Η Γιούλα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και έκλαιγε πικρά. Ο άντρας της, πριν λίγους μήνες, της ομολόγησε ότι έχει άλλη γυναίκα—και μάλιστα εκείνη είναι έγκυος. — Γιούλα, συγγνώμη, αλλά δύο χρόνια ζούμε μαζί χωρίς παιδιά. Είναι πολύς καιρός… Άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, — μουρμούρισε ο Γιάννης — κι αυτή… έμεινε έγκυος… —Η ερωμένη σου δηλαδή, — του ψιθύρισε η Γιούλα. —Πες το όπως θες. Σε δυο μήνες γεννάμε. Συγγνώμη. Η Γιούλα δεν προσπάθησε να μάθει γιατί ο Γιάννης περίμενε τόσο πολύ. Κι έτσι, δυο μήνες πριν τη γέννα και παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκείνος την εγκατέλειψε. Κι έτσι, η άτυχη γυναίκα, χωρίς να βγάλει τα ρούχα της από το βράδυ, εξαντλημένη, έχοντας κλάψει όλα της τα δάκρυα, σωριάστηκε στον καναπέ. Χωρίς λόγο, θυμήθηκε μια παλιά Πρωτοχρονιά των παιδικών της χρόνων. Η μικρή Γιούλα τότε πήγαινε στην πέμπτη τάξη. Με τα κορίτσια, μετά το σχολείο, μπήκαν σ’ένα παλαιοπωλείο, ένα μαγαζάκι γεμάτο θαυμαστά πράγματα. Δεν τις ενδιέφεραν ρούχα και παπούτσια, αλλά σουβενίρ, παιχνίδια, κοσμήματα. Εκείνη τη μέρα, η Γιούλα είδε αμέσως ένα υπέροχο μπιζουτιέ—ουρανογάλανιο, με χρυσές λεπτομέρειες. Κόλλησε με το βλέμμα της πάνω του. Όταν ο πωλητής άνοιξε το καπάκι, κι από μέσα ακούστηκε μουσική ενώ μια μπαλαρίνα με άσπρη τουτού άρχισε ν’αργοστροβιλίζεται, η Γιούλα έμεινε άφωνη. Ο πωλητής, καλός κύριος, έδειξε και ένα μικρό κρυφό συρτάρι για κοσμήματα. Οι φίλες της, η Νατάσα και η Ίννα, ενθουσιάστηκαν: —Τι όμορφο! Πόσο κοστίζει; Ο πωλητής χαμογέλασε και είπε μια εξωφρενική τιμή για παιδιά—πέντε δραχμές. «Ποτέ δεν θα μαζέψω τόσα λεφτά», σκέφτηκε η Γιούλα. Εκείνη την εποχή, για να πας σχολείο, σου έδιναν τριάντα λεπτά—ήδη ιδανικά για ένα πλήρες γεύμα. Αν έλεγες πως πας σινεμά, η μαμά σου έδινε πενήντα λεπτά ακόμα. Ο μπαμπάς έλειπε σε ταξίδι—αν ήταν εδώ, ίσως της το αγόραζε. Η μαμά όμως… άδικος κόπος να το ζητήσει. Άκουσε ήδη τη φωνή της μητέρας της: «Τι σκαρφίστηκες τώρα! Μπαλαρίνα με πέντε δραχμές; Χίλιες φορές να πάρω τρία κιλά κρέας! Θα σας ταΐζω κεφτέδες μια βδομάδα.» Όχι, δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτεί στη μαμά. Έπρεπε να περιμένει τον μπαμπά. Η Γιούλα πέρασε κάθε μέρα από το παλαιοπωλείο να θαυμάσει το μπιζουτιέ. Ο πωλητής, μόλις την έβλεπε, του έδινε ζωή, κι η μπαλαρίνα χόρευε. Σε έξι μέρες είχε μάθει απέξω κάθε λεπτομέρεια—τη φθορά στη γωνίτσα, το μικρό σπασμένο, το ότι της έλειπε ένα πουέντ. Μα η Γιούλα την ήθελε όσο τίποτα. Όταν γύρισε ο πατέρας, τον έσυρε αμέσως στο παλαιοπωλείο. — Την πήραν, — είπε στενοχωρημένος ο πωλητής. — Μόλις πριν λίγες ώρες την αγόρασαν. Καυτά δάκρυα γέμισαν τα μάτια της Γιούλας. — Μη κλαις, Γιούλα! — έλεγε ο πατέρας. — Θες να σου πάρω τούρτα; Τρούφα, με τα μανιταράκια από σοκολάτα που αγαπάς. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Μα η καρδιά της ήταν βαριά για τη μπαλαρίνα. Την άλλη μέρα, η Ίννα ήρθε στο σχολείο με το πολύτιμο μπιζουτιέ. Η Γιούλα, βλέποντας ότι το θησαυράκι της ανήκει πια στη φίλη της, πληγώθηκε όπως ποτέ. Η Ίννα άνοιξε το μπιζουτιέ και η μαγική μουσική γέμισε την αίθουσα—όλοι σιώπησαν θαυμάζοντας. — Η γιαγιά μου το πήρε! — είπε περήφανα η Ίννα. — Ήρθε απ’ το χωριό για την Πρωτοχρονιά και την πήρα κατευθείαν στο παλαιοπωλείο. —Κι εγώ το ήθελα, — είπε απογοητευμένη η Νατάσα. Η Γιούλα ξέσπασε πάλι σε κλάματα. Ο Πέτρος, συμμαθητής της, τη ρώτησε: — Γιατί κλαις, Γιούλα; — Τίποτα, — φώναξε κι έφυγε τρέχοντας. Όλοι ήξεραν ότι ο Πέτρος ήταν ερωτευμένος μαζί της, μα αυτή δεν του έδινε σημασία. Στεκόταν στο παράθυρο, κολλημένη στο παγωμένο τζάμι. — Γιούλα, θα σου πάρω εγώ ίδια, να μην κλαις, — της υποσχέθηκε ο Πέτρος. — Πού θα τη βρεις; — τον αποπήρε. — Είσαι χαζός. «Κι αχ, άδικα τον στενοχώρησα», συλλογίστηκε μετά, κλαίγοντας ακόμα περισσότερο. Έκανε πολύ κρύο εκείνες τις μέρες. Δίχως παλτό έμεινε στο προαύλιο μισή ώρα—και φυσικά αρρώστησε. Ο Πέτρος ήρθε να τη δει όταν δεν πήγε σχολείο: — Δεν βρήκα ακόμα μπαλαρίνα, — της είπε — αλλά θα βρω, στο υπόσχομαι. — Ε, καλά, και που θα τη βρεις; Είναι γερμανική—γράφει κάτω Made in DDR! — Ε, τότε εκεί θα πάω, — απάντησε αποφασιστικά. Από τότε έγιναν φίλοι—παιδικά στην αρχή. Στην Β’ γυμνασίου τόλμησε ο Πέτρος να τη φιλήσει—κι αυτή δεν αντιστάθηκε. Από τότε, μεγάλωσε η φιλία τους—με αγκαλιές και φιλιά. Μετά το λύκειο, έστειλαν τον Πέτρο φαντάρο—και ειρωνεία της τύχης—στη Γερμανία. Έγραφε συχνά στη Γιούλα, λέγοντάς της αστειευόμενος ότι δεν βρήκε ακόμη μπαλαρίνα. Όμως η Γιούλα δεν τον περίμενε. Πριν απολυθεί εκείνος, γνώρισε τον Γιάννη, που την κατέκτησε τραγουδώντας της με κιθάρα. Στην πρώτη συνάντηση τον ερωτεύτηκε—κι ύστερα από δύο μήνες παντρεύτηκαν. Ο Πέτρος, μαθαίνοντας ότι παντρεύτηκε, έφυγε να δουλέψει σε νορβηγικό πλοίο. Δεν επέστρεψε συχνά και δεν ξανασυναντήθηκαν. * * * Η Γιούλα σιγά-σιγά σηκώθηκε από τον καναπέ, ήπιε καφέ. Εκείνες τις μέρες όλο πιο συχνά σκεφτόταν τον Πέτρο—και συνειδητοποίησε πως έκλαιγε πιο πολύ για την αγάπη που χάθηκε μαζί του, όχι για τον άντρα της. 31 Δεκεμβρίου. Πρωτοχρονιά. Δεν ήθελε να πάει πουθενά, όλες οι φίλες της είχαν οικογένεια. Πήγε στη λαϊκή και στο σούπερ μάρκετ. Αγόρασε λίγα πράγματα για να φτιάξει τουλάχιστον ένα πρωτοχρονιάτικο τραπέζι μοναξιάς. Όταν μπήκε στη πολυκατοικία κουβαλώντας σακούλες, βγήκε από το ασανσέρ ο Άγιος Βασίλης. Με το που τον είδε, της ήρθαν τα δάκρυα. — Τι κλαις, κόρη μου; — είπε κάπως γερασμένη φωνή ο άντρας ντυμένος Αγιος Βασίλης. — Γιορτή έχουμε! Κι εσύ—δάκρυα; Για πάρε αυτό. — Έβγαλε από το σάκο ένα κουτί κι εξαφανίστηκε πάλι στο σκοτάδι της πολυκατοικίας. Η Γιούλα δεν πρόλαβε ούτε ευχαριστώ να πει. Το κουτί βαρύ. Πήγε στην κουζίνα, το άνοιξε προσεκτικά… Μέσα είχε ένα ολοκαίνουργιο γαλανό μπιζουτιέ με χρυσές λεπτομέρειες. Άνοιξε το καπάκι και έβαλε μουσική: από μέσα βγήκε μπαλαρίνα, με ΚΑΙ τα δυο πουέντ. Άνοιξε το κρυφό συρταράκι—μέσα είχε βέρα. Έτρεξε στο παράθυρο κι είδε έξω τον Άγιο Βασίλη να χάνεται στη νύχτα. Βγήκε τρέχοντας με παντόφλες στο χιόνι. Τη στιγμή εκείνη, ο “Άγιος Βασίλης” γύρισε προς το μέρος της. Έπεσαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Κολλημένη πάνω του, του ψιθύρισε: — Είσαι χαζός! Τελικά την έφερες. — Ναι! — είπε ο Πέτρος. — Στη Γερμανία τη βρήκα, όπως σου υποσχέθηκα.

31 Δεκεμβρίου

Σήμερα ένιωσα το βάρος της μοναξιάς να με πλακώνει. Όλα ξεκίνησαν δύο μήνες πριν, όταν ο Μιχάλης, ο άντρας μου, μου αποκάλυψε ότι έχει άλλη γυναίκα. Και περιμένει παιδί μαζί της. «Συγγνώμη, Έλενα, αλλά δυο χρόνια μαζί κι ακόμα παιδιά δεν κάναμε. Άρχισα να αμφιβάλλω για μένα. Εκείνη… εκείνη έμεινε έγκυος…» ψέλλισε μια μέρα. Ήθελε, λέει, να είμαι ελεύθερη κι εγώ πλέον. Φεύγει παραμονή Πρωτοχρονιάς, λίγο πριν γεννήσει αυτή η άλλη. Δεν είχα πια κουράγιο να ψάχνω λόγια. Έμεινα στον καναπέ, τυλιγμένη με το ίδιο ρούχο. Έκλαψα τόσο που νόμιζα πως στέρεψα.

Έκλεισα τα μάτια και, χωρίς να το καταλάβω, το μυαλό μου γύρισε σε μια άλλη Πρωτοχρονιά, χρόνια πριν. Ήμουν μαθήτρια στην πέμπτη τάξη στη Σαλονίκη. Με τις φίλες μου, τη Δήμητρα και την Αναστασία, τριγυρνούσαμε στο παλιό κατάστημα μεταχειρισμένων κάτω από την Εγνατία. Οι βιτρίνες του ήταν γεμάτες μικρά θαύματα: παιχνίδια, κοσμήματα, διακοσμητικά. Εκείνη τη μέρα το μάτι μου έπεσε σε μια μικρή σκούρα μπλε μουσική κασετίνα με χρυσά μοτίβα απ’ έξω. Μόλις ο πωλητής άνοιξε το καπάκι, ξεχύθηκε μια απαλή μελωδία και από μέσα στριφογύρισε μια μπαλαρίνα ντυμένη καταλευκή. Μαγεύτηκα ούτε ανάσα δεν έβγαζα.

«Πόσο κοστίζει;» ρώτησε αμέσως η Δήμητρα.

Ο καλός κύριος χαμογέλασε: «Δέκα ευρώ». Για παιδιά ήταν αδύνατο ποσό. Εμείς στο διάλειμμα παίρναμε ένα-δυο ευρώ για φαΐ. Να μαζέψω δέκα; Αδύνατο! Αν πήγαινα σινεμά, έπαιρνα τρία ευρώ, αλλά πού να βρεις τα υπόλοιπα; Πατέρας μόνιμα ταξίδια, μάνας λογική προτιμά τρία κιλά κρέας παρά χαζομπαλαρίνες.

«Ούτε να το αναφέρω στη μάνα», σκέφτηκα. Μόνο από τον πατέρα ίσως. Κάθε μέρα, όμως, περνούσα έξω από το μαγαζί να χαζεύω την μπαλαρίνα. Ο πωλητής μού την έβαζε και χόρευε, με κατανόηση. Σε έξι μέρες, ήξερα κάθε σημάδι της: γδαρμένη γωνία, ελαφρώς σπασμένο άκρο, ένα λιλιπούτειο λεκέ στο τούλινο φόρεμα. Της έλειπε και το ένα παπουτσάκι του μπαλέτου. Αλλά για μένα, αυτή ήταν τέλεια.

Μόλις γύρισε ο πατέρας, τον πήρα από το χέρι κατευθείαν στο κατάστημα.

«Λυπάμαι, την πήραν πριν δύο ώρες…» μου είπε ο πωλητής.

Δεν άντεξα, ξέσπασα σε δάκρυα.

«Έλα, κορίτσι μου, να σου πάρω μια πάστα σοκολατίνα. Όπως σ αρέσει, με σοκολατένιες μανιταράκια πάνω» είπε ο πατέρας μου. Τρυφερός όπως πάντα.

Με πήγε στο ζαχαροπλαστείο, αλλά εγώ δεν έπαψα να σκέφτομαι την κασετίνα. Την επόμενη, η Αναστασία έφερε τη δικιά της τη δική μου! στο σχολείο. Την είχε πάρει η γιαγιά της, επειδή ήρθε στην πόλη για Πρωτοχρονιά, λέει, κι η Αναστασία την τράβηξε στο ίδιο κατάστημα. Κι εγώ; Έκλαιγα ξανά, γεμάτη παράπονο. Ο Αντρέας, ο συμμαθητής που είχε αδυναμία σε μένα, ήρθε κοντά. «Μην κλαις, θα σου βρω ίδια», μου υποσχέθηκε. «Καλέ, που θα βρεις τέτοια κοσμήματα; Είσαι χαζούλης», του απάντησα. Και το μετάνιωσα αμέσως.

Εκείνο το βράδυ κρύωνα στην αυλή, χωρίς μπουφάν, και φυσικά αρρώστησα. Ο Αντρέας ήρθε την ίδια μέρα: «Μέχρι να σου βρω την μπαλαρίνα, δε θα σταματήσω», μου είπε πάλι. «Είναι εισαγόμενη, γράφει από κάτω „Made in Germany”», του είπα γκρινιάρικα. «Θα πάω, λοιπόν, στη Γερμανία», υποσχέθηκε με αυτοπεποίθηση.

Από εκείνη τη χρονιά γίναμε φίλοι κολλητοί. Μεγαλώνοντας, ο δεσμός μας βαθαίνοντας. Στην τρίτη γυμνασίου ο Αντρέας με φίλησε για πρώτη φορά κι εγώ δεν τον απομάκρυνα. Μετά το Λύκειο τον πήρε φαντάρο στην Κομοτηνή· η μοίρα τον έστειλε και σε αποστολή στη Γερμανία. Τα γράμματά του πάντα τελείωναν με αστείο: «Την μπαλαρίνα ακόμα δεν τη βρήκα…»

Αλλά δεν τον περίμενα. Λίγους μήνες πριν απολυθεί γνώρισα το Μιχάλη. Έπαιζε κιθάρα, μου έγραψε τραγούδι, με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Σε δύο μήνες παντρευτήκαμε.

Ο Αντρέας όταν γύρισε με πήρε είδηση παντρεμένη. Άνοιξε πανιά για τη θάλασσα, μπάρκο σε νορβηγικό πλοίο, και χάθηκε για χρόνια. Δεν ξανάπιασε κουβέντα μαζί μου.

Σήμερα έμεινα μόνη. Στο ημερολόγιο, 31 Δεκέμβρη. Όλοι οι φίλοι με οικογένειες. Ένοιωθα σαν ξένος, δεν ήθελα να γίνω έξτρα φορτίο στη δική τους γιορτή. Πήγα στη λαϊκή και στο Σκλαβενίτη, αγόρασα ό,τι χρειαζόταν για φαγητό της προκοπής. Με τα ψώνια μπήκα στην πολυκατοικία και μπροστά μου, βγαίνοντας από το ασανσέρ, στάθηκε… ο Άγιος Βασίλης!

Με έπιασαν τα κλάματα στη θέα του.

«Γιατί κλαις, κόρη μου;» μου λέει με ψεύτικη γέρικη φωνή ο άγνωστος, φορώντας κόκκινη στολή. «Γιορτές είναι! Πάρε αυτό.» Μου δίνει ένα κουτί. Έφυγε πριν προλάβω να πω ευχαριστώ.

Ήταν βαρύ. Μπαίνοντας στην κουζίνα, το ανοίγω σιγά σιγά. Μέσα… μια ολοκαίνουργια μπλε κασετίνα με χρυσή διακόσμηση. Άνοιξα το καπάκι, ξεκίνησα τη μελωδία, και να… μια χορεύτρια με δύο παπουτσάκια μπαλέτου στροβίλιζε. Έψαξα στο συρταράκι, βρήκα ένα χρυσό δαχτυλίδι.

Έτρεξα στο παράθυρο. Ο Άγιος Βασίλης κάτω στην αυλή, γυρίζοντας να φύγει. Πέταξα σ’ έξω όπως ήμουν με τις παντόφλες κι έπεσα στην αγκαλιά του.

«Βρε χαζούλη!» του ψιθύρισα, σφίγγοντάς τον. Ήταν ο Αντρέας καλά κρυμμένος κάτω από τα άσπρα γένια. «Σου το είχα υποσχεθεί… Κι όταν υπόσχεται κάποιος Έλληνας κάτι, το κρατάει! Την βρήκα στη Γερμανία… Για σένα», μου είπε.

Μάθημα: Ο χρόνος κύκλους κάνει, κι οι άνθρωποι που σε αγάπησαν αληθινά, μπορεί να αργήσουν, αλλά τελικά θα βρουν το δρόμο τους πάλι κοντά σου. Ό,τι είναι να γίνει, θα βρει το δρόμο του ακόμη κι αν χρειαστεί να ταξιδέψει ως τη Γερμανία κι απέναντι.

Oceń artykuł
Η Γιούλα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ και έκλαιγε πικρά. Ο άντρας της, πριν λίγους μήνες, της ομολόγησε ότι έχει άλλη γυναίκα—και μάλιστα εκείνη είναι έγκυος. — Γιούλα, συγγνώμη, αλλά δύο χρόνια ζούμε μαζί χωρίς παιδιά. Είναι πολύς καιρός… Άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, — μουρμούρισε ο Γιάννης — κι αυτή… έμεινε έγκυος… —Η ερωμένη σου δηλαδή, — του ψιθύρισε η Γιούλα. —Πες το όπως θες. Σε δυο μήνες γεννάμε. Συγγνώμη. Η Γιούλα δεν προσπάθησε να μάθει γιατί ο Γιάννης περίμενε τόσο πολύ. Κι έτσι, δυο μήνες πριν τη γέννα και παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκείνος την εγκατέλειψε. Κι έτσι, η άτυχη γυναίκα, χωρίς να βγάλει τα ρούχα της από το βράδυ, εξαντλημένη, έχοντας κλάψει όλα της τα δάκρυα, σωριάστηκε στον καναπέ. Χωρίς λόγο, θυμήθηκε μια παλιά Πρωτοχρονιά των παιδικών της χρόνων. Η μικρή Γιούλα τότε πήγαινε στην πέμπτη τάξη. Με τα κορίτσια, μετά το σχολείο, μπήκαν σ’ένα παλαιοπωλείο, ένα μαγαζάκι γεμάτο θαυμαστά πράγματα. Δεν τις ενδιέφεραν ρούχα και παπούτσια, αλλά σουβενίρ, παιχνίδια, κοσμήματα. Εκείνη τη μέρα, η Γιούλα είδε αμέσως ένα υπέροχο μπιζουτιέ—ουρανογάλανιο, με χρυσές λεπτομέρειες. Κόλλησε με το βλέμμα της πάνω του. Όταν ο πωλητής άνοιξε το καπάκι, κι από μέσα ακούστηκε μουσική ενώ μια μπαλαρίνα με άσπρη τουτού άρχισε ν’αργοστροβιλίζεται, η Γιούλα έμεινε άφωνη. Ο πωλητής, καλός κύριος, έδειξε και ένα μικρό κρυφό συρτάρι για κοσμήματα. Οι φίλες της, η Νατάσα και η Ίννα, ενθουσιάστηκαν: —Τι όμορφο! Πόσο κοστίζει; Ο πωλητής χαμογέλασε και είπε μια εξωφρενική τιμή για παιδιά—πέντε δραχμές. «Ποτέ δεν θα μαζέψω τόσα λεφτά», σκέφτηκε η Γιούλα. Εκείνη την εποχή, για να πας σχολείο, σου έδιναν τριάντα λεπτά—ήδη ιδανικά για ένα πλήρες γεύμα. Αν έλεγες πως πας σινεμά, η μαμά σου έδινε πενήντα λεπτά ακόμα. Ο μπαμπάς έλειπε σε ταξίδι—αν ήταν εδώ, ίσως της το αγόραζε. Η μαμά όμως… άδικος κόπος να το ζητήσει. Άκουσε ήδη τη φωνή της μητέρας της: «Τι σκαρφίστηκες τώρα! Μπαλαρίνα με πέντε δραχμές; Χίλιες φορές να πάρω τρία κιλά κρέας! Θα σας ταΐζω κεφτέδες μια βδομάδα.» Όχι, δεν έπρεπε ούτε να το σκεφτεί στη μαμά. Έπρεπε να περιμένει τον μπαμπά. Η Γιούλα πέρασε κάθε μέρα από το παλαιοπωλείο να θαυμάσει το μπιζουτιέ. Ο πωλητής, μόλις την έβλεπε, του έδινε ζωή, κι η μπαλαρίνα χόρευε. Σε έξι μέρες είχε μάθει απέξω κάθε λεπτομέρεια—τη φθορά στη γωνίτσα, το μικρό σπασμένο, το ότι της έλειπε ένα πουέντ. Μα η Γιούλα την ήθελε όσο τίποτα. Όταν γύρισε ο πατέρας, τον έσυρε αμέσως στο παλαιοπωλείο. — Την πήραν, — είπε στενοχωρημένος ο πωλητής. — Μόλις πριν λίγες ώρες την αγόρασαν. Καυτά δάκρυα γέμισαν τα μάτια της Γιούλας. — Μη κλαις, Γιούλα! — έλεγε ο πατέρας. — Θες να σου πάρω τούρτα; Τρούφα, με τα μανιταράκια από σοκολάτα που αγαπάς. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Μα η καρδιά της ήταν βαριά για τη μπαλαρίνα. Την άλλη μέρα, η Ίννα ήρθε στο σχολείο με το πολύτιμο μπιζουτιέ. Η Γιούλα, βλέποντας ότι το θησαυράκι της ανήκει πια στη φίλη της, πληγώθηκε όπως ποτέ. Η Ίννα άνοιξε το μπιζουτιέ και η μαγική μουσική γέμισε την αίθουσα—όλοι σιώπησαν θαυμάζοντας. — Η γιαγιά μου το πήρε! — είπε περήφανα η Ίννα. — Ήρθε απ’ το χωριό για την Πρωτοχρονιά και την πήρα κατευθείαν στο παλαιοπωλείο. —Κι εγώ το ήθελα, — είπε απογοητευμένη η Νατάσα. Η Γιούλα ξέσπασε πάλι σε κλάματα. Ο Πέτρος, συμμαθητής της, τη ρώτησε: — Γιατί κλαις, Γιούλα; — Τίποτα, — φώναξε κι έφυγε τρέχοντας. Όλοι ήξεραν ότι ο Πέτρος ήταν ερωτευμένος μαζί της, μα αυτή δεν του έδινε σημασία. Στεκόταν στο παράθυρο, κολλημένη στο παγωμένο τζάμι. — Γιούλα, θα σου πάρω εγώ ίδια, να μην κλαις, — της υποσχέθηκε ο Πέτρος. — Πού θα τη βρεις; — τον αποπήρε. — Είσαι χαζός. «Κι αχ, άδικα τον στενοχώρησα», συλλογίστηκε μετά, κλαίγοντας ακόμα περισσότερο. Έκανε πολύ κρύο εκείνες τις μέρες. Δίχως παλτό έμεινε στο προαύλιο μισή ώρα—και φυσικά αρρώστησε. Ο Πέτρος ήρθε να τη δει όταν δεν πήγε σχολείο: — Δεν βρήκα ακόμα μπαλαρίνα, — της είπε — αλλά θα βρω, στο υπόσχομαι. — Ε, καλά, και που θα τη βρεις; Είναι γερμανική—γράφει κάτω Made in DDR! — Ε, τότε εκεί θα πάω, — απάντησε αποφασιστικά. Από τότε έγιναν φίλοι—παιδικά στην αρχή. Στην Β’ γυμνασίου τόλμησε ο Πέτρος να τη φιλήσει—κι αυτή δεν αντιστάθηκε. Από τότε, μεγάλωσε η φιλία τους—με αγκαλιές και φιλιά. Μετά το λύκειο, έστειλαν τον Πέτρο φαντάρο—και ειρωνεία της τύχης—στη Γερμανία. Έγραφε συχνά στη Γιούλα, λέγοντάς της αστειευόμενος ότι δεν βρήκε ακόμη μπαλαρίνα. Όμως η Γιούλα δεν τον περίμενε. Πριν απολυθεί εκείνος, γνώρισε τον Γιάννη, που την κατέκτησε τραγουδώντας της με κιθάρα. Στην πρώτη συνάντηση τον ερωτεύτηκε—κι ύστερα από δύο μήνες παντρεύτηκαν. Ο Πέτρος, μαθαίνοντας ότι παντρεύτηκε, έφυγε να δουλέψει σε νορβηγικό πλοίο. Δεν επέστρεψε συχνά και δεν ξανασυναντήθηκαν. * * * Η Γιούλα σιγά-σιγά σηκώθηκε από τον καναπέ, ήπιε καφέ. Εκείνες τις μέρες όλο πιο συχνά σκεφτόταν τον Πέτρο—και συνειδητοποίησε πως έκλαιγε πιο πολύ για την αγάπη που χάθηκε μαζί του, όχι για τον άντρα της. 31 Δεκεμβρίου. Πρωτοχρονιά. Δεν ήθελε να πάει πουθενά, όλες οι φίλες της είχαν οικογένεια. Πήγε στη λαϊκή και στο σούπερ μάρκετ. Αγόρασε λίγα πράγματα για να φτιάξει τουλάχιστον ένα πρωτοχρονιάτικο τραπέζι μοναξιάς. Όταν μπήκε στη πολυκατοικία κουβαλώντας σακούλες, βγήκε από το ασανσέρ ο Άγιος Βασίλης. Με το που τον είδε, της ήρθαν τα δάκρυα. — Τι κλαις, κόρη μου; — είπε κάπως γερασμένη φωνή ο άντρας ντυμένος Αγιος Βασίλης. — Γιορτή έχουμε! Κι εσύ—δάκρυα; Για πάρε αυτό. — Έβγαλε από το σάκο ένα κουτί κι εξαφανίστηκε πάλι στο σκοτάδι της πολυκατοικίας. Η Γιούλα δεν πρόλαβε ούτε ευχαριστώ να πει. Το κουτί βαρύ. Πήγε στην κουζίνα, το άνοιξε προσεκτικά… Μέσα είχε ένα ολοκαίνουργιο γαλανό μπιζουτιέ με χρυσές λεπτομέρειες. Άνοιξε το καπάκι και έβαλε μουσική: από μέσα βγήκε μπαλαρίνα, με ΚΑΙ τα δυο πουέντ. Άνοιξε το κρυφό συρταράκι—μέσα είχε βέρα. Έτρεξε στο παράθυρο κι είδε έξω τον Άγιο Βασίλη να χάνεται στη νύχτα. Βγήκε τρέχοντας με παντόφλες στο χιόνι. Τη στιγμή εκείνη, ο “Άγιος Βασίλης” γύρισε προς το μέρος της. Έπεσαν στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Κολλημένη πάνω του, του ψιθύρισε: — Είσαι χαζός! Τελικά την έφερες. — Ναι! — είπε ο Πέτρος. — Στη Γερμανία τη βρήκα, όπως σου υποσχέθηκα.