Έβαλα τη πεθερά στη θέση της ανήμερα της Ημέρας της Γυναίκας.
Κοίτα, Έλενα, αυτό δεν γίνεται!
Αν από την αρχή του γάμου μας η μητέρα σου συμπεριφέρεται έτσι, φαντάσου όταν κάνουμε παιδιά! Ούτε από το σπίτι μας δεν θα ξεκολλάει.
Δεν θα μας αφήσει σε ησυχία! νευριάζω κανονικά, έχοντας μόλις ακούσει από την Έλενα ότι η μητέρα της σκοπεύει να συνεχίσει να μπουκάρει σπίτι μας όποτε της καπνίσει.
Εντάξει, αφού τα λόγια δεν την αγγίζουν, αύριο φωνάζω κλειδαρά και αλλάζω κλειδαριές! εκνευρίστικα.
Σάββα, η μητέρα μου δεν είναι κάποια ξένη. Κάποια στιγμή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα πάρει ξανά τα κλειδιά του σπιτιού μας. Κάθε φορά θα αλλάζεις τις κλειδαριές; Θα πληγωθεί αν το καταλάβει. Κάπως πρέπει να της το κάνουμε κατανοητό, να το καταλάβει μόνη της ότι αυτό δεν γίνεται! προσπάθησε να με μαλακώσει η Έλενα.
Λενιώ, αφού η μητέρα σου δεν καταλαβαίνει με τα λόγια ή ούτε με χειρονομίες όταν κοιμάμαι, χρειάζονται ριζικά μέτρα! είπα σοβαρά εγώ, ο Σάββας.
Τι εννοείς; μου λέει με απορία στα μάτια η Έλενα.
Να σε ρωτήσω: αφού η κυρία Αγγελική έχει κλειδί για το σπίτι μας, εσύ δεν έχεις κλειδί για το σπίτι των γονιών σου; τη ρωτάω χαμογελώντας πονηρά.
Ο Ανδρέας και η Αγγελική, οι γονείς της Έλενας, αποφασίζουν να πάνε νωρίς το Σάββατο στη λαϊκή αγορά του Πειραιά. Εκείνη την εβδομάδα, λόγω της Ημέρας της Γυναίκας, είχε πολλές τοπικές λιχουδιές σε καλύτερες τιμές και, όπως κάθε καλή γιαγιά, η Αγγελική σηκώνεται απ τα χαράματα για να πετύχει αυγά και γάλα φθηνότερα κατά δυο ευρώ το κιλό από το σούπερ μάρκετ.
Μπράβο, Αντρέα, πιάσαμε καλό μοσχαράκι! Και κοίτα τους κυπρίνους, ακόμα χοροπηδάνε στη σακούλα! Θα ψήσω το ένα τώρα και το άλλο θα το πάω στην Έλενα, να έχει να το κάνει το βράδυ. Θέλω να δω το βλέμμα του γαμπρού μας όταν ο Κυπρινούλης μας αρχίσει να σπαρταράει στη σακούλα! γελάει η Αγγελική, φανταζόμενη τον Σάββα.
Έλα, άσε τα παιδιά ήσυχα. Θέλουν να ζήσουν μόνοι τους, φτάνουν τα τριάντα και ακόμα τριγυρίζεις σαν την κυρία Μαρπλ, να ερευνάς πού πέταξε ο Σάββας τις κάλτσες του. Δεν έχεις εσύ άλλη δουλειά; την αποπάει ο Αντρέας.
Περίμενε, άκου, νερό στα τρεχούμενα! Μήπως άφησες το ντους ανοιχτό στο μπάνιο; αναρωτιέται η Αγγελική και μπαίνει μέσα, για να πεταχτεί αμέσως εις έξω ουρλιάζοντας.
Παναγία μου! Αυτός! Γυμνός! Στο μπάνιο μας κάνει ντους! φωνάζει τρομαγμένη τρέχοντας πάνω κάτω.
Ποιος γυμνός! Πες μας επιτέλους; διστάζει να μπει στο μπάνιο ο Ανδρέας.
Ο γαμπρός μας, ο Σάββας! Τι κάνει στο σπίτι μας; ξεφωνίζει η Αγγελική.
Τι να κάνω; Το νερό στο σπίτι μας τρέχει καφέ, είμαι όλη μέρα στη δουλειά, γυρίζω ιδρωμένος και δεν αντέχω να πέσω βρώμικος. Είπα να έρθω εδώ να κάνω ένα μπάνιο της προκοπής! πετάγεται ο Σάββας από το μπάνιο, με τη ρόμπα της Αγγελικής, λες και είναι στο σαλόνι του.
Επίσης, κυρία Αγγελική, ως γυναίκα να σας πω κάτι. Δεν κάνει να απλώνετε τα εσώρουχά σας στη θέρμανση και την πετσέτα-κρεμάστρα. Αν ήταν δαντελωτά, νεανικά, χαλάλι, ας τα χαζεύαμε αλλά αυτά… Σας συμπονώ, κύριε Ανδρέα! ξεκινάει τα σχόλια ο Σάββας, βαδίζοντας προς την κουζίνα, βάζει να φτιάξει καφεδάκι στην αγαπημένη μηχανή της πεθεράς.
Πώς τολμάς; Αυτό είναι το σπίτι μου, όπου θέλω απλώνω τα ρούχα μου! αντιδρά η Αγγελική.
Κι όμως, σας κάναμε δώρο την καφετιέρα πριν έξι μήνες και κοίτα σε τι χάλι την έχετε φέρει. Ούτε τα γουρούνια στο στάβλο δεν έχουν τέτοια βρώμα. Ένα καθάρισμα τη βδομάδα να κάνατε! σχολιάζει ο Σάββας.
Έλεος Σάββα, το παράκανες…, πάει να επέμβει ο Ανδρέας.
Μπα, κύριε Ανδρέα; Για κοιτάξτε εδώ τι χάος έχει αφήσει η γυναίκα σας: κουζίνα, σπίτι όλο μπάχαλο, λες και είναι παρατημένο γκαράζ! Απαράδεκτο!
Να σας στείλουν φαντάρο για ένα χρόνο, κυρία Αγγελική, να μάθετε τι σημαίνει τάξη και πειθαρχία, συνεχίζει ο Σάββας, απαριθμώντας όλα τα στραβά της πεθεράς.
Και το ψυγείο σας! Κοίταξα τι έχετε κρέμα και μαγιονέζα ληγμένα εδώ και δυο βδομάδες! Το τυρί ατυλιχτο, έχει ξεραθεί!
Ο Σάββας παίρνει και πετάει όλα τα ληγμένα στα σκουπίδια.
Κι αυτό το πιάτο με το μισοφαγωμένο ρύζι! Ξέρετε πώς κολλάει και μετά δεν βγαίνει με τίποτα; Ή νομίζετε, έγινε η πλυντήριο-πιάτων για να μην πλυθεί κανένα σκεύος; πάει να ανοίξει το πλυντήριο ο Σάββας, αλλά η Αγγελική το προστατεύει με το σώμα της.
Φτάνει! Έξω από το σπίτι μου τώρα ή φωνάζω την αστυνομία για παραβίαση ιδιοκτησίας! Δεν με νοιάζει πόσο γαμπρός είσαι, Σάββα! Θα φας πρόστιμο, έτσι όπως πας. Αυτό είναι το σπίτι μου, η κουζίνα μου, το μπάνιο μου, ΚΑΙ τα εσώρουχά μου! Κανείς δεν έχει δικαίωμα να μου κάνει κύρηγμα εδώ μέσα! φωνάζει έξαλλη η Αγγελική.
Ο Ανδρέας την παρακολουθεί χαμογελαστός, έχοντας καταλάβει το σχέδιο του Σάββα, ενώ εκείνη ακόμα δεν έχει καταλάβει τίποτα.
Είδατε, κυρία Αγγελική, γι’ αυτό ακριβώς το έκανα! απαντά τελικά ο Σάββας, χαμογελώντας.
Όλες αυτές τις κατηγορίες και την αγανάκτηση που μου πετάξατε, απλά σκεφτείτε τις λίγο για τον εαυτό σας, γιατί αυτό ακριβώς μας κάνετε μήνες τώρα, μπουκάροντας απρόσκλητη στο διαμέρισμά μας και ανακατεύοντας τα πάντα χωρίς λόγο! Κι αν μιλάμε για αστυνομία, μη νομίζετε ότι δεν μπορώ και εγώ να πάρω μέτρα ελπίζω όμως να μην χρειαστεί και να καταλάβατε το μήνυμα! λέει ο Σάββας, ντύνεται και φοράει παπούτσια για να φύγει.
Λοιπόν, αγαπημένοι μου πεθεροί, χρόνια πολλά για τη γιορτή! Στην κουζίνα άφησα για σας, κύριε Ανδρέα, ένα καλό ουίσκι, και για εσάς, κυρία Αγγελική, μπουκάλι εκλεκτό κρασί και τα αγαπημένα σας αρώματα. Η Έλενα είπε ότι αυτά προτιμάτε! λέει ο Σάββας με ένα χαμόγελο πιο τρυφερό αυτή τη φορά και κλείνει διακριτικά την πόρτα πίσω του.
Η Αγγελική, μέσα στα νεύρα, ανοίγει το ουίσκι που έφερε ο γαμπρός, βάζει ένα ποτηράκι και το κατεβάζει μιας, πίνοντας δίπλα και καφέ, που πια είναι πεντακάθαρος χάρη στο καθάρισμα που είχε κάνει ο Σάββας στη μηχανή.
Να σου πω, Αγγελική, διπλωματία ο άνθρωπος! Το σχεδίασε τέλεια. Και το φινάλε; Πικρή η δόση αλλά χρήσιμη, και άφησε και καλή γεύση! ο Ανδρέας παίρνει το μπουκάλι με το ουίσκι, το μπουκέτο με τα καλά αρώματα και το μισογεμάτο κρασί ,
Λοιπόν, γυναίκα, χρόνια πολλά! Φαίνεται, πρώτος ο Σάββας σε συνεχάρη φέτος! Και το ευχαριστήθηκες και θέατρο είδες, και κρασάκι ήπιες, και τα αρώματά σου πήρες, βάλε και βραδινό φόρεμα και πάμε για Οι Περιπέτειες του Ατίθασου με τα εισιτήρια που σου βρήκα εγώ! της κλείνει το μάτι ο Ανδρέας, βγάζοντας από πίσω από το ψωμί δυο εισιτήρια θεάτρου.
Έκτοτε, η Αγγελική δεν ξαναμπήκε απρόσκλητη στο σπίτι της Έλενας και του Σάββα χωρίς πολύ σοβαρή αιτία ή προειδοποίηση, αλλά ούτε κράτησε κακία. Εκτίμησε την ευρηματικότητα του νεαρού γαμπρού και κατάλαβε τα όριά τους. Ο Σάββας μπορεί πλέον να κοιμάται ήσυχος μετά τη δουλειά, χωρίς να φοβάται μήπως η πεθερά του ανακατεύει τα συρτάρια του!





