Επένδυσα στην όνειρό της ό,τι είχα και δεν είχα και κατέληξα ξένος στη γιορτή της ζωής
Καμιά φορά χτίζεις παλάτια για ανθρώπους που, μόλις μπουν μέσα, σε πετάνε έξω μαζί με τη σκαλωσιά. Η ιστορία του Χρήστου είναι ακριβώς αυτό: μια τραγική και λίγο ειρωνική απόδειξη ότι τα «αγάπη και μπίζνα» κάνουν μόνο για ταινίες, όχι για την πραγματική ζωή. Ειδικά όταν ο ένας αγαπάει κι ο άλλος εκμεταλλεύεται.
Σκηνή 1: Τέλος διαδρομής
Κολωνάκι, λάμψη από βιτρίνες, μυρωδιά φρεσκοβαμμένου τοίχου. Ο Χρήστος τριαντάρης, με τις φόρμες ακόμα πάνω του, σκουπίζει με προσοχή τη γυάλινη πόρτα του ολοκαίνουριου boutique. Ένα χαμόγελο κουρασμένο αλλά περήφανο απλώνεται στο πρόσωπό του. Δεν είναι απλώς μάστορας ή εργολάβος είναι ο τύπος που έδωσε και το τελευταίο του ευρώ για να δει το όνειρό ΤΗΣ να παίρνει μπροστά.
Πλησιάζει η Ειρήνη ντυμένη μ ένα φόρεμα που μόνο σε βιτρίνα Armani συναντάς και δίπλα της, η μάνα της, η κα Γεωργία, με βλέμμα που «παγώνει θάλασσα» στα τέλη Ιουλίου.
Σκηνή 2: Όλα φαίνονται τέλεια (ή μήπως όχι; )
Ο Χρήστος ρίχνει μία ματιά στην αγαπημένη του, γεμάτος περηφάνια:
«Όλα έτοιμα, Ειρήνη μου. Κάθε λεπτομέρεια, όπως ακριβώς το φανταζόσουν. Αύριο ανοίγουμε! Επιτέλους!»
Σκηνή 3: Ψυχρολουσία made in Athens
Η κα Γεωργία κάνει ένα βήμα μπροστά, λες και φοβάται μην της κολλήσει κανά χρώμα:
«Εμείς ανοίγουμε; Εσύ απλώς δούλευες εδώ, παιδί μου! Παράτα τα εργαλεία σου κι άδειασέ μας τη γωνιά, γιατί έρχονται οι σοβαροί άνθρωποι σε λίγο.»
Σκηνή 4: Κάπου εδώ μπαίνει το backstab
Ο Χρήστος μένει εμβρόντητος. Γυρνάει στην Ειρήνη, περιμένοντας να του πάρει το μέρος:
«Μιλάει σοβαρά η μαμά σου; Εγώ έβαλα όλες μου τις οικονομίες εδώ, για ΕΜΑΣ!»
Η Ειρήνη κατεβάζει τα μάτια, μετά τον καρφώνει ψυχρά:
«Να σοβαρευτούμε, Χρήστο. Δεν ταιριάζεις πια στην εικόνα αυτού του brand. Η μητέρα έχει δίκιοήρθε η ώρα να προχωρήσεις».
Σκηνή 5: Δεν υπάρχει επιστροφή
Ο κόσμος του Χρήστου διαλύεταιαλλά αντί να λυγίσει, ξαφνικά παγώνει και γίνεται αγώγι. Χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα μικρό, «έξυπνο» τηλεχειριστήριο.
«Ξεχάσατε ότι εγώ έστησα όλη την ασφάλεια κι ηλεκτρολογικά σας εδώ μέσα», λέει χαμηλόφωνα, κι ο αντίχειρας πετάει πάνω στην κόκκινη κουμπίτσα.
Επίλογος
Η κα Γεωργία χαμογελάει ειρωνικά: «Και τι θα κάνεις; Θα μας κλείσεις το φως; Σε μια ώρα θα ρθει ο ηλεκτρολόγος και θα το φτιάξει».
Ο Χρήστος τη χαζεύει ακριβώς στα μάτια.
«Όχι μόνο τα έστησα. Τα πατένταρα κιόλας. Αυτό εδώ είναι έξυπνο boutique, και ο κώδικας ανήκει στην εταιρεία μου. Και επειδή δεν βάλαμε υπογραφές για μεταβίβαση δικαιωμάτων»
Πιάνει γερά το κόκκινο κουμπί. Με ένα «κρακ» αρχίζουν να πέφτουν συρόμενες ατσάλινες γρίλιες παντού. Τα φώτα σβήνουν. Ηλεκτρονικές κλειδαριές ακουμπάνε στο «κλικ»-τους και ξαφνικά η μόστρα του μαγαζιού γίνεται bunker.
«Τι έκανες;» τσιρίζει η Ειρήνη, τραβώντας την πόρτα. «Έχουμε cocktail party για επενδυτές σε μια ώραάνοιξέ μας!»
Ο Χρήστος βάζει το τηλεκοντρόλ στην τσέπη και σηκώνει το εργαλειοκιβώτιο στον ώμο.
«Αφού δεν ταιριάζω με το image σας, ούτε οι τεχνολογίες μου ταιριάζουν εδώ. Αύριο ο δικηγόρος μου θα σας στείλει το λογαριασμό για χρήση πνευματικής μου ιδιοκτησίας. Ως τότε χαρείτε τη μαύρη σκοτεινιά σας. Πάρτι δεν έχει!»
Κάνει μεταβολή και φεύγει, αφήνοντας τις φωνές τους ν ακούγονται στο σκοτάδι. Στη γωνία αρχίζουν να μαζεύονται καλοντυμένοι καλεσμένοι σκέτο έργο, αλλά το μαγαζί πια μοιάζει με κουτί που ούτε τα όνειρα δεν θέλουν να μείνουν μέσα.
Ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην υποτιμάς εκείνον που έχτισε τα θεμέλια της επιτυχίας σου. Γιατί χωρίς αυτόν, το παλάτι σου είναι απλώς σκουπίδια με τιμή βιτρίνας.
Εσύ τι θα έκανες στη θέση του Χρήστου; Πες μας από κάτω! Λίγα λεπτά αργότερα, έξω στη βραδινή Αθήνα, ο Χρήστος κοντοστέκεται στο πρώτο φανάρι, με το τηλεκοντρόλ να βαραίνει τη χούφτα του σαν παράσημο και φυλακτό μαζί. Ένα ελαφρύ αεράκι του χαϊδεύει το πρόσωπο. Για πρώτη φορά εδώ και μήνες, δεν του χει μείνει τίποτα και νιώθει τόσο, μα τόσο ελεύθερος.
Πίσω του, στο boutique, οι φωνές δυναμώνουν μέσα στο σκοτάδι. Κάθε παράθυρο παραμένει σφραγισμένο και τα ακριβά φώτα κάτω απ τις προσόψεις ανήμπορα να γυαλίσουν ό,τι χτίστηκε με ξένα χέρια και ξένες ψυχές. Όμως ο δρόμος του Χρήστου, φωτισμένος από τις λυχνίες της πόλης, είναι γεμάτος ανοιχτές πόρτες που τις κλείνουν μόνο όσοι δεν σέβονται αυτόν που κουβάλησε σκαλωσιές, βάσεις, ακόμη και όνειρα.
Χαμογελάει. Κάπου, λίγο πιο κάτω, το τηλέφωνό του δονείται. Ένα μήνυμα απ τον παλιό συνεταίρο του: «Θέλεις να στήσουμε κάτι δικό μας; Ξανά, αλλά αυτή τη φορά για εμάς;»
Ο Χρήστος απαντά: «Στήνουμε μόνο ό,τι κρατάει άνθρωπο, όχι μόνο εικόνα.»
Και συνεχίζει στον δικό του δρόμο, ενώ κάπου στο βάθος τα φώτα της βιτρίνας μένουν, για πρώτη φορά, εντελώς αχρείαστα.




