«Άγγελος» με ένα μυστικό

«Άγγελος» με μυστικό

Ο Ιάσονας καθόταν στην κουζίνα της μητέρας του, αγκαλιάζοντας μια ζεστή κούπα με τσάι στα χέρια του. Τα μάτια του έλαμπαν από έναν ασυνήθιστο ενθουσιασμό και στο πρόσωπό του εμφανιζόταν συχνά ένα ονειροπόλο χαμόγελο. Δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλάει για την ΕΚΕΙΝΗ για το κορίτσι που είχε μπει πρόσφατα στη ζωή του και την είχε αναποδογυρίσει.

Είναι απλά ένας άγγελος! είπε με πάθος, κοιτώντας τη μητέρα του, γεμάτος θαυμασμό. Τόσο γλυκιά, ευγενική, όμορφη… Την κοιτάζω και δε χορταίνω. Γιατί άραγε επέλεξε εμένα; Ένας απλός τύπος είμαι, τίποτα το σπουδαίο.

Η Ελένη, καθισμένη απέναντι, άκουγε προσεκτικά τον γιο της με ένα ζεστό, κατανοητικό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Εδώ και καιρό είχε παρατηρήσει πως ο Ιάσονας είχε αλλάξει έμοιαζε πιο ζωντανός, πιο ευτυχισμένος, σαν μια καινούρια σπίθα να είχε ανάψει μέσα του. Τώρα πια ήταν σίγουρη: ο γιος της ήταν αληθινά ερωτευμένος.

Αχ, παιδί μου, είσαι ερωτευμένος! γέλασε και έγειρε πίσω στην καρέκλα. Πότε θα μας τη γνωρίσεις;

Ο Ιάσονας ταράχτηκε στιγμιαία, χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. Μέσα του πάλευε το άγχος με μια μικρή ανησυχία. Ήθελε όλα να πάνε τέλεια, να καταλάβει η μητέρα του πόσο ξεχωριστή ήταν αυτή η κοπέλα.

Ελπίζω σύντομα, απάντησε σηκώνοντας πάλι το βλέμμα του. Περιμένω να είναι και εκείνη έτοιμη. Όπως λέει, το να γνωρίσει τους γονείς είναι μεγάλο βήμα. Πρώτα θέλει να σιγουρευτεί για τα αισθήματα μας.

Η Ελένη έγνεψε κατανοώντας τη διστακτικότητα της κοπέλας. Ήξερε καλά πως σε τέτοια θέματα δεν πρέπει να βιάζεις τις καταστάσεις οι σχέσεις χρειάζονται τον χρόνο τους.

Ε, προσπάθησέ το, του είπε τρυφερά, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του.

Ο Ιάσονας ύψωσε τους ώμους, κάνοντας πως ενοχλήθηκε.

Μα, μάνα! Τι κάνεις; φώναξε ψευτονευριασμένος, προσπαθώντας να ισιώσει τα μαλλιά του. Δεν είμαι παιδάκι πια!

Η Ελένη απλώς γέλασε, με τα μάτια της να λάμπουν από αγάπη.

Ελάτε το Σάββατο, πρότεινε, αφήνοντας στην άκρη την πειραχτική διάθεση. Θα φτιάξω τάρτα με λεμόνι. Έχω ρεπό, δεν θα έρθει κανείς στο σπίτι για ραντεβού.

Ο Ιάσονας σκέφτηκε λίγο, ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά. Κατάλαβε πως αυτή ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για το πρώτο βήμα και να κάνει αυτό που τόσο ήθελε η μητέρα του.

Εντάξει, θα προσπαθήσω να την πείσω. Νομίζω πως το Σάββατο είναι ιδανικό, απάντησε αποφασιστικά.

Η Ελένη δούλευε εδώ και χρόνια ως αισθητικός νυχιών στο σπίτι της. Το μικρό της δωμάτιο είχε μετατραπεί σε ένα ζεστό, περιποιημένο σαλόνι: τραπεζάκι με όλα τα εργαλεία, ράφια με βερνίκια όλων των αποχρώσεων, ένα άνετο κάθισμα για τους πελάτες. Μέσα στα χρόνια, είχαν περάσει από τα χέρια της εκατοντάδες γυναίκες η καθεμιά με τη δική της ιστορία και χαρακτήρα.

Κάποιες ήταν ήσυχες και διστακτικές, άλλες πιο απαιτητικές με έτοιμα σχόλια, υπήρχαν και εκείνες που κοίταζαν τα πάντα με βλέμμα επικριτικό. Η Ελένη όμως είχε τον τρόπο της πάντα σεβαστή, ήξερε να οριοθετεί, να ακούει και να αλλάζει κουβέντα όταν χρειαζόταν.

Μια πελάτισσα όμως είχε μείνει χαραγμένη στη μνήμη της η Χρυσάνθη. Καθόλα ήσυχη, προσεγμένη, χωρίς να κάνει θόρυβο γύρω από τον εαυτό της. Ερχόταν τακτικά, επέλεγε απαλά, παστέλ χρώματα, ποτέ δεν τσακωνόταν για την τιμή. Η Ελένη τη συμπαθούσε φαινόταν απλή, ζεστή, χωρίς υπερβολές.

Μια φορά όμως, ενώ της έκανε σχέδιο στα νύχια, η Χρυσάνθη ξεκίνησε να μιλά. Αργά, σαν να σκέφτεται δυνατά, άρχισε να της αφηγείται τη ζωή της. Κάθε λέξη της αποκάλυπτε έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο.

Έχω τρία παιδιά, της είπε κοιτάζοντας τα νύχια της.

Η Ελένη πάγωσε με την λίμα στο χέρι. Δεν περίμενε κάτι τέτοιο.

Όντως; Πού είναι; ρώτησε προσεκτικά.

Το ένα με τον πατέρα του, ένα άλλο σε ίδρυμα, απάντησε ήρεμα η Χρυσάνθη. Το μικρότερο ακόμα μαζί μου, αλλά σύντομα κι αυτό θα πάει στο ίδρυμα.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Η Ελένη πάλευε με τα όσα άκουγε, όμως η Χρυσάνθη συνέχισε, με την ίδια αταραξία όπως αν μιλούσε για κάτι καθημερινό:

Βλέπεις, τα παιδιά είναι ένα καλό μέσο για να βγεις μπροστά στη ζωή. Σημασία έχει να διαλέξεις τον σωστό άντρα.

Της εξήγησε, χωρίς ίχνος ντροπής, τη στρατηγική ζωής της. Δεν ήθελε ποτέ να παντρευτεί. Έβρισκε οικονομικά άνετους άντρες συνήθως δεσμευμένους ή παντρεμένους. Έμπλεκε μαζί τους, περίμενε να δεθεί η κατάσταση και μετά έκανε παιδί.

Αν ο άντρας είναι δεσμευμένος, είναι πολύ πιο γενναιόδωρος, εξήγησε ισιώνοντας μια τούφα. Δε θέλει φασαρίες. Τρέμει μη μάθει η γυναίκα του. Έτσι πληρώνει διατροφή, μετρητά, αρκεί να φύγω από τη ζωή του.

Τα έλεγε λες και μιλούσε για συνταγή. Και το παιδί; Μόλις εκτελούσε το σκοπό του, γινόταν βάρος.

Αυτός είναι ο τρόπος μου να ζήσω, είπε ανενόχλητη. Μπορείς να με κρίνεις όπως θέλεις. Μα σε είκοσι πέντε χρόνια έχω δικό μου διαμέρισμα στην Αθήνα, ακριβό αυτοκίνητο, μια δικιά μου μπιζνα με καλό εισόδημα. Εσένα τι σου έχει μείνει; Διπλάσια στην ηλικία μου, δουλεύεις για να εξυπηρετείς άλλες πιο φευγάτες κοπέλες! Στα μαγαζιά ξοδεύω περισσότερα απ όσα βγάζεις σε μια εβδομάδα!

Τα λόγια της πόνεσαν την Ελένη, αλλά προσπάθησε να κρατήσει τα συναισθήματά της μέσα της. Ήρεμα τη ρώτησε:

Μα είναι τα παιδιά σου, το αίμα σου Πώς τα αποχωρίζεσαι έτσι;

Αφέθηκε στην απορία της: Πώς πετάς κάτι τόσο δικό σου, τα παιδιά που σε λένε μαμά;

Η Χρυσάνθη ανασήκωσε τους ώμους:

Δεν έχω καιρό για παιδιά. Ιδρυματάκι, καλύτερα γι αυτά· ίσως βρουν μια καλή οικογένεια, ίσως μια άλλη γυναίκα γίνει μάνα τους, αλλά όχι εγώ.

Λες και μιλούσε για τον καιρό. Η Ελένη ρίγησε. Η Χρυσάνθη πρόσθεσε κοφτά:

Ποτέ δεν ήθελα να γίνω μάνα. Δεν είμαι ικανή. Πάνες, τσιρίδες, άγρυπνες νύχτες Όχι, αυτά δεν είναι για μένα!

Η σιγουριά της πίκραινε ακόμα περισσότερο.

Η Ελένη άφησε σιγά τα εργαλεία. Πνιγόταν από συναισθήματα αγανάκτηση, θλίψη, αλλά τι μπορούσε πια να πει; Στάθηκε για λίγο κι έπειτα ρώτησε με ελπίδα:

Νομίζετε πραγματικά πως είναι σωστό όλο αυτό;

Η Χρυσάνθη γέλασε:

Το σωστό είναι αυτό που μου χαρίζει άνεση και ευκολία. Τα υπόλοιπα δεν με απασχολούν.

Τα λόγια της άκουστηκαν αβάσταχτα κρύα. Η Ελένη συνέχισε να δουλεύει κι είπε τελικά με τον νου γεμάτο:

Πώς το σκέφτηκες αυτό; πρόφερε πικραμένη.

Η άλλη σήκωσε ξανά τους ώμους. Σήμερα είχε όρεξη να ανοιχτεί σε μια άγνωστη κι όχι στις φίλες της που θα την έκριναν. Σκέφτηκε πως η Ελένη δεν θα την ξανάβλεπε τα χρήματα της επέτρεπαν να βρει αλλού αισθητικό. Πάντα όμως προτιμούσε τα μικρά σπιτικά εργαστήρια από τα μεγάλα σαλόνια.

Όλα ήρθαν μόνα τους, είπε χαζεύοντας τα νύχια της. Ήμουν δεκαεννιά χρονών και ερωτεύτηκα αληθινά. Αλλά ο άλλος ήταν παντρεμένος. Και εγώ μια περιπέτεια.

Γύρισε πίσω με το μυαλό της εκείνη την περίοδο και σιώπησε για λίγο.

Όταν το κατάλαβα, ήμουν ήδη στον τέταρτο μήνα. Δεν γινόταν να το διακόψω, οπότε γέννησα. Ο τύπος μου χάρισε ένα διαμέρισμα να μην του κάνω ζημιά. Το παιδί το κράτησε αυτός. Ποιος ξέρει τι είπε στη γυναίκα του.

Η ψυχρότητα στη φωνή της σοκάρισε. Συνέχισε αυτή τη φορά πιο δυνατά, σαν να το έλεγε και στον εαυτό της:

Εκεί κατάλαβα ότι είναι ευκαιρία να φτιάξω το μέλλον μου. Γιατί να μην εκμεταλλευτώ ότι μου ρχεται;

Πήρε μια ανάσα· ακόμη και τώρα, πίσω από την αδιαφορία της, φάνηκε μια χαραμάδα συναισθήματος που έκρυβε επιμελώς.

Τώρα κινούμαι μόνη και βγάζω τα προς το ζην. Ίσως σύντομα βρω έναν σωστό άντρα, παντρευτώ, του κάνω παιδάκια. Και θα ζήσω καλά.

Το είπε με χαμόγελο αλλά για λίγο τα μάτια της μαρτύρησαν αμφιβολία.

Η Ελένη κοιτούσε τα νύχια της Χρυσάνθης, προσπαθώντας να μη φανερώσει τι σκεφτόταν. Μέσα της φούσκωνε αγανάκτηση, όμως κρατήθηκε.

Δεν φοβάσαι μήπως μάθει κανείς το παρελθόν σου; Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω, επέμεινε με πίκρα.

Η Χρυσάνθη χαμογέλασε κυνικά:

Τα έχω κανονίσει όλα. Άλλαξα συνοικία στην Αθήνα, δεν υπάρχουν μάρτυρες, οι φίλες μου δεν ξέρουν τίποτα. Η μάνα μου δε με θέλει, εγώ το ίδιο. Και ποιος να μιλήσει; Εσύ; την κοίταξε ειρωνικά.

Ένα ρίγος διαπέρασε την Ελένη. Άφησε τη λίμα στην άκρη και σηκώθηκε ίσια.

Δεν έχω λόγο να σε παρακολουθώ! Ούτε να κουτσομπολεύω τη ζωή σου! είπε κοφτά, παλεύοντας με το κύμα της πίκρας. Είναι δική σου υπόθεση. Αλλά μια συμβουλή: τίποτα δεν μένει καλά κρυμμένο. Όπως και να κρύβεις τα ίχνη σου, πάντα κάτι αποκαλύπτεται στο τέλος.

Σταμάτησε και, μαζεύοντας τα κομμάτια της, είπε επαγγελματικά:

Τελείωσα. Σας αρέσει;

Η Χρυσάνθη άγγιξε αργά τα νύχια της, περιμένοντας να βρει ψεγάδι. Μα δεν υπήρχε. Η Ελένη ήταν πάντα άψογη.

Μια χαρά, απάντησε κοφτά, άφησε χαρτονομίσματα των είκοσι ευρώ πάνω στο τραπέζι και σηκώθηκε. Δεν θα ξανάρθω, θα βρω άλλη αισθητικό. Αντίο. Όχι, καλύτερα γεια χαρά.

Η φωνή της δεν άφηνε χώρο για αντιρρήσεις. Πήρε την τσάντα και έφυγε. Η Ελένη έμεινε να κοιτάζει τη μισάνοιχτη πόρτα.

Ησυχία. Μόνο το τικ-τακ του ρολογιού διέκοπτε τη σιγή. Η Ελένη μάζεψε σιωπηλά τα σύνεργά της, με το μυαλό της να τριγυρνά στην ιστορία της Χρυσάνθης, τα παιδιά της, πώς ο καθένας αντιλαμβάνεται το νόημα της ευτυχίας και της ευθύνης.

Από τότε η Χρυσάνθη εξαφανίστηκε. Η Ελένη συχνά ανακαλούσε εκείνη τη συνάντηση μα ήξερε πια πως ο καθένας κάνει τη δική του επιλογή ζωής και πληρώνει για αυτή.

*********************

Η Ελένη σχεδίαζε καιρό πώς θα γινόταν η γνωριμία με τη μέλλουσα νύφη. Το διαμέρισμα στην Αθήνα έμοιαζε στενό, καθημερινό, ανέμπνευστο. Μα στο εξοχικό, με καθαρό αέρα, πρασινάδα ολόγυρα και μυρωδιές λουλουδιών και θυμαριού, όλα θα ήταν αλλιώς. Τραπεζάκι στον κήπο, ψητά στη σχάρα, κουβεντούλα στην πέργκολα το στήσιμο θα γινόταν ζεστό, αβίαστο.

Ήρθε, λοιπόν, η πολυπόθητη μέρα. Από το πρωί η Ελένη έτρεχε: ξεσκόνισε, στόλισε βάζα με λουλούδια, ετοίμασε μεζέδες. Έριχνε συνεχώς κλεφτές ματιές στο ρολόι, η αγωνία της μεγάλωνε. Δεν ήταν μια απλή γνωριμία· ήταν σημάδι πως ο γιος της μεγάλωνε, πως η σχέση του ήταν σοβαρή κι ίσως βρήκε το άλλο του μισό.

Ο Ιάσονας ούτε εκείνος έβρισκε ησυχία. Το πρωί όργωσε τον κήπο: στήριξε την πύλη, σκούπισε τα πλακάκια, τακτοποίησε καρέκλες στην αυλή. Ρωτούσε διαρκώς τη μητέρα του, „είναι όλα εντάξει;”, „μήπως ξέχασα κάτι;”. Η Ελένη τον καθησύχαζε με χαμόγελο, μα και η ίδια, στην καρδιά, πάλευε με τη συγκίνηση ήξερε πόσο σήμαινε αυτή η ημέρα.

Όταν ήρθε η ώρα, ο Ιάσονας έβαλε καθαρό πουκάμισο, ίσιωσε τα μαλλιά του και είπε:

Φεύγω να πάρω τη Χρυσάνθη. Σε μισή ώρα θα είμαστε εδώ.

Θα σας περιμένω, αποκρίθηκε νηφάλια η Ελένη.

Έριξε μια τελευταία ματιά στο στήσιμο: τραπεζομάντηλο, φρούτα στο βάζο, μπουκέτο άγρια λουλούδια. Όλα είχαν μια απλότητα και ζεστασιά. Πήρε βαθιά ανάσα, προσπαθούσε να συγκρατήσει την ανυπομονησία της. Πρώτη φορά ο Ιάσονας το έβλεπε τόσο σοβαρά ούτε με άλλες κοπέλες είχε γνωρίσει τη μητέρα του, τουλάχιστον με τέτοιο τρόπο. Και το βράδυ προηγουμένως της είχε κιόλας αποκαλύψει μες στη χαρά πως είχε αγοράσει δαχτυλίδι.

Η μισή ώρα πέρασε σαν νερό. Η Ελένη στάθηκε στην αυλόπορτα, καρφώνοντας το βλέμμα της στον δρόμο. Τότε φάνηκε το αυτοκίνητο του Ιάσονα. Έβγαλε τη ζώνη ασφαλείας, γύρισε και άνοιξε την πόρτα για τη συνοδό του. Στη θέση του συνοδηγού φανερώθηκε μια λεπτή κοπέλα γαλανομάτα, ξανθιά, με λευκό καλοκαιρινό φόρεμα που ανέμιζε στο αεράκι.

Ο Ιάσονας της έπιασε το χέρι και πλησίασαν το σπίτι. Η Ελένη καμάρωσε και ένιωσε μια μικρή ζήλια ο γιος της έμοιαζε πιο ευτυχισμένος από ποτέ κι εκείνη τόσο κομψή, σχεδόν αέρινη.

Όταν πλησίασαν, η Ελένη προσπάθησε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της κοπέλας τα μεγάλα γυαλιά ήλιου έκρυβαν το πρόσωπο. Άγγελος, σκέφτηκε θυμητικά, όπως τον περιέγραφε ο γιος της.

Μαμά, αυτή είναι η Χρυσάνθη, είπε ο Ιάσονας, προωθώντας τη διακριτικά.

Η Ελένη χαμογέλασε ζεστά στη Χρυσάνθη· ο αέρας μοσχοβολούσε από άνθη, η ατμόσφαιρα μαγευτική. Έσκυψε να πει μια καλή κουβέντα για το φόρεμα, όμως τότε η κοπέλα σταμάτησε απότομα.

Η κίνηση της έγινε αργή, σχεδόν μηχανική. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και, εκείνη τη στιγμή, η Ελένη αναγνώρισε τα μάτια της τα μάτια που κάποτε της είχαν αποκαλύψει με απάθεια τη ζωή της.

Η Χρυσάνθη στράφηκε στον Ιάσονα. Τα χείλη της έτρεμαν ελάχιστα, μα η φωνή της ήταν κοφτή κι αλύγιστη:

Πρέπει να χωρίσουμε.

Ο Ιάσονας χλόμιασε. Πλησίασε να την αγγίξει, μα εκείνη απομακρύνθηκε.

Γιατί; ψιθύρισε, χωρίς να το πιστεύει. Τι έγινε; Εγώ…

Δεν χρειάζεται να εξηγήσω, τον έκοψε. Απλώς ως εδώ.

Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την έξοδο. Η Ελένη και ο Ιάσονας έμειναν ακίνητοι, ανήμποροι.

Άκουσαν το αμάξι να σταματά, είδαν τη Χρυσάνθη να φεύγει χωρίς ούτε μια ματιά πίσω.

Ο Ιάσονας κάθισε στα σκαλιά, οι ώμοι του κρεμάστηκαν, το βλέμμα του έμεινε χαμένο. Η Ελένη πλησίασε, του έβαλε το χέρι στον ώμο. Εκείνος δεν αντέδρασε.

Και τότε η Ελένη κατάλαβε Τα λόγια που είχε πει τότε στη Χρυσάνθη «τίποτα δεν μένει κρυφό, πάντα κάτι αποκαλύπτεται» έφεραν τώρα ένα βαρύ τίμημα. Σύμπτωση ή μοίρα το γεγονός πως εκείνη η κοπέλα διάλεξε ακριβώς τον γιο της; Ή απλώς η ζωή που,όπως και να την αποφύγεις, πάντα φέρνει αλήθειες στην επιφάνεια;

Η Ελένη έμεινε να κοιτάζει με βαριά καρδιά το αυτοκίνητο που χάθηκε. Δεν υπήρχαν λόγια παρηγοριάς, μόνο ο χρόνος μπορούσε να γιατρέψει…

********************

Ησυχία, που τώρα έμοιαζε βαρύ φορτίο. Μια μακρινή γαβγιά σκύλου τάραξε την ηρεμία. Ο Ιάσονας σήκωσε τα μάτια του στη μητέρα γεμάτα όχι μόνο πόνο αλλά και ερωτήσεις, σαν χαμένο παιδί που δεν κατανοεί την αδικία του κόσμου.

Έμεινε εκεί στο σκαλί, χαμένος σε μια άβυσσο. Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί, αλλά εκείνος δεν έβλεπε τίποτα γύρω του. Μέσα του, κενό.

Η Ελένη κάθισε σιωπηλά δίπλα του. Δεν βιάστηκε να μιλήσει, όπως τότε που ήταν παιδί και τη χρειαζόταν απλά να είναι εκεί.

Πέρασαν αρκετά λεπτά· τελικά ο Ιάσονας ψιθύρισε:

Μαμά… Γιατί; Πες μου τουλάχιστον εσύ γιατί συνέβη αυτό; Τα έκανα όλα για εκείνη.

Η Ελένη πήρε βαθιά ανάσα. Ήξερε πως έπρεπε να πει την αλήθεια.

Παιδί μου, ξεκίνησε απαλά, αυτή την κοπέλα την έχω ήδη γνωρίσει.

Ο Ιάσονας την κοίταξε απορημένος.

Πού; Πότε;

Ήρθε σπίτι για τα νύχια. Πριν λίγους μήνες. Τότε μου είπε πολλά για τη ζωή της.

Η Ελένη σταμάτησε για λίγο, συγκετρώνοντας κουράγιο. Ο Ιάσονας έμεινε σιωπηλός, περίμενε.

Έχει τρία παιδιά, Ιάσονα. Ενα με τον μπαμπά του, ένα σε ίδρυμα, ένα ακόμα μαζί της αλλά σκέφτεται να το δώσει κι αυτό. Δεν ήθελε τα παιδιά της. Τα έβλεπε σαν μέσο για να περνά καλά, να αποκτά λεφτά και σπίτι. Έβρισκε άντρες, έκανε παιδιά, έπαιρνε ό,τι μπορούσε και μετά εξαφανιζόταν.

Οι λέξεις έπεφταν σαν πέτρες. Ο Ιάσονας χλόμιασε, έσφιξε τις γροθιές του.

Μόλις την είδα σήμερα, κατάλαβα. Κι εκείνη με αναγνώρισε. Ήξερε πως γνωρίζω το μυστικό της. Γι αυτό έφυγε τόσο απότομα.

Η σιωπή απλώθηκε σαν μαύρο σύννεφο. Κάπου μακριά πέρασε ένα αυτοκίνητο. Τίποτα όμως δεν είχε πια σημασία.

Μα… πώς γίνεται; ψέλλισε τελικά. Ήταν τόσο… τρυφερή, τόσο δοτική. Μιλάγαμε για το μέλλον. Είχα αγοράσει και δαχτυλίδι…

Η φωνή του ράγισε. Η Ελένη έπιασε το χέρι του.

Το ξέρω Πόνεσες, αλλά καλύτερα τώρα παρά χειρότερα στο μέλλον.

Άπλωσε τα χέρια, τον αγκάλιασε σφιχτά, όπως τότε που μικρός χτυπούσε ή στενοχωριόταν.

Κλάψε αν θέλεις, του είπε γλυκά. Είναι εντάξει. Ο πόνος θα περάσει. Αργά, μα περνάει.

Δεν έκλαψε απλώς έμεινε ακίνητος στον ώμο της. Η Ελένη χάιδευε τα μαλλιά του, όπως παλιά, και το μυαλό της γύριζε στα χρόνια που είχε να τον παρηγορήσει έτσι.

Γιατί είναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι; Γιατί παίζουν με τα συναισθήματα; ψιθύρισε.

Δεν είναι όλοι, αγόρι μου, απάντησε ήρεμα. Μα κάποιοι δεν ξέρουν ν αγαπούν πραγματικά. Βολεύονται στη δική τους άνεση και τα αληθινά αισθήματα τούς είναι ξένα.

Ο Ιάσονας σκούπισε τα μάτια του· υπήρχε ακόμα ο πόνος, αλλά δειλά χαράσσονταν και οι πρώτες αχτίδες κατανόησης.

Δηλαδή όλον αυτόν τον καιρό… μου έλεγε ψέματα;

Ναι. Δεν φταις εσύ. Απλά έπεσες σε άνθρωπο που δεν ήθελε να αγαπήσει αληθινά.

Ο ήλιος είχε πια δύσει. Η Ελένη σηκώθηκε, του έπιασε το χέρι.

Έλα μέσα. Πάμε να πιούμε ένα τσάι. Θα μιλήσουμε. Θα ξανασηκωθείς και θα αρχίσεις από την αρχή. Σ το υπόσχομαι όλα θα φτιάξουν. Απλώς σήμερα… σήμερα, έχεις το δικαίωμα να πονάς.

Ο Ιάσονας ένευσε. Δεν ήξερε ακόμη πώς να συνεχίσει, μα ήξερε πως όσο είχε δίπλα του τη μητέρα του, είχε κουράγιο να ξαναβρεί το χαμόγελό του.

Κι έτσι, εκείνο το βράδυ, έμαθε πως ακόμη κι όταν η ζωή γεμίζει πίκρες, η ειλικρίνεια κι η αγάπη των δικών μας είναι ό,τι πιο ανεκτίμητο έχουμε και πως τίποτα δεν μένει για πάντα κρυφό, όσα μέτρα κι αν πάρει κανείς. Στο τέλος, μόνο η αυθεντική καλοσύνη και η ευθύνη για τις πράξεις μας είναι αυτά που μας χαρακτηρίζουν αληθινά.

Oceń artykuł
«Άγγελος» με ένα μυστικό