Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου
Σήμερα γράφω στο ημερολόγιό μου με ένα περίεργο, γλυκόπικρο αίσθημα Μάλλον δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό το φετινό γενέθλιο. Ο Νικόλας, ο σύζυγός μου, 45 χρόνων, «κατάφερε» να ξεχάσει για ακόμη μια φορά την πιο ξεχωριστή μου μέρα. Κι όχι απλώς το ξέχασε: αυτήν ακριβώς την Παρασκευή αποφάσισε να πάει για ψάρεμα στη λίμνη στον Μαραθώνα μαζί με τους φίλους του! Ούτε που πέρασε το μυαλό του πως ήταν η δική μου μέρα.
Στα πενήντα του, ο Νικόλας μπορεί να θυμάται άψογα πότε πρέπει να αλλάξει λάδια στο αυτοκίνητο, τι καιρό προβλέπεται και πότε ακριβώς ξεκινούν τα τσιμπήματα στα ψάρια. Όμως, τις οικογενειακές στιγμές φαίνεται να τις σβήνει ο χρόνος Συνήθως, τον σώζω έγκαιρα με νύξεις, αυτοκόλλητα σημειωματάκια στο ψυγείο ή άμεσες ερωτήσεις. Αυτό το γενέθλιο, όμως, το ήθελα αλλιώς. Δεν ήθελα υπενθυμίσεις ούτε ικεσίες. Υποτίθεται, έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια γάμου, κάτι μένει
Το πρωί της Παρασκευής, λοιπόν, ο Νικόλας έτρεχε πανικόβλητος στο διαμέρισμα, ψάχνοντας μπερδεμένα θερμός και δολώματα. «Αριάδνη, είδες το θερμός μου; Οι υπόλοιποι έχουν ήδη φθάσει. Πάμε στη λίμνη τώρα που είναι κατάλληλη στιγμή. Θα γυρίσω Κυριακή, δε θα έχουμε ιδιαίτερη επικοινωνίακινητό δεν πιάνει καλά», μου είπε, μου έδωσε ένα φευγαλέο φιλί στο μάγουλο χωρίς να με κοιτάξει και πρόσθεσε ανέμελα: «Μην κατσουφιάζεις Πάρε κάτι καλό να φας!»
Με το που έκλεισε η πόρτα, βουβή στάθηκα μπροστά στο ημερολόγιο τοίχου: 28 Φεβρουαρίου, τυλιγμένο με κόκκινο μαρκαδόρο· τα γενέθλιά μου Πόνεσα πολύ. Μετά, μέσα μου πάγωσα και βρήκα μια ησυχία παράξενη. Και τότε άρχισε να γεννιέται ένα σχέδιο που ήξερα ότι θα τον αναγκάσει να θυμάται αυτή τη μέρα για πάντα.
Ο Νικόλας έχει ένα μικρό χρηματοκιβώτιο στο στούντιό του. Ο θησαυρός του, συγκεντρωμένος εδώ και δύο χρόνια για τον «καινούργιο εξωλέμβιο», που τόσο επιθυμούσε για τον μικρό φουσκωτό. Τον κωδικό φυσικά τον ήξερα η «τέλεια» μνήμη του καμιά φορά προδίδει Η περιουσία εκεί μέσα πλησίαζε τα δέκα χιλιάδες ευρώ. Άνοιξα το χρηματοκιβώτιο και πήρα την απόφαση: ήρθε η ώρα να διεκδικήσω για μένα όλα αυτά που πάντα ανέβαλλα «για το κοινό καλό».
Το Σαββατοκύριακο το πέρασα όπως ποτέ πριν. Παράγγειλα catering με μεζέδες και μπακλαβάδες, κάλεσα τις φίλες μου, στόλισα το διαμέρισμα με λευκά κρίνα κι ανεμώνες. Γλυκό, κρασί, γέλια, μουσική μέχρι αργά. Το Σάββατο βράδυ, δείπνο με θέα την Ακρόπολη. Κυριακή πρωί στο spa. Ό,τι πραγματικά επιθύμησα! Και, επιτέλους, απέκτησα εκείνη τη χειροποίητη καρφίτσα με το μπλε μάτι που κάθε φορά θαύμαζα στη στοά αλλά δεν αγόραζα πάντα για «κοινό σκοπό».
Κυριακή βράδυ, μπαίνει ο Νικόλας, πανευτυχής με έναν κουβά γεμάτο ψάρια: «Έλα να δεις τη λεία! Περάσαμε φανταστικά!». Μπαίνει στο σαλόνι και παγώνει: πάνω στο τραπέζι άδεια μπουκάλια, γωνιές με πράσινα λουλούδια, σακούλες με το λογότυπο των πιο ακριβών καταστημάτων. Τα μάτια του γουρλώνουν. «Τι έγινε εδώ; Είχαμε κόσμο;»
«Ε, βέβαια. Ήταν τα γενέθλιά μου σήμερα. Έκλεισα τα σαράντα πέντε. Θυμάσαι;» του απάντησα ήρεμη.
Σταμάτησε απότομα. Ξεφύσηξε βαθιά. «Άντε, Αριάδνη συγγνώμη, μου διέφυγε τελείως, ήμουν μες στα τρεξίματα»
Τον κοίταξα στα μάτια. «Το καταλαβαίνω, γι αυτό κι εγώ αποφάσισα να μην χαλάσω τη διάθεση. Τα οργάνωσα όλα μόνη. Ακόμη κι το δώρο μου το διάλεξα εγώ».
Έριξε βλέμμα πανικού προς το στούντιο. Η πόρτα του χρηματοκιβωτίου ανοιχτή. Σκάλωσε, έτρεξε εκεί επέστρεψε αναιμικός στο πρόσωπο. «Τα λεφτά πού είναι; Μαντεύω ότι τα ξόδεψες»
Χαμογέλασα γλυκά. «Να, κοίτα γύρω σου: τα απόλαυσα όλα εδώ, για μένα. Δυο χρόνια τα φύλαγες για μηχανή, εγώ περίμενα είκοσι πέντε χρόνια να με προσέξεις Ήρθε η στιγμή να κάνω κάτι για μένα».
Έπεσε αθόρυβα στον καναπέ, μια κοιτούσε την ψαριά, μια το άδειο χρηματοκιβώτιο, μια εμένα. Δεν αντιμίλησε τυπικά, άλλωστε, τα οικονομικά μας ήταν κοινά.
Έκανε τα ψάρια φιλέτο αμίλητος.
Έχουν περάσει έξι μήνες. Ξανά μαζεύει χρήματα για τον εξωλέμβιο. Μα πλέον το κινητό του σφυρίζει υπενθυμίσεις για κάθε οικογενειακή γιορτή, έναν μήνα, μια βδομάδα, και μια μέρα πριν! Κάποια μαθήματα βγαίνουν ακριβά αυτό όμως το έμαθε για πάντα.




