Άδειος Χώρος
Έγινες ένας άδειος χώρος, Ειρήνη. Καταλαβαίνεις; Ένας άδειος. Χώρος.
Το είπε ίσια, σχεδόν ρηχά, σα να διάβαζε μια λίστα για τα ψώνια. Στεκόταν στο παράθυρο, με την πλάτη γυρισμένη, κοιτώντας στην εσωτερική αυλή. Έξω ένας κύριος έβγαζε βόλτα μια μικρή, φουντωτή, κοντή σκυλίτσα ένα κοκκινωπό κόκερ που τραβούσε γεμάτη χαρά το λουρί προς μια λακκούβα με νερό.
Η Ειρήνη Ασημακοπούλου ήταν καθισμένη στον καναπέ, με μια κούπα τσάι ξεχασμένη στα χέρια. Το τσάι της είχε παγώσει εδώ και είκοσι λεπτά, αλλά κρατούσε ακόμα την κούπα, σα να μην ήξερε πού ν’ αφήσει τα χέρια της.
Τι εννοείς; ρώτησε πολύ σιγανά.
Αυτό που λέω. Ο Χρήστος γύρισε τελικά προς το μέρος της. Το βλέμμα του αδιάφορο, λίγο κουρασμένο, σα να αναγκαζόταν πάλι να εξηγεί τα αυτονόητα. Σε κοιτάω και δεν βλέπω τίποτα. Κενό. Γκριζάδα. Κυκλοφορείς, μαγειρεύεις, κοιμάσαι. Σα να είσαι ένα έπιπλο, Ειρήνη. Καλό έπιπλο, αλλά έπιπλο.
Η Ειρήνη ακούμπησε ήσυχα την κούπα στο τραπέζι. Το πορσελάνινο άγγιξε γλυκά το ξύλο και ακούστηκε ένα μικρό κλινκ.
Δέκα χρόνια, είπε.
Τι «δέκα χρόνια»;
Ζήσαμε δέκα χρόνια μαζί.
Ε, λοιπόν; σήκωσε τους ώμους, πέρασε στο απέναντι σαλόνι, έκατσε στο πολυθρονάκι. Δέκα χρόνια, ίσως αρκετά για να καταλάβεις πού πάει το πράγμα. Δεν θέλω άλλο έτσι. Θέλω… κοντοστάθηκε, ψάχνοντας λέξη …θέλω να νιώθω κάτι. Και εσύ δεν μου το δίνεις. Δεν με εμπνέεις. Σαν να μην υπάρχεις καν, παρότι κάθεσαι εδώ.
Η Ειρήνη αισθάνθηκε κάτι βαθιά στο στήθος μια λεπτή, μικρή κολώνα μέσα της να αρχίζει αργά να λυγίζει.
Πού να πάω, Χρήστο;
Αυτό είναι δική σου υπόθεση. Σταύρωσε το πόδι. Το διαμέρισμα, ξέρεις, είναι στο όνομα της μάνας μου. Οπότε νομικά δεν έχεις θέση εδώ. Δεν σε πιέζω… μια βδομάδα φτάνει; Κάπου θα βρεις να πας.
Φτάνει, επανέλαβε μηχανικά.
Όμορφα. Πήρε το κινητό του από το τραπεζάκι και άρχισε να σκρολάρει. Η συζήτηση για εκείνον, φαινόταν, είχε τελειώσει.
Η Ειρήνη σηκώθηκε, μπήκε στο υπνοδωμάτιο, έκλεισε την πόρτα. Ξάπλωσε πάνω από το κάλυμμα, κοιτώντας το ταβάνι. Το ταβάνι λευκό, με μια λεπτή μουντζούρα στη γωνία, που εδώ και δυο χρόνια έλεγε να τη βάψει. Ποτέ δεν το έκανε.
Πίσω από τον τοίχο έπαιζε σιγανά τηλεόραση. Ο Χρήστος βρήκε αλλού να ασχοληθεί.
Δεν έκλαψε. Μόνο κοιτούσε το λευκό ταβάνι με το σημάδι. Κάπου βαθιά, μέσα στο στέρνο, βασίλευε μια ησυχία ίδια με εκείνη αμέσως όταν διαλύεται το τζάμι στην καταιγίδα.
***
Η βδομάδα έγινε ένας θολός, ιδιόμορφος χρόνος. Ο Χρήστος χαμένος, επέστρεφε ελάχιστα, έφευγε νωρίς. Δεν έλεγαν λέξη πια. Η Ειρήνη μάζευε πράγματα ήταν αστεία το πόσο λίγα είχαν μείνει εκεί που ήταν στ’ αλήθεια δικά της. Δυο-τρεις φούστες, το χειμωνιάτικο παλτό, ένα κουτί με φωτογραφίες μιας άλλης ζωής, κάτι περιοδικά μοδιστρικής που κρατούσε χωρίς να ανοίγει τα τελευταία χρόνια.
Έφυγε αφήνοντας τα περιοδικά, μετά το μετάνιωσε και τα πήρε πίσω.
Τηλεφώνησε στη θεία της, τη θεία Μαρία, από τη μεριά της μάνας της τελευταία φορά την είχε δει στην κηδεία επτά χρόνια πριν. Η θεία Μαρία άκουσε, σώπασε κι έπειτα είπε:
Έλα εδώ, κορίτσι μου. Έχω ένα δωματιάκι. Μικρό, αλλά θα βολευτείς ώσπου να σταθείς στα πόδια σου.
Η θεία Μαρία έμενε στου Ζωγράφου, στην άκρη της Αθήνας, εκεί που το λεωφορείο περνά μια φορά την ώρα κι ο φούρνος της γειτονιάς είναι ο μόνος σε τρεις δρόμους. Η Ειρήνη ποτέ δεν είχε συμπαθήσει τη γειτονιά. Παλιακά διαμερίσματα, ξεσχισμένες τέντες πάνω απ τα μπαλκόνια, πικροδάφνες και τριανταφυλλιές που κάλυπταν τα πάντα κατά τον Μάιο.
Έφτασε τη βράδυ της Παρασκευής με δυο τσάντες κι ένα βαλιτσάκι.
Πω πω, πού μαράζωσες έτσι, είπε η θεία Μαρία, ανοίγοντας. Χαμηλή, στρουμπουλή, με καλοσυνάτο πρόσωπο ρυτιδιασμένο και οσμή λεβάντας και γλυκάνισου πάνω της. Πέρασε, μην στέκεσαι στο κατώφλι. Θες φαγητό;
Όχι, θεία Μαρία.
Πρέπει, της απάντησε κι έφυγε στην κουζίνα.
Το δωμάτιο ήταν μικρό, με ένα στενό καναπεδάκι, μια παλιά ντουλάπα και ένα παράθυρο που έβλεπε κατ ευθείαν στον απέναντι τοίχο της πολυκατοικίας. Ταπετσαρίες ξεθωριασμένες, που κάποτε ήταν γαλανές. Στο περβάζι τρεις γλάστρες με άνθη γεράνι, ζωηρά, κόκκινα.
Η Ειρήνη άφησε τις τσάντες της, κάθισε στον καναπέ. Τα ελατήρια έβγαλαν ένα μικρό παραπονιάρικο ήχο.
Θες τσάι; φώναξε η θεία Μαρία.
Θέλω, απάντησε η Ειρήνη.
Και εκεί, σ’ εκείνο το δωματιάκι με τα γεράνια και τη ξεθωριασμένη ταπετσαρία, δάκρυσε τελικά.
***
Ήρθε μετά ένας μακρύς, δύσκολος καιρός.
Ώρες όπου ούτε ο ήλιος δεν θες να σηκωθείς, από άγνοια γιατί να σηκωθείς καν. Ξυπνούσε στις έξι, άκουγε τη θεία Μαρία στην κουζίνα να ζεσταίνει νερό, τα φρένα των ελάχιστων αυτοκινήτων έξω. Έπλενε πρόσωπο, έπινε τσάι κοιτώντας τον τυφλό τοίχο από το παράθυρο.
Η θεία Μαρία ήξερε. Δεν ρωτούσε, ούτε συμβούλευε ούτε έλεγε «θα περάσει» ή «θα βρεις κάτι καλύτερο». Της έδινε σπιτικό φαγητό, την άφηνε να βλέπει τηλεόραση, και πού και πού, έβγαζε τράπουλα και έλεγε:
Να παίξουμε λίγο δηλωτή;
Κι έπαιζαν, με σχεδόν σιωπή.
Λίγα τα χρήματα της Ειρήνης. Από μια μικρή αποταμίευση τριάντα χιλιάδων ευρώ (όση άξιζε για έναν με ενάμιση μήνα χωρίς να ζει μεγάλη ζωή). Δεν έκανε σπατάλες.
Τα τελευταία χρόνια δούλευε λογίστρια σε μικρή κατασκευαστική, και ευτυχώς δεν την έχασε αυτή τη δουλειά. Τρεις φορές την εβδομάδα ταξίδευε ως το γραφείο στου Παγκρατίου, αρχειοθετούσε τιμολόγια και χρεώσεις, παίρνοντας μισθό δυόμισι χιλιάδων ευρώ αρκετά ίσα για να ζει και να δίνει στη θεία Μαρία μερικά χρήματα για το δωματιάκι, που εκείνη αρνιόταν να πάρει μέχρι που η Ειρήνη έβαλε το φάκελο στο τραπέζι κι έφυγε.
Τα βράδια ήταν τα δύσκολα. Καθόταν, κάτω από τη λάμπα, και το μυαλό της δούλευε σε κύκλο. Δέκα χρόνια δεν είναι λίγα. Δέκα χρόνια πρωινά, σούπες για γερό χειμώνα, γιορτές, διακοπές στο Πήλιο, καβγάδες και συμφιλιώσεις. Κι εκείνος την έλεγε κενή. Ίσως να ήταν όντως κενή. Ίσως έσβησε εκείνη εντός της χωρίς να το πάρει χαμπάρι ή μήπως έσβησε εκείνος, ή κι οι δύο.
Άνοιγε συχνά τα παλιά τους μηνύματα. Φωτογραφίες από το Ναύπλιο τρία χρόνια πριν: αυτός την αγκαλιάζει γελώντας κι εκείνη γελάει. Μα τι γελούσαν τότε;
Τέτοια βράδια πήγαινε νωρίς για ύπνο και κρυβόταν κάτω απ το πάπλωμα.
Μια νύχτα, η θεία Μαρία πρόβαλε στη μισάνοιχτη πόρτα:
Κοιμάσαι, Ειρήνη;
Όχι, ακόμα.
Σ ακούω. Σιωπή. Πεινάς καθόλου;
Όχι, θεία.
Ε, τότε καλό βράδυ. Ακόμα μια σιωπή. Να ξέρεις, εγώ έδιωξα τον άντρα μου κάποτε μόνη μου. Πολύ παλιά, πριν γεννηθείς. Νόμιζα πως θα πεθάνω από τη λύπη. Δεν πέθανα.
Ακούστηκε η πόρτα να κλείνει. Η Ειρήνη συλλογίστηκε: Σχεδόν πενήντα χρονών τώρα, Ειρήνη. Πάλι απ την αρχή, σα να ναι εύκολο.
***
Τη ραπτομηχανή την ανακάλυψε στο δεύτερο μήνα.
Η θεία Μαρία της ζήτησε να κατεβάσει από το πατάρι ό,τι είχε στοιβαχτεί εκεί δεκαπέντε χρόνια τώρα: ένα μπαούλο εργοχείρων. Η Ειρήνη δέχτηκε, γιατί έπρεπε να απασχολήσει τα χέρια κι το νου της.
Βρήκε παλιά τεύχη Meres Gia Spiti, μια σπασμένη ομπρέλα, κουτιά με κουμπιά, δύο κενά μπουκαλάκια αρώματος, κάρτες σε μωβ πακέτο από το Μάρτη του 87. Κι εκεί βαθιά, ένα αντικείμενο τυλιγμένο σε παλιά κουβέρτα.
Την ξετύλιξε.
Ήταν μια παλιά, βαριά ραπτομηχανή Singer, με χρυσές διακοσμήσεις στις άκρες, ξεθωριασμένες μα όμορφες. Επάνω, με καλλιγραφικό γράμμα, διάβαζες ακόμα «Σταυρούλα».
Θεία Μαρία! φώναξε η Ειρήνη.
Η θεία ανέβηκε με το ποτηράκι της στη χέρι.
Ωωω, η Singer της θείας μου της Σταυρούλας! Είχα ξεχάσει πως την φύλαγα. Δεν ξέρω αν λειτουργεί ακόμη Πολλά χρόνια ακούνητη.
Να δοκιμάσω;
Η θεία την κοίταξε προσεκτικά.
Ήξερες;
Κάποτε ναι.
Πάρε την λοιπόν.
Η Ειρήνη τη μετέφερε στο τραπέζι του δωματίου, τράβηξε το ξεθωριασμένο κάλυμμα, αφαίρεσε ό,τι είχε μείνει στη σαΐτα από την τελευταία απόπειρα ραψίματος πριν δεκαετίες, βρήκε σε κουτί του νήμα, βελόνες, μια παλιά μεζούρα, ένα ψαλιδάκι χωρίς πολύ κόψη.
Το λαδάκι είχε ξεραθεί πήγε ως τον τσαγκάρη να πάρει καινούριο. Λίπανε, έτριψε με μπαμπακί, γύρισε τη μανιβέλα. Πήγε σφιχτά, μετά πιο μαλακά.
Έκατσε μπροστά στη μηχανή για ώρες. Έβαλε νήμα, δοκίμασε πάνω σε κομμάτι παλιού σεντονιού.
Η μηχανή άρχισε να δουλεύει: σιδερένια, με νοσταλγικό καστραρισμένο ήχο. Η Ειρήνη ένιωσε παράξενο μούδιασμα, σαν να αίμα στην παγωμένη παλάμη να επιστρέφει λίγο επίπονα αλλά ζωηρό.
Έκοψε τη φόδρα. Ευθεία ραφή σχεδόν τέλεια.
Κάτι αναδεύτηκε στο πίσω μέρος του μυαλού.
***
Ήταν δεκαοχτώ, πάντα έραβε. Από ό,τι υπήρχε: φορέματα παλιά της μητέρας, υφάσματα ευκαιρίας, χαρίζοντας σχήμα καινούριο. Στο ραφτάδικο της κυρίας Ρούλας απέναντι από το ΙΕΚ, χάζευε τα χέρια της, τη γραμμή κοπής, το σιδέρωμα. Η Ρούλα όλο της εξηγούσε ήξερε πως η κοπέλα έβλεπε.
Ήρθε μετά ο Χρήστος, ο γάμος, τα καθημερινά όλα μαζί και πολύ. Τη δική της μικρή ραπτομηχανή, αγορασμένη στην πρώτη δουλειά, αναγκάστηκε να πουλήσει όταν μετακόμισαν: εκείνος έλεγε πως πιάνει άδικα χώρο στο μικρό δυάρι. Δεν αντέδρασε. Η αγάπη νόμιζε έφερνε άλλα πρώτα.
Μετά τα χρόνια πέρασαν, και το ράψιμο ξέχασε, εκτός όταν έβλεπε κάνα ωραίο φόρεμα σε βιτρίνα, σκεφτόταν: αυτό, να το έραβα. Ποτέ δεν το έκανε.
Τώρα, σε τούτο το μικρό δωματιάκι στη Ζωγράφου, άκουγε τη Singer να χτυπά σταθερά.
Την επομένη, κατέβηκε στην τοπική λαϊκή όχι σε εμπορικό, μα στη λαϊκή, όπου τα υφάσματα απλώνονταν σε ρολλά, ύφασμα φτηνό, μισό μέτρο λινό ή βαμβακερό, ό,τι τραβούσε η ψυχή σου.
Περπάτησε στα τραπεζάκια, χάιδευε τα υφάσματα λινό, κρεπ, ελαφρύ χειμερινό ύφασμα. Στάθηκε σ ένα γκριζομπλέ βαμβάκι, με ματ υφή.
Πόσο; ρώτησε την κυρία.
Τέσσερα μέτρα και κάτι.
Όλο.
Της το τύλιξε με μεράκι.
Τι θα φτιάξετε;
Φόρεμα, είπε η Ειρήνη.
Ήχος ευθύτητας και της άρεσε.
***
Έκοβε το ύφασμα στο πάτωμα: άπλωνε, καρφίτσωνε το πατρόν που σχεδίασε από μνήμης και ένα παλιό περιοδικό. Μια απλή γραμμή, ίσια, με ζωνάκι, γιακά-στυλ-μαο, μανίκι τρία τέταρτα. Ούτε κόλπα ούτε φανφάρες.
Η θεία Μαρία μόνο κοιτούσε σιωπηλή. Κάποτε της άφησε μια κούπα τσάι πλάι της.
Όμορφο το ύφασμα, ψέλλισε.
Το πρώτο λεπτό μόνο φοβόταν να κόψει. Με το καινούριο ψαλίδι στο συρτάρι. Μόλις πήρε το πρώτο μήκος, έφυγε κάθε φόβος.
Έραβε τρεις μέρες όχι λόγω δυσκολίας, αλλά γιατί δεν ήθελε να βιάζεται. Έραβε βράδια μετά το λογιστήριο. Όλα με τη σειρά: γαζιά στο πλάι, φερμουάρ πίσω, γιακά, μανίκια, σιγά σιγά.
Όταν κολλούσε κάπου, σταματούσε. Ξήλωνε αν χρειαστεί.
Η Singer δούλευε αθόρυβα, οικεία. Εκείνες τις ώρες ο νους της αδειάζε. Σκεφτόταν μόνο το ύφασμα, τη γραμμή, πώς να καμπυλώσει τη ραφή του γιακά σωστά.
Την τρίτη νύχτα έκανε την τελική ραφή. Σιδέρωσε, το κρέμασε στο σύρμα. Ένα καλό φόρεμα: απλό, με ήσυχες καμπύλες. Το ζωνάκι στολίδι στη μέση, ο ψηλός γιακάς κομψότητα.
Το δοκίμασε.
Στάθηκε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της θείας Μαρίας. Παλιός, μα γνήσιος.
Η Ειρήνη κοιτούσε το είδωλό της για ώρα, ένα ή δυο λεπτά, ίσως περισσότερο.
Από το καθρέφτη την κοιτούσε μια γυναίκα. Όχι «καμιά», όχι «έπιπλο», μα γυναίκα πενήντα χρονών, με σκούρα μαλλιά, δεμένα απλά, με ίσια πλάτη και μάτια που ανάβανε σιγά-σιγά.
Το φόρεμα έπεφτε τέλεια. Πάρα πολύ καλά.
Ειρήνη! φώναξε η θεία Μαρία από την κουζίνα. Έλα να μας πεις πώς βγήκε.
Εμφανίστηκε στην κουζίνα με το φόρεμα.
Η θεία γύρισε από το μάτι, κοίταξε σιωπηλή για μια στιγμή.
Ε, τώρα μιλάμε, είπε ήρεμα.
Και γύρισε και πάλι στη κατσαρόλα. Όμως η Ειρήνη είδε το μισοχαμόγελο.
Γύρισε και κάθισε στον καναπέ της. Χάιδεψε το ύφασμα στο γόνατο. Μαλακός, ήσυχος. Δεν τράβαγε πουθενά. Έπεφτε σωστά.
Ο μικρός της στυλοβάτης ανόρθωνε λίγο.
***
Το φόρεσε Σάββατο πρωί.
Απλά, μια βόλτα. Η θεία Μαρία ήθελε κάποια χάπια για την πίεση, πήρε λοιπόν τη συνταγή της, φόρεσε το γκριζομπλέ φόρεμα κι ένα ανοιχτό σακάκι από τη βαλίτσα, και βγήκε.
Ο ήλιος ζεστός, ο αέρας καθαρός, φθινοπωρινός. Οι πικροδάφνες είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν.
Βάδιζε ήρεμη, αλλιώτικη. Έβλεπε: ένας γάτος στον πρώτο όροφο χαζεύει ατάραχος. Μια γιαγιά γνέθει ένα μπλε νήμα στο παγκάκι. Κάποιο παιδί τραβάει τη μαμά προς μια λακκούβα, η μαμά χαμογελάει.
Το φαρμακείο ήταν λίγο παραπέρα. Πάρα δίπλα ένα τρομερά μικρό καφέ, „Η Γωνιά”. Έγραφε „φρέσκο ψωμί, καφές”.
Μπήκε μέσα. Παρήγγειλε εσπρέσο σκέτο και κουλούρι Θεσσαλονίκης γιατί σήμερα μπορούσε.
Μικρό μαγαζάκι, πέντε τραπέζια. Σε μια γωνία, κυρία γύρω στα εξήντα πέντε, καλοχτενισμένη, με μεγάλα σκουλαρίκια, κάθεται με το κινητό της και σκέφτεται βαθειά. Της Ειρήνης της φάνηκε σα γυναίκα που έχει μάθει να διαλέγει.
Η Ειρήνη κάθεται κοντά στο παράθυρο.
Πέρασαν δέκα λεπτά. Έπινε τον καφέ της και αγνάντευε. Ήταν όμορφα. Ήρεμα.
Συγγνώμη.
Η κυρία με τα σκουλαρίκια την πλησίασε.
Δεν θέλω να ενοχλήσω, είπε, αλλά το φόρεμά σας είναι υπέροχο. Από πού το πήρατε;
Η Ειρήνη ξαφνιάστηκε.
Το έραψα μόνη μου.
Μόνη σας; Δηλαδή είστε μοδίστρα;
Όχι, απλά… ξέρω να ράβω. Θυμήθηκα πρόσφατα.
Αυτό το κόψιμο… Φαίνεται απλό, κι όμως είναι δουλεμένο. Καταλαβαίνω, παλιά δούλευα σε ατελιέ.
Ευχαριστώ, είπε μόνο.
Μαργαρίτα Παπαδημητρίου, συστήθηκε. Για τους φίλους, Μαργαρίτα.
Ειρήνη.
Ειρήνη, έχω μια παράκληση. Ίσως να σας φανεί παράξενη: σε τρεις εβδομάδες έχω τα γενέθλιά μου, κλείνω τα εξήντα πέντε. Θέλω να φορέσω κάτι πραγματικά όμορφο, μα στα καταστήματα τίποτα δεν μ’ αρέσει. Αυτό που φοράτε είναι ακριβώς ό,τι έψαχνα. Θα ράβατε για μένα;
Η Ειρήνη την κοίταξε σοβαρά. Η Μαργαρίτα ατάραχη, ήσυχα πρόσμενε.
Κάτι έσπασε μέσα της.
Θα το έραβα, είπε.
***
Η Μαργαρίτα ήρθε μετά δυο μέρες. Έφερε ύφασμα βαθύ μπορντό, μεταξωτό, διαλεχτό από το μεγάλο μαγαζί στην Ερμού.
Η Ειρήνη πήρε τα μέτρα της στο τραπέζι χωρίς βιβλία. Σημείωσε σε τετράδιο. Μετά, πίνοντας τσάι στης θείας Μαρίας, σκίτσαρε πέντε σχέδια – η Μαργαρίτα διάλεξε το πιο διακριτικό: ελαφρώς φαρδύ προς τα κάτω, μανίκι τρία τέταρτα, V ντεκολτέ.
Αυτό, αποφάσισε.
Σε δύο εβδομάδες θα 'ναι έτοιμο.
Τι χρωστάω;
Η Ειρήνη τα 'χασε.
Δεν ξέρω.
Να σας πω εγώ. Της είπε μια τιμή ατελιέ όσο έπαιρνε η Ειρήνη ως λογίστρια σε μισό μήνα.
Σύμφωνοι.
Όταν η Μαργαρίτα έφυγε, η θεία Μαρία εμφανίστηκε:
Καλή τιμή, σχολίασε χαμηλόφωνα.
Καλή, είπε η Ειρήνη.
Ράβεις καλά, Ειρήνη μου.
Το βλέμμα της έγινε ήρεμο.
Θεία, γιατί με φιλοξένησες; Δεν γνωριζόμασταν σχεδόν.
Είσαι κόρη της Δέσποινας, απάντησε. Εκείνη με έσωσε κάποτε. Της το χρωστάω.
Ξαναχάθηκε στην κουζίνα.
Η Ειρήνη πήγε στο παράθυρο. Ο απέναντι τοίχος, ανέτοιμος, είχε εν τω μεταξύ ένα τεράστιο γραφίτι: γαλάζια λουλούδια να τυλίγονται στο σκυρόδεμα.
***
Το φόρεμα της Μαργαρίτας ήταν μια άλλη υπόθεση. Όχι για τον εαυτό της, για άλλη γυναίκα. Ευθύνη το ένιωθε κάθε φορά που έραβε.
Έκοψε προσεκτικά, σταθερά. Δίσταζε το μετάξι δεν συγχωρούσε. Έπειτα αποφάσισε: όταν κόβεις, κόβεις.
Το μπορντό φόρεμα χρειάστηκε πέντε μέρες. Προσεγμένο, χωρίς καμία λάθος βελονιά. Κάθε λεπτομέρεια περασμένη σωστά. Το φερμουάρ στο χέρι.
Όταν η Μαργαρίτα ήρθε για την πρώτη πρόβα, φαινόταν όλο στο πρόσωπό της.
Θεέ μου! ψιθύρισε στον καθρέφτη. Τελείως άλλη εγώ.
Εσείς είστε, είπε η Ειρήνη. Σε καλό φόρεμα απλώς.
Όχι, είναι κι άλλο, κούνησε το κεφάλι της. Σαν να μη θέλω να σκύβω όταν το φοράω.
Εκεί στη φούστα ήθελε ένα μικρό μάζεμα. Η Μαργαρίτα δεν ήθελε να το βγάλει.
Έχω να σας συστήσω μια φίλη, τη Σοφία, έχει κι εκείνη γενέθλια θέλει σακάκι. Θέλετε τον αριθμό της;
Θέλω.
Κι η νύφη μου παντρεύεται πάλι. Θέλει φόρεμα. Θα το αναλάβετε;
Φυσικά.
Η Μαργαρίτα ένευσε χαμογελώντας.
***
Οι επόμενοι δύο μήνες ήταν τρικυμία. Της καλής… Παραγγελίες απ’ τη Σοφία, μετά μια άλλη κυρία, μετά η κόρη ενός φίλου της Μαργαρίτας για βραδινό φόρεμα. Εκείνη το ανέβασε στο social κι ήρθαν ακόμη τρεις.
Το δωμάτιο της θείας Μαρίας μικρό υπερβολικά πια. Ύφασμα παντού στον καναπέ, στο περβάζι, στο καρεκλάκι. Η Singer δούλευε απόγευμα, κανένα πρωί Σαββάτου.
Η θεία Μαρία δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Μία πρωία μόνο:
Ειρήνη, θες μεγαλύτερο χώρο πια.
Το ξέρω.
Εδώ δεν γίνεται.
Το καταλαβαίνω.
Είχε ήδη σκεφτεί να φύγει. Τα χρήματα συνέρεαν. Για πρώτη φορά, περισσότερα από το λογιστήριο μισού χρόνου. Οι παραγγελίες συνέχιζαν.
Πήγε κέντρο, έψαξε μικρούς χώρους. Οι δύο πρώτοι μουχλιασμένοι. Τρίτος, σε διώροφο, νεοκλασικό στην Πλάκα φως, μεγάλα παράθυρα, ξύλινα πατώματα. Ακριβό όμως.
Έκανε λογαριασμούς: νοίκι, επαγγελματική ραπτομηχανή, οβερλοκ, τραπέζι κοπής όλα. Θα χρειαζόταν τα μαζεμένα και λίγο δανεικά.
Πήρε, σχεδόν χωρίς να καταλάβει το γιατί, τηλέφωνο τη Μαργαρίτα.
Θέλω τη γνώμη σας, της εξήγησε.
Νοίκιασε το χώρο, απάντησε. Τα δανεικά από εμένα, χωρίς τόκο. Όταν μπορέσεις.
Δεν μπορώ να το δεχτώ…
Ειρήνη, την έκοψε ήρεμα, μου χάρισε τα πιο ωραία γενέθλια. Άφησέ με ν’ ανταποδώσω. Δεν είναι ελεημοσύνη. Έτσι βοηθιούνται οι άνθρωποι.
Σώπασε.
Και τέσσερις φίλες μου περιμένουν ήδη! Με συμφέρει να έχεις σωστό εργαστήριο!
***
Το ατελιέ άνοιξε αρχές Δεκέμβρη.
Μετέφερε τη Singer δεν ήταν πια πραγματικό εργαλείο, περισσότερο φυλαχτό. Η καινούρια, επαγγελματική, δουλειά γρήγορη και αψεγάδιαστη. Η Singer όμως είχε τη δική της θέση στο παράθυρο.
Ήσυχο, φωτεινό το εργαστήριο. Τραπέζι κοπής, δύο σταθμοί ραψίματος, ράφια με υφάσματα και κουμπιά, μεγάλο καθρέφτη. Βαλε κι εφτά σκίτσα στους τοίχους. Η θεία Μαρία καμάρωσε, έτριψε τα ράφια, στάθηκε πολύ ώρα στον καθρέφτη.
Ωραία, είπε στεγνά.
Θέλω να σας επιστρέψω, θεία, της έδωσε το φάκελο. Για το δωμάτιο, για όλα.
Δεν χρειάζεται…
Εγώ τα μέτρησα. Πάρτε τα.
Η θεία τον πήρε. Έκανε κύκλο στο δωμάτιο.
Ήθελα νέο ψυγείο το παλιό έχει γίνει μοτέρ.
Πάμε τώρα να το πάρουμε, της είπε.
Διαλέξανε μεγάλο, διπλής πόρτας. Ήρεμη, η θεία λέγοντας καλό είναι.
***
Ο Δεκέμβρης έφερε πολλές παραγγελίες. Όλοι ήθελαν ρούχα για γιορτές. Η Ειρήνη δουλεύε ως και εννιά το βράδυ, τρίτο τσάι και το ήρεμο τακ του μηχανήματος.
Τον Γενάρη προσέλαβε βοηθό τη Στέλλα, νέα μάνα με ταλέντο στη φινέτσα και μανίκια. Τη μάθαινε, και είχε χαρά που δίδασκε. Άφησε τη δουλειά στη λογιστική. Ζήτησαν να κάτσει ακόμη λίγο, έμεινε ως Απρίλη.
Το Μάρτη την πήρε αγνώστη κυρία. Ήθελε μαθήματα ραπτικής.
Δεν είμαι δασκάλα.
Με σύστησε η Μαργαρίτα.
Ελάτε.
Κι από εκεί ξεκίνησαν τα πρώτα σεμινάρια.
Την άνοιξη έφυγε από τη θεία Μαρία. Νοίκιασε μικρό δυάρι κοντά στο ατελιέ. Λευκοί τοίχοι, παράθυρα. Έβαλε ριχτάρια της, κουρτίνες που έραψε μόνη.
Το πρώτο βράδυ, με τσάι στο χέρι κοίταζε την αυλή με τις λεύκες. Το σπίτι ήταν δικό της. Ξένο ακόμα, αλλά δικό της.
***
Η τυχαία συνάντηση με τον Χρήστο ήρθε στο τέλος του Μαΐου.
Γυρνούσε σπίτι μέσα από το παρκάκι. Το βράδυ ζεστό, με άρωμα γιασεμιού, τα φύλλα διαφανή στο φως της δύσης. Η τσάντα βαριά από υφάσματα.
Τον είδε στα είκοσι μέτρα και κατάλαβε αμέσως. Χαμένος, πιο αδύνατος. Το σακάκι του άκεφο, το βάδισμα αμυντικό. Κι αυτός την αναγνώρισε.
Ειρήνη, είπε όταν βρέθηκαν αντικριστά.
Χρήστο, καλησπέρα.
Ένα χνώτο αμηχανίας.
Φαίνεσαι καλά.
Ευχαριστώ.
Πέρασε μια γυναίκα με καρότσι κοντά τους.
Ειρήνη, να… ξεκίνησε ντροπαλά. Θέλεις να μιλήσουμε λίγο; Μόνο να μιλήσουμε.
Η Ειρήνη τον κοίταξε καλά. Είχε κουρασμένο πρόσωπο όχι δουλειάς, μα ζωής.
Πάμε να καθίσουμε;
Κάθισαν σε παγκάκι. Εκείνος κοιτούσε τα χέρια του.
Δεν ξέρω πώς να αρχίσω.
Όπως νιώθεις, του είπε.
Εκείνη έφυγε για την οποία… Ξέρεις. Εξαφανίστηκε πριν έξι μήνες. Είπε ότι βαρέθηκε, πως δεν έχω φιλοδοξίες. Μικρό γέλιο, πικρό. Καταλαβαίνεις το γελοίο;
Καταλαβαίνω.
Τώρα μένω στη μάνα μου. Η δουλειά έτσι κι έτσι, η εταιρεία έβαλε λουκέτο. Όλα γκρεμίστηκαν. Αναρωτιέμαι τι λάθος έκανα. Μεγάλο λάθος, Ειρήνη.
Η Ειρήνη τον άφησε να ολοκληρώσει.
Ήσουν πάντα εκεί. Τα έκανες όλα. Ήσουν αληθινή. Κι εγώ… Κάποτε συνειδητοποιώ: σε είπα άδειο χώρο. Μου κάνει λύπη.
Κοιτούσε τις λεύκες απέναντι.
Δεν φταις επειδή έπαψες να με αγαπάς. Αυτό συμβαίνει. Φταις για το πώς το είπες. „Άδειος χώρος”, „έπιπλο”. Αυτό πόνεσε. Δεν επειδή είσαι κακός, αλλά γιατί ήταν σκληρό. Το θυμάμαι καιρό.
Το ξέρω.
Αλλά μου έκανες και καλό με αυτό.
Την κοίταξε.
Με πέταξες έξω. Φοβόμουν, Χρήστο. Έφυγα με δυο τσάντες και τριάντα χιλιάδες ευρώ, χωρίς να ξέρω τι κάνω. Έμεινα στη θεία μου όπως ένα ορφανό, έκλαιγα κάθε βράδυ. Μετά βρήκα τη Singer, θυμήθηκα τη ραπτική. Ξεκίνησα για εμένα, μετά για άλλους. Τώρα έχω δικό μου εργαστήριο στο κέντρο, μισό χρόνο ήδη. Οι άνθρωποι έρχονται, μου αρέσει τι κάνω.
Αν δεν με είχες διώξει, θα ήμουν ακόμα εκεί, να βράζω φασολάδα και να μη γνωρίζω τον εαυτό μου.
Δηλαδή… με συγχωρείς;
Δεν κρατώ κακία. Αλλά δεν γυρίζω πίσω. Δεν επειδή το κάνω ως εκδίκηση, αλλά γιατί είμαι πλέον στη δική μου ζωή. Ίσως για πρώτη φορά.
Θα μπορούσαμε…
Όχι, Χρήστο.
Η σιωπή μακρά, όχι βαριά.
Η θεία Μαρία; ρώτησε.
Καλά. Της πήρα ψυγείο και πηγαίνω κάθε Κυριακή. Παίζουμε δηλωτή.
Ο Χρήστος χαμογέλασε ειλικρινά.
Ήσουν πάντα καλός άνθρωπος, Ειρήνη.
Κι εσύ δεν ήσουν κακός. Απλώς δεν ταιριάζαμε, ίσως και παλιά.
Σηκώθηκε, πήρε την τσάντα της.
Πρέπει να φεύγω.
Σε καταλαβαίνω. Να σαι καλά.
Και εσύ.
Προχώρησε στον πρώτο παράδρομο προς το σπίτι της. Για λίγα βήματα την ακολουθούσε το βλέμμα του. Ύστερα, τίποτα ίσως έστριψε κι αυτός.
Η λεύκα έριχνε σκιά στο δρόμο. Περπάτησε στη σκιά αυτή, η τσάντα στο χέρι, μέσα βαθύ πράσινο μαλλί και κατάλογος εξαρτημάτων. Το επόμενο πρωί ερχόταν η Μυρτώ, δασκάλα συνταξιούχος, που ήθελε μια φούστα: „όχι φουσκωτή, ίσια, αξιοπρεπή, και για το θέατρο και για το γιατρό”.
Η Ειρήνη σκεφτόταν το πατρόν και πώς να κάνει τη φούστα κατάλληλη για τη Μυρτώ, που ταν κοντή και γεμάτη στη μέση.
Ταυτόχρονα μύριζε το γιασεμί. Ένα αγοράκι πέρασε τρέχοντας, καβάλα στο πατίνι του, τραγουδώντας φωναχτά. Από το πρώτο όροφο, μυρωδιά τηγανιάς.
***
Εκείνο το βράδυ δεν δούλεψε άλλο στο εργαστήριο. Είχε βάλει κανόνα μετά τις εφτά να μην ανοίγει το μηχάνημα. Μόνο πήρε το τετράδιο με τα μέτρα. Εκεί κοντά στεκόταν η Singer. Μαύρη, με χρυσά στολίδια, ήσυχη.
Η Ειρήνη χάιδεψε το περίβλημα.
Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Ήταν λίγο αστείο να μιλά σε μια ραπτομηχανή. Σε ποιον αλλιώς όμως να πει ευχαριστώ για όλα αυτά; Τη θεία Μαρία, τη Μαργαρίτα, τη Στέλλα μάλλον σε όλους. Σε αυτό το παράξενο σύμπλεγμα συγκυριών που ξεκίνησε από μια ζεστή αδικία και την έφερε εδώ.
Πήρε το τετράδιο, έκλεισε τα φώτα. Κατέβηκε τη σκάλα.
Η Αθήνα ζούσε το βράδυ της. Κόσμος, αυτοκίνητα, παιδιά που γελούν τίποτα το ιδιαίτερο.
Πήρε από το „Φρέσκο Ψωμί” ένα ψωμάκι με ηλιόσπορους και ένα μικρό βαζάκι μέλι θυμαρίσιο της γριάς που πουλούσε πάντα στο πόστο της.
Καλό βράδυ, της είπε.
Κι εσένα. Μήπως θες να δοκιμάσεις αύριο το πρωί; Φετινή παραγωγή.
Θα το κάνω.
Γύρισε σπίτι. Στην τσάντα της ψωμί, μέλι, τετράδιο και κατάλογος. Στα ώμους τυλιγμένο το φόρεμά της, λινό, εκρού, με φαρδιές μανίκες. Ευχάριστο να το φοράς.
Με τα πόδια πήρε τον δρόμο για το σπίτι, δέκα λεπτά. Σκεφτόταν τα τεχνικά της Μυρτώς, ότι πρέπει να παραγγείλει νέες κλωστές, ότι η Στέλλα σιγά-σιγά φτιάχνει μόνη της εύκολα πατρόν.
Μετά, σταμάτησε να σκέφτεται και απλώς περπατούσε.
Ο ουρανός δυτικά υγρός, τριανταφυλλί. Χελιδόνια κάνανε κύκλους. Κάπου εκεί, ζούσε η ζωή με όλη της τη δυσκολία και τα απρόβλεπτά της.
Η ευτυχία, λένε, μετά το διαζύγιο σα να ναι διαφορετικό είδος. Η Ειρήνη δεν σκέφτηκε έτσι. Απλώς: γύριζε σπίτι. Έχει δουλειά που αγαπά. Έχει θεία Μαρία που θα δει Κυριακή. Πελάτισσες που φεύγουν με χαμόγελο. Τη Singer στο παράθυρο. Τον ουρανό με τα χελιδόνια.
Αυτό είναι αρκετό.
Όχι παραμύθι. Όχι δράμα. Απλώς αρκετό. Ίσως, αυτό ψάχνουν όταν λένε δεύτερη ζωή, εκ νέου αρχή, να αποκτήσεις εαυτό. Όχι απότομα. Με το πρώτο φόρεμα, μετά το δεύτερο, μετά εργαστήριο, μετά σπίτι, μετά ανοιξιάτικο βράδυ με ψωμί και μέλι.
Πήρε τηλέφωνο τη θεία Μαρία.
Θεία, είσαι σπίτι;
Πού αλλού; Τηλεόραση βλέπω.
Τίποτα ιδιαίτερο. Έτσι απλά.
Σιωπή.
Θα ρθεις Κυριακή;
Θα ρθω. Να φτιάξω μια μηλόπιτα να σου φέρω;
Με μήλα, αν γίνεται, είπε η θεία. Με μήλα μ αρέσει.
Με μήλα λοιπόν.
Έβαλε το κινητό στην τσέπη. Ανέβηκε στον τρίτο όροφο.
Στο σπίτι ακόμα μύριζε λινο είχε κόψει ύφασμα στην κουζίνα μες στη βροχή. Μάζεψε τα ρετάλια αλλά η ευωδιά έμεινε. Καλή μυρωδιά.
Έβαλε το βραστήρα, άνοιξε ψωμί, δοκίμασε μέλι. Σαν κεχριμπάρι, διάφανο και γλυκό.
Έξω, τα χελιδόνια γύριζαν αργά.
Η Ειρήνη βούτηξε το ψωμί στο μέλι, δοκίμασε. Η κυρία στο παντοπωλείο είχε δίκιο: πολύ καλό μέλι.
***
Το πρωί ήταν γαλανό.
Η Μυρτώ κατέφθασε ακριβώς στις οκτώ. Μικρή, δυναμική, άσπρα μαλλιά σε κυματισμό και βλέμμα καθαρό πίσω από τα γυαλιά.
Κυρία Ειρήνη, είπε στην πόρτα. Έφερα ένα πρότυπο. Βρήκα μια εικόνα αυτό περίπου θέλω, αλλά πιο στενό.
Η Ειρήνη την εξέτασε. Ενδιαφέρουσα φούστα.
Καθίστε. Να σας εξηγήσω πώς θα το κάνουμε.
Η Μυρτώ κάθισε.
Ξέρετε, χάζευε τον χώρο γύρω της, χρόνια ήθελα τέτοια φούστα. Στα μαγαζιά τίποτα δεν μου κάθεται καλά. Η γειτόνισσα σας προτείνει. Μας είπε ότι μετά το φόρεμα ένιωσε ξανά άνθρωπος. Η Μυρτώ γέλασε. Καλή σύσταση.
Η καλύτερη, συμφώνησε η Ειρήνη.
Άνοιξε το τετράδιο, πήρε τη μεζούρα.
Σηκωθείτε, παρακαλώ!
Η Μυρτώ στάθηκε, ίσιωσε τους ώμους και κοίταξε στο μεγάλο καθρέφτη.
Ξέρετε, είμαι τέσσερα χρόνια συνταξιούχος. Έλεγα πως δεν χρειάζεται να κάνω πια φασαρία για την εμφάνισή μου. Μετά σκέφτηκα: γιατί όμως; Ζω πολλά χρόνια ακόμα γιατί να φοράω ό,τι νάναι;
Ακριβώς, είπε η Ειρήνη.
Μετρούσε, σημείωνε, έστηνε το πατρόν στο νου της. Ήσυχα φως, ήλιος στο ξύλινο πάτωμα, στο βάθος η Singer με χρυσά σχεδιάκια. Σε λίγο θα έμπαινε και η Στέλλα. Σε μία ώρα η επόμενη πελάτισσα.




