Ελεύθερη ευτυχία
Γιωργάκη, περίμενε λίγο! Μην τρέχεις έτσι
Ο Γιώργος χαλάρωσε λίγο το βήμα και γύρισε να δει.
Από πίσω του, στο μονοπατάκι που οδηγούσε προς το διώροφο σπιτάκι από πέτρα, έτρεχε βιαστικά η Ειρήνη μια δεκαεξάχρονη κοπέλα με ψηλές μπότες, φούστα, λευκό κοντό παλτό και το μαντίλι δεμένο στα μαλλιά. Είχαν ξεφύγει μερικές μπούκλες σκούρων καστανών μαλλιών κάτω απ το μάλλινο μαντήλι, που ταίριαζαν τέλεια στα πράσινα-καφετιά, λαμπερά της μάτια. Ήταν από αυτά τα μάτια που μοιάζουν έτοιμα να βουρκώσουν κάθε στιγμή. Αυτό έκανε την Ειρήνη κάπως ευάλωτη, τρυφερή, σου έδινε τη διάθεση να τη φροντίζεις, να τη προσέχεις.
Η κοπέλα γλιστρούσε πού και πού, αλλά δε σταματούσε.
Ρηνιώ, μην τρέχεις! Γλιστράει, πρόσεχε! της φώναξε αυστηρά ο Γιώργος. Ε, όχι ότι σου πάει να τρέχεις, ειδικά με αυτά τα μάγουλα κόκκινα! Δεν σε θυμάμαι έτσι χαμογελαστή τελευταία. Μάλλον έγινες καλά!
Η Ειρήνη χαμογέλασε και πλησίασε, ο Γιώργος της έδωσε το χέρι του, εκείνη το έπιασε, και του έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα.
Για πες; Τι ήθελες; ρώτησε ο Γιώργος ψιθυριστά, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, και της έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο. Δεν είπε η μάνα σου να μην κάνεις παρέα μαζί μου; Απειλούσε κιόλας ότι θα με δείρει αναστέναξε δραματικά.
Η Ειρήνη έκανε ένα λυπημένο προσωπάκι, χαμήλωσε το βλέμμα, μασουλούσε άσκοπα το λουρί της σχολικής της τσάντας. Ύστερα όμως, ξαναγέλασε.
Μα βρε Γιώργο, αστεία είναι αυτά! Τίποτα δεν θα σου κάνουν! Έλα μαζί μου σήμερα στο σινεμά, σε παρακαλώ! του ψιθύρισε, βγάζοντας ήδη τα εισιτήρια από το γάντι της. Τα έχω ήδη αγοράσει. Έλα!
Ο Γιώργος πήρε το χέρι της, το ένιωσε καυτό και χάιδεψε απαλά τα λεπτά της δάχτυλα.
Σινεμά, ε; Δεν ξέρω Έχω κάτι δουλειές σήμερα, έκανε τον δύσκολο. Η Ειρήνη τραβήχτηκε, φόρεσε το γαντάκι της ξανά. Αλλά, αφού με καλείς, πάμε, συμφώνησε τελικά, με μισό-χαμόγελο. Τι ταινία είναι τουλάχιστον; Πάλι ερωτική;
Όχι, πολεμική. Ο Πέτρος πήγε και είπε ότι είναι απίστευτα ενδιαφέρουσα! απάντησε γρήγορα η Ειρήνη. Αλλά φοβάμαι να πάω μόνη. Οι φίλες μου δεν θέλουν.
Ας σε συνοδεύσει ο Πέτρος τότε! Καλό παιδί είναι, θα τα βρείτε, αφού τον ακούς ο Γιώργος σήκωσε το κεφάλι με σιγουριά.
Ο Πέτρος Μιχαηλίδης, συμμαθητής της Ειρήνης, ήταν ο τύπος που μάθαινε τα πάντα, διαβαστερός, πρόθυμος ναποδείξει τον εαυτό του. Δεν έπαιζε μπάλα, ούτε καμιά τρέλα δεν έκανε όλο ήσυχος στην τάξη, πάντα έτοιμος να βοηθήσει την Ειρήνη. Ο Γιώργος τον έβλεπε περισσότερο σαν κουραστικό φίδι, παρά σαν σοβαρό αντίπαλο. Η Ειρήνη, πάλι, γοητευόταν από αγόρια με ενέργεια και φαντασία σαν τον Γιώργο.
Το θέμα ήταν, ότι πλέον στο σπίτι της Ειρήνης, ο Γιώργος δεν ήταν καλοδεχούμενος αντίθετα με τον Πέτρο, που η μητέρα της, η κυρία Δήμητρα, σχεδόν τον έχει για γιο, πάντα του χαμογελούσε πλατιά.
Δε θέλω κανέναν άλλο, ακούς; Αν ζητάω εσένα, οι άλλοι δεν με νοιάζουν! Λοιπόν, θα ρθεις ή όχι; κατσούφιασε η Ειρήνη.
Ο Γιώργος ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα κύμα ζεστασιάς, της χαμογέλασε.
Εντάξει, πάμε. Τι να κάνω κι εγώ, ένας δυνατός άντρας, να γίνω κι εγώ θύμα τρόμου; Εσείς όλοι, να τρομάζετε τον Γιώργο το δικό σας Και το βράδυ θα φοβάμαι, θα φωνάζω, και θα ανησυχήσει η γιαγιά Καλλιόπη!
Έκλεισε το μάτι στην Ειρήνη, εκείνη γέλασε και του είπε:
Βρε δεν τρομάζεις εσύ με τίποτα! Λοιπόν, έξι και πενήντα έξω από το σινεμά, εντάξει; Τώρα όμως πρέπει να φύγω, η μαμά έχει αρχίσει τα λάχανα και έχει γεμίσει η κουζίνα. Φεύγω.
Η Ειρήνη έστριψε προσεκτικά και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι.
Έμενε μόλις δυο σπίτια μακριά απ’ τον Γιώργο. Μαζί μεγάλωσαν, κυνηγώντας σπουργίτια στα γιασεμιά, σκαρφαλώνοντας σε δέντρα για μικρά μαύρα μούρα, κρυφά απ τη μαμά και έφτυναν τα κουκούτσια σε διαγωνισμό ποιος θα πάει πιο μακριά. Πήγαν μαζί σχολείο, αν και ο Γιώργος ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος. Οι φίλες της την φθονούσαν που ο όμορφος Γιώργος την πρόσεχε τόσο, αλλά για την Ειρήνη αυτό ήταν αυτονόητο. Ο Γιώργος ήταν πάντα στη ζωή της γιατί να της φαίνεται παράξενο;
Πρόπερσι, στο χιόνι, ενώ έκαναν σκι, η Ειρήνη ξαφνικά ένιωσε περίεργα, ζαλισμένη και άρχισε να βλέπει μαύρα στίγματα. Έπεσε άσχημα έσπασε το πόδι της. Χώθηκε στο χιόνι, πονούσε φριχτά και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Η Ειρήνη φοβόταν πάντα τον πόνο, από μικρή. Ήθελε τεράστια υπομονή να βγάλει κανείς αγκάθι από το δάχτυλό της. Τώρα, ήταν ολόκληρο πόδι
Ο Γιώργος βρέθηκε δίπλα της αμέσως. Πάντα ήταν εκεί, όποτε χρειαζόταν. Κουβάλησε την Ειρήνη σπίτι, το πόδι πρήστηκε κι έπρεπε να κόψουν το παπούτσι της για να το βγάλει. Του άφησε σημάδια στους ώμους από τα δάχτυλά της, αλλά αυτός στάθηκε βράχος.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί ήταν πολύ πιο ανήσυχοι για την καρδιά της παρά για το πόδι. Γέμισαν τη καρτέλα της με διαγνώσεις κι όρους δυσνόητους. Την κράτησαν μέρες, μετά την έστειλαν σπίτι.
Είχε ήδη λιώσει το χιόνι, όταν η Ειρήνη σιγά σιγά επανερχόταν.
Το πόδι τη πονούσε μήνες, φαγούριζε κάτω απ τον γύψο. Τσακωνόταν με τη μαμά της κάθε μέρα για το παραμικρό, μα όλα άλλαζαν όταν ερχόταν ο Γιώργος. Έβρισκε πάντα τρόπο να τη διασκεδάζει: έφερε έναν παγκόσμιο χάρτη και έπαιζαν με καραβάκια ή αυτοκινητάκια, ταξιδεύοντας νοερά στην Ιαπωνία ή στη Σιβηρία. Ή της άφηνε βιβλία, έστηνε παιχνίδια στην κουβέρτα, ζωγράφιζαν αφίσες
Μόλις βγάλεις αυτή τη βλακεία (δείχνοντας το γύψινο), θα ταξιδέψουμε. Πού θες να πας;
Η Ειρήνη σήκωνε αδιάφορα τους ώμους.
Μόνο στην αυλή θέλω να βγω, μα η μαμά φοβάται Λέει πάρε ανάσα, μην τρέχεις, μην κουράζεσαι. Ούτε το περπάτημα δεν θυμάμαι πιά
Ε, βλακείες! της έλεγε ο Γιώργος. Θέλει εξάσκηση. Να δεις ο παππούς μου, ο Μανώλης στο χωρίο, ήρθε απ τον πόλεμο κουτσαίνοντας, με δυσκολία περπατούσε. Ώσπου ήρθε ένας γιατρός σπουδαίος κι άρχισε να τον «στρίβει», να τον γυμνάζει και σηκώθηκε σαν καινούριος! Θα βρεθεί κι η λύση για σένα, στο λέω. Μη σκάς! Κουνήσου, σα σαλιγκάρι είσαι!
Την πείραζε, έπαιρνε τις κουκλίτσες της, της τις έκρυβε, και την έκανε να τον κυνηγάει με τις πατερίτσες.
Ειρήνη, ντροπή! Σ αυτή την ηλικία, με κούκλες παίζεις! υποκρινόταν δήθεν αυστηρός ο Γιώργος. Λες κι είσαι γιαγιά! Σαν τη θεία Μαρίνα στην αγορά που όλο μιλάει για τα άγχη της και τους πόνους της Ψηλά το κεφάλι, Ρηνιώ! Θα χορέψουμε ακόμα!
Ειρήνη! Στο κρεβάτι τώρα! Γιώργο, τι της κάνεις, παιδί μου; έμπαινε αγχωμένη η μαμά της, η κυρία Δήμητρα. Δεν μπορεί να ταράζεται! Φύγε τώρα, είπε ο γιατρός αυστηρά!
Κυρία Δήμητρα! διαμαρτυρόταν ο Γιώργος. Θα γίνει μουσαφίρισσα έτσι η Ειρήνη, άμα την έχετε να κάθεται όλη μέρα! Πρέπει να ζήσει πριν απ όλα. Κανονικά, όπως όλα τα παιδιά!
Εμ, δεν είναι και δική σου δουλειά να μας πεις πώς να ζούμε. Στο σπίτι μας ξέρουμε καλύτερα! Άσε μας! του απαντούσε η μάνα της, σχεδόν τον έσπρωχνε έξω. Έρχεται και ο Πέτρος να της κάνει μαθήματα. Πήγαν πίσω τα μαθήματά της εξαιτίας σου
Όσο μιλούσε η μαμά της, ο Γιώργος έξω στο κατώφλι, του ήρθε η κουβέντα του γιατρού της προς τη μάνα της: απαγορευμένα τα πάντα, και ειδικά παιδιά δε θα αντέξει γέννα. Το ήθελε όμως πάντα η Ειρήνη να γίνει μητέρα.
Γυρνώντας σπίτι, παρά λίγο να λιώσει ο Γιώργος από τη θλίψη: Ειρήνη, αναπηρία Μετά, σαν να τον χτύπησε φως: «Όχι! Έχει να ζήσει ολόκληρη ζωή μπροστά της! Κι ευτυχισμένη θα ζήσει, το ορκίζομαι!»
Η γιαγιά Καλλιόπη απορούσε βλέποντας τον εγγονό να γδύνεται και να ρίχνει πάνω του παγωμένο νερό απ’το βαρέλι.
Γιώργο! Θα πουντιάσεις! φώναξε και έτρεξε με την πετσέτα.
Ο Γιώργος πήρε βαθιά ανάσα. «Θα τα καταφέρει, κι εγώ θα το κάνω να συμβεί!»
Έμενε μόνος με τη γιαγιά του. Για γονείς δεν ήξερε και πολλά. Είχαν χαθεί ή μήπως πέθαναν, δεν ήξερε. Η γιαγιά του έλεγε θολά λόγια, απέφευγε να πει την αλήθεια.
Τη Ειρήνη τη πήγαιναν συχνά γιατρούς. Η μητέρα της τούς φιλοξενούσε με πίτες, μαρμελάδες, κι ό,τι βγάζει το χωραφάκι της, για να της πουν πως υπάρχει ελπίδα. Εκείνοι τίποτε: «Δεν θεραπεύεται, μόνο η επιστήμη ίσως στο μέλλον, προς το παρόν απόλυτη ηρεμία»
Μόνο ησυχία, εντάξει έλεγε με συγκατάβαση η κυρία Δήμητρα. Ο Πέτρος την προσέχει, έχει μαζέψει βιβλία για εκείνη
Μαμά! κοκκίνιζε η Ειρήνη, ντρεπόταν, αλλά περνούσε.
Σωστό παιδί είναι ο Πέτρος δίπλα σας. Να τον κρατήσετε, θα γίνει κι εξαιρετικός άντρας! χαριεντιζόταν ο γιατρός.
Ένα βήμα φοβόταν να κάνει η Ειρήνη, και η μαμά της πάντα επάνω της.
Στο σινεμά, μύριζε καπνός και έσκαγε από τη ζέστη. Η Ειρήνη κρατούσε σφιχτά το χέρι του Γιώργου, έκλαιγε αθόρυβα στο ώμο του.
Μη στεναχωριέσαι, Ειρηνάκι μου! Όλα καλά θα πάνε! της ψιθύριζε. Τους έκοβαν σιγά σιγά οι διπλανοί, να κάνουν ησυχία.
Γιώργο, δεν νιώθω καλά. Πάμε έξω; του είπε χαμηλόφωνα.
Πάμε, ναι!
Βγήκαν στο φουαγέ, ο Γιώργος έτρεξε να της φέρει νερό.
Η ταξιθέτρια, μια κυρία γύρω στα πενήντα, κούνησε επικριτικά το κεφάλι: «Τόσο νέα Τι κάνουμε πια σ αυτόν τον κόσμο;»
Όχι, δεν έχουμε παντρευτεί ακόμη. Αλλά σύντομα! πετάχτηκε ο Γιώργος, και η Ειρήνη τον κοίταξε απορημένα.
Πλάκα μου κάνεις, ε; ψιθύρισε τρεμάμενη.
Την έπιασε απαλά από το χέρι, της είπε σοβαρά:
Δεν αστειεύομαι μ αυτά. Ήθελα να το ανοίξω το θέμα αργότερα, αλλά …φεύγω φαντάρος. Όταν γυρίσω όμως, σου ορκίζομαι θα παντρευτούμε. Δεν σου είχα υποσχεθεί ότι θα γυρίσουμε όλο τον κόσμο; Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω όλα αυτά, σίγουρα όμως θα σου δείξω πιγκουίνους!
Μου είπαν ότι δεν θα μπορώ να κάνω παιδιά; Δεν γίνεται καθόλου;
Ο Γιώργος μπερδεύτηκε. Οι γονείς της του ζήτησαν να μην της πει τίποτα.
Ε, τώρα τι να σου πω Θα δούμε. Το θέμα είναι να προσέχεις. Πάμε να περπατήσουμε, να σου φύγει κι η ταραχή.
Η Ειρήνη άφησε τον Γιώργο να τη ντύσει, να την οδηγήσει έξω. Ύστερα όμως δαγκώθηκε «Δεν θα κάνω ποτέ οικογένεια; Πώς θα γίνει; Να μη ζεις ποτέ αληθινά;»
Για να της αλλάξει τη διάθεση, την πήγε στο φίλο τους, τον Γιάννη, που τους άφησε να κάνουν μια βόλτα με τη βέσπα του. Φόρεσαν κράνη, έκατσε μπροστά η Ειρήνη, πίσω ο Γιώργος, την αγκάλιαζε σφιχτά και προσεκτικά.
Για λίγη ώρα ξέχασε η Ειρήνη τα πάντα: αρρώστιες, παιδιά, εγκλωβισμούς. Υπήρχε μόνο ο δρόμος, ο Γιώργος, κι ο βόμβος της μηχανής.
Εκείνο το βράδυ η Ειρήνη χρειάστηκε ξανά γιατρό να της κάνει ένεση.
Γιατί δεν την προσέχετε αυτή την κοπέλα; παρατήρησε ο γιατρός φεύγοντας.
Ήσουν με τον Γιώργο σου ε; την ρώτησε αυστηρά η μάνα της.
Ήμουν. Και αυτός μου τα λέει όλα, ό,τι κι αν συμβαίνει. Και για το ότι
Η κυρία Δήμητρα πέρασε στο σπίτι του Γιώργου και του είπε να μην ξαναπατήσει. Ο πατέρας της Ειρήνης, ο κύριος Μανώλης, αγρίεψε: «Θα σου σπάσω τα κόκκαλα αν ξανάρθεις!» Καθόλου δεν ήθελε να βλέπει τον Γιώργο κοντά στο σπίτι τους.
Ο Γιώργος απάντησε: «Θέλω μόνο να τη χαιρετήσω. Αν πειράξει κανείς την Ειρήνη, να το ξέρεις, δεν έχω τίποτα να χάσω πέρα από τη γιαγιά μου πια.»
Ο κύριος Μανώλης στάθηκε με την καραμπίνα του στη πόρτα. Ο Γιώργος στάθηκε αγέρωχος μπροστά του, το βλέμμα του απίστευτα αποφασιστικό υπέμεινε το βλέμμα του πατέρα της.
Άντε, φύγε, αγόρι μου. Μπορεί στον στρατό να βάλεις μυαλό. Μια και καλή μακριά από μας.
Η Ειρήνη μέσα στο δωμάτιο έκλαιγε ήσυχα, καρτερώντας αν θα γυρίσει να την κοιτάξει. Και ο Γιώργος, στο δρόμο του προς το σπίτι, γυρνά κρυφά, δήθεν να φτιάξει την κουκούλα του παλτού, αλλά της στέλνει χαιρετισμό. Και κατάλαβε η Ειρήνη
Χρόνια μετά, τέσσερα για την ακρίβεια, γύρισε ο Γιώργος. Η Ειρήνη δεν το ήξερε οι γονείς της την είχαν πείσει ότι ο Γιώργος είχε χαθεί στο μέτωπο. Μέχρι και η γιαγιά Καλλιόπη είχε πεθάνει χωρίς να τον ξαναδεί. Τα γράμματα τα δικά της προς την μονάδα του εξαφανίζονταν πάντα, ποτέ απάντηση.
Η μαμά της, Δήμητρα, έπλενε στο προαύλιο όταν τον είδε, και σάστισε.
Τι κάνεις εδώ, Γιώργο; Πρώτα ’–ξαφνιάστηκε, μετά πήρε αυστηρό ύφος: Δεν μένει εδώ πια η Ειρήνη. Έφυγε για Θεσσαλονίκη με τον Πέτρο. Μαζί είναι. Την παντρεύτηκε.
Τι εννοείς; ρώτησε κουμπωμένος ο Γιώργος.
Πού να μείνει η Ειρήνη εδώ; Άκουσε ότι χάθηκες. Ο Πέτρος είχε συγγενείς εκεί, πήγαν μαζί, σπουδάζουν και δουλεύουν. Και παιδί έκαναν πια, ο Πέτρος τους βοηθάει όλους. Μη τους ψάχνεις άλλο, σας παρακαλώ Προσπαθούν να είναι ευτυχισμένοι.
Η Ειρήνη δεν αγάπησε ποτέ τον Πέτρο. Εγώ το ήξερα! απάντησε με πίκρα ο Γιώργος.
Εσύ το ήξερες ναι. Αλλά ο Πέτρος ήταν εκεί όταν όλα ήταν δύσκολα. Μην το ανακατέψεις άλλο, Γιώργο
Ο Γιώργος δε μίλησε άλλο. Πήγε, μαζεύτηκε μόνος στο άδειο σπίτι του, το κλείδωσε και πέρασε αργά απ το κοιμητήριο να αφήσει τον σταυρό του στον τάφο της γιαγιάς.
Συγγνώμη, γιαγιά Καλλιόπη…
Και έφυγε.
Το πέρασμα τον άλλαξε. Δούλευε σκληρά σε ό,τι έβρισκε από μαγαζάκια και μανάβικα ως βιοτεχνίες, αργότερα έπιασε δουλειές με εξοπλισμό και μετά μιλάμε για μεγαλύτερα ποσά ευρώ, όχι πάντοτε εντελώς νόμιμα. Όμως είχε στο μυαλό του το ίδιο πάντα: να βοηθήσει την Ειρήνη του.
Με τον καιρό γνώρισε ανθρώπους, έκανε παρέες και γνωριμίες. Πάντα ρωτούσε για γιατρούς, νέες θεραπείες, σημεία που μπορούσε να βοηθήσει. Κάπως έτσι, μέσα από συναλλαγές και συστάσεις, βρέθηκε να περιμένει για έναν κορυφαίο καρδιοχειρούργο, τον γιατρό Παπαδόπουλο, για να του πει τι ελπίδες έχει η Ειρήνη για θεραπεία.
Γιατί σε νοιάζουν τόσο πολύ οι καρδιολογικές περιπτώσεις; τον ρώτησε κάποτε ο γιατρός. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, αλλά μερικές είναι δύσκολες, άλλες σχεδόν αδύνατες. Φέρε μου τον φάκελό της, αν βρεις, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε.
Έπρεπε να πάει Θεσσαλονίκη, να ψάξει, να βρει τον φάκελό της.
Το επόμενο διάστημα ο Γιώργος δεν έμενε πουθενά πολύ. Μαζί του ήταν η Μαρία, μια γλυκιά γυναίκα που έμελε να γίνει ο άνθρωπός του στη νέα του ζωή. Αυτή, τον περίμενε πάντα, ήξερε με τον τρόπο της ότι ποτέ δεν είχε θέση στην καρδιά του αλλά τον αγαπούσε.
Θα λείψω δυο-τρεις μέρες, Μαράκι! της είπε μια μέρα, νωρίς το χάραμα.
Καλά, Γιώργο μου. Να προσέχεις, μην στενοχωριέσαι για μένα. Να έρθεις πάλι, να πιείς το φακές μου, καλά; του χαμογέλασε, με μισή καρδιά.
Βρήκε τελικά τι ήθελε έναν γιατρό, όχι πια μικρό, αλλά έτοιμο να δώσει τον φάκελο της Ειρήνης με αντάλλαγμα ένα καλό ποσό ευρώ.
Θα σώσεις και τη δικιά μου οικογένεια με αυτά που δίνεις, του είπε, και του έδωσε τους φακέλους.
Η Ειρήνη Ειρήνη Παπαδημητρίου, πλέον μια μέρα, γυρνούσε απ τη δουλειά της σκεπτική. Η ζωή της γέμισε ζόρια, παιδί, σύζυγο που την πρόσεχε μεν, αλλά την ήθελε πάντα σπιτιού, μετρημένη, χωρίς χαρές, πάντα 'προσεχτική’. Στον δρόμο άκουσε μηχανάκι μια κοπέλα αγκάλιαζε το αγόρι της πίσω στη σέλα, γέλαγαν. Χαμογέλασε και θυμήθηκε, να ναι καλά εκείνα τα χρόνια.
Και τότε, τον είδε. Γιώργος. Της κόπηκε η ανάσα.
Θέλω να σου μιλήσω, είναι σημαντικό, σε παρακαλώ! της είπε και την τράβηξε στην άκρη στο παγκάκι.
Γιώργο Γιώργο μου ψιθύρισε εκείνη, τα χέρια της έτρεμαν.
Πρέπει να σε πάω κάπου, σε παρακαλώ, για θεραπεία, υπάρχει λύση. Έχω βρει τα καλύτερα νοσοκομεία, τα λεφτά όλα είναι κανονισμένα. Έλα, πάμε
Η Ειρήνη σιώπησε. Τον κοίταξε κατάματα.
Γιώργο, παντρεύτηκα. Έχουμε ένα παιδί. Εδώ είναι η ζωή μου
Ο άντρας της, ο Πέτρος, είχε δει τη σκηνή από μακριά, πλησίασε, κάλεσε ήρεμα την Ειρήνη σπίτι, πρόσταξε και τον γιο τους να καθίσει να διαβάσει. Ο Γιώργος μπήκε αμήχανα. Στο τραπέζι σιώπησαν για ώρα. Ο Πέτρος απ τη μια, η Ειρήνη στη μέση, ο Γιώργος απέναντι. Ό,τι κι αν ειπώθηκε, η απάντηση ήρθε ξεκάθαρη από την ίδια την Ειρήνη:
Γιώργο, φοβάμαι. Μένω εδώ όπου ανήκω. Αυτή είναι η ζωή μου. Μην έρχεσαι πια. Κοίτα μπροστά σου.
Τα κατάλαβε όλα τότε ο Γιώργος. Κάθε βήμα που είχε κάνει για να τη βοηθήσει, ήταν τελικά άχρηστο. Γύρισε σπίτι του, η Μαρία τον περίμενε άγρυπνη στην κουζίνα, τον αγκάλιασε.
Φοβήθηκα ότι δεν θα γυρνούσες ποτέ πια, Γιώργο Φοβήθηκα ότι θα διάλεγες εκείνη
Ποτέ, μικρή μου. Είσαι η ζωή μου τώρα! της είπε και της χαμογέλασε, νιώθοντας για πρώτη φορά ελαφρύς, λες και πέταξε από πάνω του μια πέτρα ολόκληρη.
Και κατάλαβε ότι επιτέλους είναι ελεύθερος να είναι απλά ευτυχισμένος.
Η Μαρία τον κοίταζε να τρώει με όρεξη το φαγητό της, με εκείνο το ζεστό χασκογέλασμα γιατί τώρα, και στο δικό τους σπιτικό ζούσε μια μικρή οικογένεια, σίγουρη ότι η ευτυχία είναι να αφήνεσαι να τη νιώσεις.





