Έφυγε με τον γιο της για τη μητέρα της, και αυτός δεν βιάζεται καθόλου να τη φέρει πίσω

Το ξέρω, δικό μου το φταίξιμο είναι! κλαίει η αδερφή του φίλου μου. Ποτέ δεν περίμενα να φτάσουμε εδώ! Και τώρα δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν έχω ιδέα πώς να το συμμαζέψω όλο αυτό χωρίς να χάσω την αξιοπρέπειά μου…

Η αδερφή μου παντρεύτηκε πριν από λίγα χρόνια.

Μετά το γάμο, αποφάσισαν να μείνουν με τη μητέρα του γαμπρού. Η πεθερά έχει ένα μεγάλο τριάρι στο Γαλάτσι κι ο μοναχογιός της ήταν πάντα η αδυναμία της.

Ένα δωμάτιο θα κρατήσω για μένα, τα άλλα δικά σας, παιδιά! είπε με το καλημέρα. Είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι, όλα θα κυλήσουν ήρεμα. Αν δεν τα βρούμε, μετακομίζουμε! είχε πει ο γαμπρός στη νύφη του τότε. Τι πειράζει να δοκιμάσουμε να μείνουμε όλοι μαζί; Και αν δεν βολέψει, βρίσκουμε ενοίκιο και φεύγουμε…

Έτσι και κάνανε. Όπως όμως αποδείχτηκε, το να ζεις με την πεθερά, κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Και η νύφη και η πεθερά προσπαθούσαν να κάνουν υποχωρήσεις, αλλά με τον καιρό τα νεύρα και τα παράπονα μαζεύονταν μέχρι που ξεσπούσαν μικροκαβγάδες, ολοένα και συχνότερα.

Εσύ δεν είπες πως, αν δεν ταιριάξουμε, φεύγουμε να βρούμε ένα σπίτι μόνοι μας; έκλαιγε η γυναίκα στον άντρα της. Ε, παραείσαι υπερβολική απαντούσε εκείνος χαμογελώντας ειρωνικά. Για μικροπράγματα θα μετακομίζουμε τώρα; Κανείς δεν είναι τέλειος.

Ένα χρόνο μετά τον γάμο, η σύζυγος πήρε άδεια μητρότητας και λίγο αργότερα γέννησε ένα υγιέστατο αγοράκι.

Η γέννα του εγγονού συνέπεσε με το διάστημα που η πεθερά είχε μείνει άνεργη, λίγο πριν τη σύνταξη, και καμιά δουλειά δεν την ήθελε πια. Έτσι, νύφη και πεθερά βρέθηκαν να συνυπάρχουν 24 ώρες το 24ωρο, κλεισμένες σπίτι, χωρίς διεξόδους. Το κλίμα στο σαλόνι μέρα με τη μέρα γινόταν κινούμενη άμμος.

Ο άντρας τους απλώς αδιαφορούσε, αφού ήταν ο μόνος που έφερνε μισθό στο σπίτι.

Πού να αφήσω τη μάνα μου μόνη της χωρίς ευρώ στη τσέπη; Και να νοικιάσουμε, ούτε κι εγώ αντέχω με το δικό μου μισθό να καλύψω και τα δύο. Μόλις βρει δουλειά, φεύγουμε!

Μόνο που η υπομονή της νύφης τελείωσε προτού βρει δουλειά η πεθερά. Πακετάρισε τα πράγματά της και του μικρού, και γύρισε στη μάνα της στου Ζωγράφου. Φεύγοντας, είπε στον άντρα της πως δεν πρόκειται να ξαναπατήσει στο σπίτι της πεθεράς ούτε μια φορά στη ζωή της. Αν θέλει να σώσουν τον γάμο τους, ας βρει λύση ο ίδιος.

Πίστευε πως ο άντρας της, επειδή αγαπούσε την οικογένειά του, θα έκανε τα πάντα να τη φέρει πίσω. Μα έκανε μεγάλο λάθος.

Έχουν περάσει μήνες από τη μέρα που έφυγε και ο άντρας της ούτε προσπαθεί να τη φέρει πίσω. Εκείνος μένει με τη μητέρα του, μιλάει με τη γυναίκα και το παιδί τους μέσ στο skype, και πηγαίνει να τους δει μόνο κάθε Σαββατοκύριακο στου πεθερικού του.

Ουσιαστικά, έχουν έναν γάμο εξ αποστάσεως.

Ο άντρας έχει τη φροντίδα και την προσοχή δύο γυναικών, και η μάνα του συμπονάει τον καημένο που η νευρικιά τον άφησε, και το παιδί δεν το έχει στη ρουτίνα του. Αυτός βγήκε ο κερδισμένος! Και η πεθερά δεν έχασε απολύτως τίποτα.

Η γυναίκα, απ τη μεριά της, μετανιώνει για όλα και τρώει τα νύχια της. Δεν αντέχει αυτή την κατάσταση. Τον αγαπάει ακόμα, όσο κι αν ξέρει πως φταίει κι εκείνος.

Τι περίμενες να γίνει όταν έφυγες; της απαντάει αυτός ψυχρά. Αν θες, γύρνα πίσω.

Δεν φαίνεται να έχει όρεξη να φύγει από το σπίτι της μάνας του και να νοικιάσουν σπίτι. Η γυναίκα, με την άδεια μητρότητας, δύσκολα μπορεί να τα βγάλει πέρα οικονομικά μόνη της.

Άραγε, αυτό ήταν, τελείωσε η οικογένειά τους;

Λέτε να μπορεί η γυναίκα να ξαναγυρίσει στο σπίτι της πεθεράς χωρίς να χάσει την αξιοπρέπειά της;Ένα απόγευμα, κρατώντας τον μικρό στην αγκαλιά, εκεί στο πατρικό της, κοίταξε έξω απ το παράθυρο και είδε την αντανάκλασή της στο τζάμι: κουρασμένη, αλλά πεισματάρα. Θυμήθηκε όλα όσα καταπίεσε, όλα όσα σιωπηλά περίμενε στωικά να αλλάξουν από μόνα τους. Σκέφτηκε πως, ό,τι κι αν αποφασίσει, κάποια πράγματα δεν γυρίζουν πίσω όπως ήταν. Το επίμονο αν θες, γύρνα εσύ του άντρα της, ίσως τελικά ήταν η πραγματική του αλήθεια.

Την επόμενη μέρα, για πρώτη φορά ύστερα από μήνες, δεν του τηλεφώνησε. Δεν σύνδεσε το skype, δεν του έστειλε φωτογραφίες του μικρού, δεν έστειλε ούτε καν μήνυμα. Έπαιξε με το παιδί, έφτιαξε φαγητό με τη μητέρα της, πήρε βαθιές ανάσες και βγήκε με το καρότσι στο πάρκο. Εκεί, κάτω απ τις αγριοκαστανιές, ένιωσε ξανά το παλιό βάρος να ελαφραίνει.

Το βράδυ, ξάπλωσε με τον γιο της αγκαλιά. Φιλήθηκαν και εκείνος αποκοιμήθηκε χωρίς παράπονα και κλάματα. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε ήσυχη.

Την επόμενη εβδομάδα, ξεκίνησε να ψάχνει δουλειά, να διαβάζει αγγελίες, να γνωρίζει νέες μαμάδες στην παιδική χαρά. Μέρα τη μέρα, η φωνή της ξαναβρήκε δύναμη. Και τότε κατάλαβε πως το αν θες, γύρνα πίσω δεν ήταν λύση ούτε αγάπη, αλλά παγίδα απάθειας. Δεν είχε μείνει τίποτα της αξίας της εκεί πίσω να την περιμένει.

Μήνες μετά, ένα μικρό, δυάρι έγινε το καταφύγιό τους. Τα Χριστούγεννα, στόλισαν μαζί το δέντρο, έκαναν βιντεοκλήση στον πατέρα εκείνος είπε ένα ξερό χρόνια πολλά και κλείστηκε ξανά στους δικούς του τοίχους.

Και κάποιο βράδυ, μόλις ο μικρός αποκοιμήθηκε, εκείνη άνοιξε τον υπολογιστή, βρήκε μια λευκή σελίδα κι άρχισε να γράφει: Μερικές φορές, για να τα βρεις με τους άλλους, πρέπει πρώτα να τα βρεις με τον εαυτό σου. Χαμογέλασε και σκέφτηκε ότι επιτέλους, τώρα, η αξιοπρέπειά της ήταν δική της και τίποτα πια δεν μπορούσε να της τη στερήσει.

Oceń artykuł
Έφυγε με τον γιο της για τη μητέρα της, και αυτός δεν βιάζεται καθόλου να τη φέρει πίσω