλεγχος.
Στο τραπέζι κάθισε έτσι ίσια και στητή, με τα χέρια στα γόνατα, και με κοιτούσε με τέτοια ένταση που αισθάνθηκα ξαφνικά μικρή και ασήμαντη.
«Λοιπόν», άρχισε, «για να γνωριστούμε καλύτερα, πες μου λίγα πράγματα για σένα».
Της εξήγησα ότι εργάζομαι στη μεταφορές εδώ και μερικά χρόνια.
Τα οικονομικά σου και η δουλειά σου είναι σταθερά; ρώτησε κατευθείαν. Έχεις επίσημη σύμβαση εργασίας; Μπορείς να το αποδείξεις;
Έμεινα λίγο άναυδη, αλλά απάντησα ευγενικά ότι όλα είναι εντάξει κι ότι τα βγάζω πέρα. Ο Παναγιώτης δεν είπε ούτε λέξη, απλά σερβίριζε το φαγητό λες και τίποτα δεν συνέβαινε. «Έχεις δικό σου σπίτι ή απλώς μετακόμισες κάπου;» της είπα ότι νοικιάζω το διαμέρισμά μου.
«Μάλιστα…» μου είπε με παγωμένο τόνο. «Δε θέλουμε εκπλήξεις. Κάποιες γυναίκες ξεκινάνε αυτόνομα, αλλά στο τέλος κρέμονται πάνω στον άντρα». Κάθε της ερώτηση ήταν κι ένα καρφί ρώτησε για τις προηγούμενες μου σχέσεις, για τους δικούς μου, αν υπήρχαν αρρώστιες στην οικογένεια, αν πίνω, αν χρωστάω, αν έχω παιδιά.
Προσπαθούσα να φανώ ψύχραιμη και τυπική, αλλά μέσα μου το άγχος μεγάλωνε. Ο Παναγιώτης συνέχιζε το φαγητό σαν να μην έτρεχε τίποτα.
Μετά από μισή ώρα, έρχεται το ερώτημα που φώτισε τα πάντα: «Παιδιά; Έχεις;»
«Όχι», απάντησα με στεγνό λαιμό. «Αυτά είναι προσωπικά θέματα.»
«Δεν είναι προσωπικά!» πετάχτηκε εκνευρισμένη. «Ζεις με τον γιο μου. Αυτός θέλει να κάνει τη δική του οικογένεια, δικά του παιδιά, κι όχι να μπλέξει με άλλων. Θα πας για εξετάσεις και θα φέρεις χαρτί γιατρού ότι είσαι υγιής και ικανή να μας φέρεις εγγόνια. Τα έξοδα φυσικά δικά σου.»
Γύρισα και κοίταξα τον Παναγιώτη. Σήκωσε τους ώμους, λες και μ’ έλεγε «Έτσι είναι τα πράγματα». «Η μαμά ανησυχεί», ψιθύρισε. «Μήπως να το κάνεις, να ηρεμήσουμε όλοι;»
Εκεί κατάλαβα ακριβώς ποια ήταν η θέση μου. Δεν ήμουν σύντροφος ήμουν υποψήφια, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της μάνας του, απλά για να περάσω τα τεστ.
Σηκώθηκα από το τραπέζι. «Πού πας;» μου πετάει αυστηρά. «Δεν τελειώσαμε ακόμα.»
«Εγώ τελείωσα», της απαντώ ήρεμα. «Χάρηκα που σε γνώρισα, αλλά δεν θα ξαναβρεθούμε.»
Πήγα στο χωλ, μάζεψα δυο πράγματα. Στο κατόπι ο Παναγιώτης.
«Υπερβάλλεις», μου λέει. «Η μάνα μου θέλει το καλό μου.»
«Όχι Παναγιώτη», του απαντάω, βάζοντας το παλτό. «Η μάνα σου θέλει δούλη, όχι σύντροφο και εσύ το δέχεσαι. Εγώ δεν θα το δεχτώ».
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και ένιωσα τέτοια ανακούφιση ήμουν απελευθερωμένη. Αργότερα με πήρε τηλέφωνο, έστειλε μηνύματα, προσπαθώντας να με σαμποτάρει, ότι οι «κανονικές κοπέλες» προσαρμόζονται στην οικογένεια του άντρα. Δεν του απάντησα καν. Μόνο που μέσα μου είπα „Δόξα τω Θεώ που έζησα αυτό ΤΩΡΑ, κι όχι μετά τον γάμο ή χρόνια μετά.” Καμιά φορά πρέπει να βρίσκουμε το κουράγιο απλώς να πούμε «όχι» τη σωστή στιγμή. Και όσο κι αν φάνταζε σταθερό και εύκολο το να μείνω με τον Παναγιώτη, η ελευθερία μου και τα όριά μου μετρούν πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θα κέρδιζα αν υπάκουα σε κάποιον που δεν με σεβόταν σαν άνθρωπο.




